Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

ΣΚΟΥΠΙΔΟΦΑΓΟΣ ΕΓΙΝΕΣ, ΑΦΟΥ ΣΚΟΥΠΙΔΙ M' ΕΚΑΝΕΣ


Παρασκευή πρωί. Ξυπνάω, ωραία μέρα. Λίγο ραδιόφωνο. Εντάξει έχω χρόνο. Καφές, μπάνιο, όλα καλά. Α να βάψω τα νυχοπόδαρά μου κόκκινα. Το γαλλικό το βαρέθηκα. Έχω χρόνο. Από τις 6.30 ξύπνια. Όλα τέλεια, όλα τέλειωσαν, ντύνομαι φεύγω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο, ανοίγω την γκαραζόπορτα και ...ουπς ένα αυτοκίνητο μ’ έχει κλείσει. Δεν ανησυχώ, ο οδηγός του είναι στο τιμόνι. Κοιτάζω να δω τί γίνεται και διαπιστώνω ότι ένα φορτηγάκι έχει κλείσει το δρόμο ακριβώς μπροστά στο αυτοκίνητο που έχει κλείσει εμένα. Εντυπωσιάζομαι γιατί αυτό το φορτηγάκι είναι διακοσμημένο με μια φίρμα που λέγεται Ε........ και διευκρινίζει ότι κάνει συλλογή οικιακών λαδιών!!!!! Ώπα λέω, κοίτα να δεις, υπάρχει αυτή η υπηρεσία!!! Μια σωλήνα βγαίνει από ένα τεπόζιτο του φορτηγακίου και καταλήγει σ’ ένα βαρέλι στον κήπο μιας μονοκατοικίας, απέναντι από το σπίτι μου. Βρε το γείτονα, λέω, πολύ τηγάνι πέφτει. Όμως εγώ θέλω να φύγω. Μπορώ να κάνω όπισθεν και να βγω από την άλλη γκαραζόπορτα. Έχουμε δύο. Ήδη το σταματημένο ΙΧ κάνει όπισθεν. Μήπως να κάνω κι εγώ το ίδιο; Όλη η διαδικασία έχει κρατήσει 3-4 λεπτά. Αλλά θα’θελα να ’ξερα σε πόση ώρα θα ξεκολλήσω ή αλλιώς να βρω άλλο τρόπο να φύγω. Συνήθως πηγαίνω με τα πόδια στη δουλειά μου αλλά εκείνη την καταραμένη μέρα το χρειαζόμουνα το αυτοκίνητο.
Εκείνη τη στιγμή λοιπόν, τη μαύρη, την καταραμένη στιγμή μου ’ρθε να ρωτήσω τον οδηγό του φορτηγακίου που κρατούσε την σωλήνα μέσα στο βαρέλι του γείτονα, μου ’ρθε λέω να τον ρωτήσω σε πόση ώρα θα τελειώσει η διαδικασία. Και σηκώνω το χέρι μου, το δεξί, και το στρίβω όπως κάνουμε όταν θέλουμε να ρωτήσουμε κάτι. Ξέρετε τι εννοώ. Ταυτόχρονα σχηματίζω με τα χείλη μου τις λέξεις «ΑΡΓΕΙΣ»;; Και ξαφνικά, σαν να άνοιξε ο ουρανός κι έπεσαν πάνω μου κοτρώνες, σαν να με τύφλωσαν όλα τα φλας του κόσμου, σαν να έπεσα πάνω σε δέντρο, σαν να πετούσαν μπροστά μου χιλιάδες πεταλούδες, μυγάκια κι ό,τι βάλει ο νους σας, ακούω ή μάλλον πιο πολύ αισθάνομαι ότι ο οδηγός του φορτηγακίου που λέγαμε μου είπε «άι πάγαινε μωρή»!!!!!!! Άι πάγαινε μωρή, άι πάγαινε μωρή, δεν πιστεύω στα μάτια μου, δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου!!!!!!! Και τότε σαν να με έσπρωξε ο Παπακωνσταντίνου, προφανώς για να τα κακαρώσω και να γλιτώσει από μένα, σαν να μ’ έβαλε ο ΓΑΠ για να μ’ εκδικηθεί για τις κατάρες, ή απλώς ο διάβολος μέσα μου, βγαίνω από το αυτοκίνητο, αφού πρώτα κατάφερα να μετρήσω μέχρι το 2 και λέω το τρομερό, το απαίσιο, το επαίσχυντο «σε ποιόν μιλάς έτσι ρε φίλε» και τότε πραγματικά ο ουρανός χύθηκε πάνω μου κι ακόμη και τώρα δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτό που τώρα σας διηγούμαι συνέβη στ’ αλήθεια. Η απάντηση λοιπόν που παίρνω είναι «Άντε γαμήσου μωρή κουφάλα»!!!!!! Εγώ η Νάση η Αναγνωστοπούλου, καλοντυμένη κι αρωματισμένη όλο κέφι και ζωντάνια 9 η ώρα το πρωί μέσα στο αυτοκινητάκι μου ξεκινώντας τη μέρα μου μόνο και μόνο επειδή έκανα δύο ερωτήσεις «αργείς» και «σε ποιόν μιλάς έτσι ρε φίλε» εισέπραξα ό,τι χειρότερο σε φραστικό επεισόδιο μπορεί κατά τη γνώμη μου να εισπράξει μια γυναίκα..... «άι πάγαινε μωρή» και «άι γαμήσου μωρή κουφάλα»!!!!!! Εγώ όλα αυτά!!! Δεν θυμάμαι τι του είπα, θα ρωτήσω τους γειτόνους που άκουγαν, δεν θυμάμαι τι του ’σουρα, θυμάμαι όμως ότι ενώ τον έβριζα χωρίς βρωμόλογα όμως, μόνο και μόνο επειδή ψιλοφοβήθηκα όχι ότι είμαι καλός άνθρωπος, με απείλησε ότι θα μου τρίψει το στουπί το βρώμικο στη μούρη κι ότι θα βάλει ανάποδα τη μάνικα και θα με λούσει με τα λάδια αφού πρώτα μου σπάσει το κεφάλι.
Δυσκολεύεστε να τα πιστέψετε; Κι εγώ.
Έφυγε κάποια στιγμή αυτός κι εγώ κλαίγοντας φυσικά, με απίστευτη ταραχή πήγα στο γραφείο μου. Βρήκα το τηλέφωνο της εταιρείας στο internet, ο θεός να μου κόβει δευτερόλεπτα και να τα κάνει data στο διαδίκτυο και ανέφερα το γεγονός. Ο ιδιοκτήτης της εταιρείας δεν ήταν εκεί. Μου τηλεφώνησε όμως αργότερα. Μου ζήτησε πολλές φορές συγνώμη και μου υποσχέθηκε ότι θα κάνει ό,τι πρέπει, σαν να συνέβη αυτό το περιστατικό στη μάνα του, τη γυναίκα του, την αδελφή του ή την κόρη του. Κι ότι θα με ενημερώσει. Εύχομαι κι ελπίζω να τον έχει απολύσει κι αυτός να μην μπορεί να βρει άλλη  δουλειά για το υπόλοιπο της ζωής του.
Α ξέχασα να σας πω. Ήταν Έλληνας. Πιο Έλληνας δεν γίνεται. Όχι για να μην υπάρχουν σκιές.
Στο γραφείο είχαμε δράματα. Ο Αλέξης προσπαθούσε να με ηρεμήσει με τελείως λάθος επιχειρήματα τύπου «Μη χαλιέσαι για έναν μαλάκα», «δηλαδή ρε Αλέξη αν με χτυπούσε με το αυτοκίνητο κάποιος και μ’ εγκατέλειπε  τι θα μου ’λεγες μη χαλιέσαι για έναν μαλάκα;;” «αν με πυροβολούσε κάποιος με μια σφαίρα τι θα μου ’λεγες μη χαλιέσαι για έναν δολοφόνο;;”» «Μα δεν είναι το ίδιο ρε Νάση». «Ναι ρε Αλέξη είναι το ίδιο και χειρότερο. Μια σφαίρα στην ψυχή μου δέχθηκα σήμερα». Και τότε άρχισαν τα φτερουγίσματα – έκτακτες τα λένε οι γιατροί – στην καρδιά, αίσθημα παλμών. Μαρμαρυγή το λένε στη χειρότερη μορφή του που ελπίζω να μην την έχω εγώ, χωρίς βέβαια να έχω πάει στο γιατρό. Ανάσες δυσκολεύομαι να πάρω ακόμα και τώρα που έχουν περάσει 5 μέρες. Και να σκεφτείτε ότι την προηγούμενη χάσαμε εντελώς ξαφνικά 2 σκληρούς από τον server. Τα ’φτυσαν, πώς το λένε. Οι δουλειές της ημέρας χαθήκανε κι εγώ φυσικά δεν είχαν καν το δικαίωμα να στενοχωρηθώ. Δεν μου το επέτρεψαν οι λατρευτοί μου συνεργάτες. Δε βαριέσαι, η δουλειά τους να γίνεται. (Αυτό είναι ένα κεφάλαιο από μόνο του)!!!!!!!!!
Αλλά υπάρχει και συνέχεια.... όχι πως δεν θα υπήρχε αφού ενός κακού μύρια έπονται. Νάση με λένε, μαγνήτης είμαι. Κάντε λίγη υπομονή καλοί μου άνθρωποι. Θέλω να τα βγάλω από μέσα μου γιατί θα σκάσω. Ενώ λοιπόν προσπαθούσα να ηρεμήσω από το σοκ εκείνης της ημέρας όπου εκτός των άλλων έπρεπε να ξαναφτιάξω τις μακέτες που είχα χάσει την προηγούμενη, έφυγα να πάω σούπερ μάρκετ μήπως και με το σόπινγκ θέραπι ηρεμήσω κάπως. Κατεβαίνω λοιπόν τη λεωφόρο Δημοκρατίας των Μελισσίων κι από το αντίθετο ρεύμα, σε ένα άνοιγμα της νησίδας, κάποιος κάνει αναστροφή. Αλλά όπως σας είπα σε εκείνο το σημείο η φουρκέτα απαγορεύεται. Ο οδηγός κοστουμάτος με γκρι Golf δεν χωράει να στρίψει, δεν «κόβει» το τιμόνι του κωλογκόλφ – ας με συγχωρήσουν οι φαν του συγκεκριμένου μοντέλου – και κλείνει κάθετα το δρόμο. Φρέναρα όσο πιο αποτελεσματικά μπορούσα, το abs ευτυχώς ενεργοποιήθηκε, γκρ γκρ κγρ γραν γκραν, και σταματάω μισό μέτρο πριν πέσω επάνω του. Αυτός εξακολουθεί να βρίσκεται κάθετα στο δρόμο και να μας κοιτάζει αποσβολωμένος ή έτσι τουλάχιστον νόμιζα η ηλίθια και η πανηλίθια μαζί, δύο σε ένα. Ευτυχώς τα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν πίσω μου, σταμάτησαν κι αυτά έγκαιρα και δεν είχαμε πολλαπλή καραμπόλα. Και τόλμησα η ηλίθια, που γέρασα και μυαλό δεν έβαλα, αλλά έβγαλα το κεφάλι μου από το παράθυρο και λέω «πως βγαίνεις έτσι ρε φίλε, παραλίγο να γίνει καραμπόλα, στο τσακ προλάβαμε όλοι και φρενάραμε». Ο οδηγός του αυτοκινήτου που βρισκόταν πίσω μου είχε βγάλει το χέρι του και του έκανε την κίνηση που κάνουμε όταν λέμε κάποιον «μαλάκα» αλλά όχι όχι αυτός έφυγε αλώβητος. Εγώ η πτωχή εισέπραξα για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ώρες ένα ακόμη μεγαλοπρεπέστατο «θα πεις κι άλλα μωρή, άντε γαμήσου κουφάλα». Ο.Κ. δεν με είπε δεύτερη φορά μωρή. Στρίβει το αυτοκίνητο και φεύγει. Μερικά μέτρα παρακάτω σταματάει στην άκρη και μόλις τον προσπερνάω, ψιλοβρίζοντάς τον, η αλήθεια είναι, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, άρχισε να με κυνηγάει, και να με βρίζει και να κάνει σλάλομ γιατί έμπαιναν άλλα αυτοκίνητα και του έκλειναν το δρόμο. Κι εγώ ήμουνα αναγκασμένη να στρίβω στα στενά για να του ξεφύγω. Τελικά μπήκα σ’ ένα βενζινάδικο κι εκεί οι υπάλληλοι μου έδωσαν νερό και μου είπαν να βάλουν το αυτοκίνητο στο πλυντήριο για να το κρύψουν. Αλλά εγώ έφυγα και πήγα κι έκανα τα ψώνια μου μήπως και ηρεμήσω. Αλλά μπα, και τα λεφτά μου χάλασα και θερμίδες έβαλα από τα παγωτά που έφαγα και τα φτερουγίσματα έδιναν κι έπαιρναν κι ησυχία δεν έβρισκα. Την άλλη μέρα πήγα εκδρομή αλλά ούτε αυτό βοήθησε. Και μάλλον πρέπει να πάω στον καρδιολόγο να μου ρυθμίσει τις αρρυθμίες. Εντωμεταξύ εύχομαι στον κοστουμάτο  γκολφάκια να του καούν όλα τα κοστούμια αλλά και οι γραβάτες του, να του χιλιοτρακάρουν το αυτοκίνητο και να φταίει αυτός, να πάθει λάστιχο, να του πέσει και να σπάσει το i-phone που σίγουρα θα έχει. Να τον αφήσει η γκόμενα ή ακόμα χειρότερα η γυναίκα του, να τον απολύσει το αφεντικό του, να χάσει τα κλειδιά του, και τις πιστωτικές του κάρτες, και το δίπλωμα και την ταυτότητά του. Και το πορτοφόλι του που μέσα θα έχει όλες του τις οικονομίες που μόλις θα έχει σηκώσει από την τράπεζα επειδή θα έχει φοβηθεί μήπως πτωχεύσει η Ελλάδα.
Όσο για τον άλλο με το φορτηγό; Εννοείται να πάθει κι αυτός τα ίδια και χειρότερα. Κι ό,τι άλλο τους «ευχηθείτε» εσείς οι αγαπημένοι μου φίλοι.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΒΕΡΑ. ΑΛΟΗ ΒΕΡΑ



Με λένε Βέρα. Αλόη Βέρα. Το σπίτι μου είναι μια γλάστρα. Μεγάλη, μαρμάρινη και σε καλή περιοχή. Στην πλατεία Συντάγματος. Έχω ωραία θέα γιατί το σπίτι μου είναι σε ψηλό σημείο. Πάνω σε μια κολώνα μαρμάρινη κι αυτή. Μέχρι πριν λίγο καιρό ήμουνα φυτό. Έτσι γεννήθηκα, αυτή είναι η φύση μου. Δουλειά μου είναι να παράγω χρήσιμες ουσίες για τους ανθρώπους. Κάνω πολύ καλό στους ανθρώπους. Από τότε που πρωτοδημιουργήθηκε το είδος μου έχουν γιατρευτεί πολλές αρρώστιες. Σταματάω την τριχόπτωση, φτιάχνουν από εμένα ωραίες οδοντόκρεμες, φτιάχνουν αντιηλιακά,  βιταμίνες, χάπια αντιγήρανσης, χάπια για την κούραση, κρέμες αντιβιοτικές, χαλαρωτικές, ενυδατικές, ξεμακιγιάζ, λοσιόν, σαπούνια κι ό,τι άλλο βάζει ο νους σας. Βέβαια όλα αυτά τα κάνουν συγγενείς μου. Εμένα ο δικός μου ο ρόλος είναι διακοσμητικός. Με βάλανε λοιπόν σε μια γλάστρα και μου είπαν εδώ είναι το σπίτι σου. Τόσα χρόνια που είμαι εδώ έχω μάθει πολλά για τους ανθρώπους. Τώρα όμως τελευταία αρχίζω να μην νοιώθω και τόσο φυτό. Έχω χάσει την ησυχία μου, τη βολή μου, λες κι αρχίζω να γίνομαι κι εγώ άνθρωπος. Λογικό αφού τις τελευταίες μέρες χιλιάδες άνθρωποι έρχονται και στέκονται από κάτω μου. Και λένε, λένε, λένε.... αυτό δεν με πειράζει και τόσο. Αλλά φωνάζουν, φωνάζουν κάτι πράγματα που δεν τα πολυκαταλάβαινα στην αρχή. Σιγά σιγά όμως άρχισα να τα καταλαβαίνω. Από κάτω μου κάποιοι άνθρωποι νομίζω ότι δίνουν ραντεβού, μάλλον δεν συναντιούνται εδώ τυχαία. Αστειεύονται κιόλας λέγοντας «στη γλάστρα αδελφές μου, στη γλάστρα». Δεν ξέρω, αλλά αυτές οι λέξεις κάτι σπουδαίο σημαίνουν. Μια κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά, ένας κύριος με έναν σκύλο, μια άλλη κοπέλα με γυαλιά, κι άλλη μια με γυαλιά επίσης, κι ένας κύριος με μια φωτογραφική μηχανή είναι νομίζω – που μάλλον είναι πρόσθετο μέλος του σώματός του. Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Είναι και μια κοντούλα όλο νεύρα που μαλώνει συνέχεια ένα καλό παιδί. Μα τι καλό παιδί που είναι όμως;; Πώς την αντέχει δεν μπορώ να καταλάβω.

Πολλοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους σηκώνουν τα χέρια με κάτι μικρούλια κουτάκια, μαύρα συνήθως και πατάνε κουμπάκια που κάνουν κλικ κι έχουν κάτι παραθυράκια και κει βλέπω μικρούλικα τα πράγματα που από το σπίτι μου τα βλέπω μεγάλα, κανονικά. Αυτός όμως ο κύριος έχει μεγάλο κουτί, πολύ μεγάλο, που μπροστά του έχει μια προέκταση. Αλλά κι εκεί μικρούλικα τα βλέπω όλα. Νομίζω ότι τα μικρά τα λένε «κινητά» αλλά αυτός ο κύριος το δικό του το λέει φωτογραφική μηχανή. Μιλάνε πολύ μεταξύ τους αλλά λένε τα ίδια και τα ίδια κι έτσι καταφέρνω κι εγώ και καταλαβαίνω τί συμβαίνει. Η χώρα τους λοιπόν που τη λένε Ελλάδα και πλατεία της είναι το Σύνταγμα (που μάλλον αυτό το Σύνταγμα είναι κάτι περισσότερο από πλατεία) και σ’ αυτή την πλατεία έχω εγώ το σπίτι μου, η χώρα λοιπόν αυτή είναι άρρωστη βαρειά. Φώναξαν γιατρό αλλά απ’ ό,τι κατάλαβα φώναξαν λάθος ειδικότητα. Κι αυτός ο γιατρός, που μάλλον τον έστειλαν οι κληρονόμοι να την αποτελειώσει αυτή τη χώρα κι όχι να τη σώσει, άρχισε τα φάρμακα που μόνο φάρμακα δεν ήταν αλλά μόνο δηλητήρια. Άργησαν να το καταλάβουν οι φίλοι μου που έρχονται και μου κάνουν παρέα κάθε μέρα και τώρα προσπαθούν να βρουν το σωστό γιατρό όμως αυτό τώρα πια είναι πολύ δύσκολο. Κι έτσι οι ίδιοι προσπαθούν να της δώσουν το φιλί της ζωής εγώ όμως δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουν τελικά.
Έχω μάθει πολλά απ’ αυτούς τους ανθρώπους. Αρκετά για να καταλάβω γιατί αποφάσισαν τόσο διαφορετικοί άνθρωποι να έρχονται να μου κάνουν παρέα κάθε βράδυ. Τους ευχαριστώ πολύ. Τόσα χρόνια οι χυμοί μου κάνουν καλό στους ανθρώπους. Καιρός ήταν να κάνουν κι οι άνθρωποι κάτι για μένα. 
Νομίζω πως όπου να ΄ναι θα βγάλω κι εγώ πόδια και θα κατέβω απ΄τη γλάστρα μου και θα περπατήσω και θα πάω απέναντι απ’ αυτό το μεγάλο κτίριο. Θέλω όμως να βγάλω και χέρια για να μπορώ κι εγώ να τα τεντώνω με τα δάχτυλα μου ανοιχτά όπως κάνουν κι αυτοί τόσες μέρες. Αυτό νομίζω το λένε μούτζα. Δεν ξέρω γιατί αυτή η μούντζα είναι τόσο κακό πράγμα. Σίγουρα όμως οι γειτόνοι μου στο μεγάλο κτίριο ξέρουν.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

H ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΟΥ

Δεν είμαι ρομαντική, δεν είμαι αλτρουίστρια, δεν είμαι αφελής. Είμαι η Νάση, δεν είμαι καλά και εντελώς αυθορμήτως, μετά καθόλου ωρίμου σκέψεως συμμετέχω στις συγκεντρώσεις στην πλατεία Συντάγματος. Δεν επιθυμώ να μιλήσω, δεν επιθυμώ ν' ακούσω. Δεν πηγαίνω για να χαζέψω, ούτε για να κάνω κοινωνιολογική μελέτη και δεν μ' ενδιαφέρει να μετρήσω ή να μετρηθώ. Θέλω απλώς να είμαι εκεί. Δεν πηγαίνω για νέες γνωριμίες ούτε για να φρεσκάρω τις παλιές. Ωστόσο φωτίζεται το πρόσωπό μου μόλις δω οικεία πρόσωπα. Δεν μ' ενδιαφέρει να μουτζώσω, ούτε να βρίσω. Το τί νοιώθω μέσα μου το ξέρω καλά κι εγώ, το ξέρετε κι εσείς που νοιώθετε τα ίδια.

Η μούτζα και η βρισιά πότε δεν αποτέλεσαν αποτελεσματικό όπλο για οποιαδήποτε ανατροπή. Είναι απλώς μια εκτόνωση, μια δήλωση δυσαρέσκειας κι απαξίωσης. Ό,τι πρέπει δηλαδή για πολιτικούς. Οι οποίοι - να μην το ξεχάσω - υποτίθεται πως είναι άνθρωποι τους οποίους άλλοι άνθρωποι ψήφισαν για να σέβονται εκ μέρους τους τους δημοκρατικούς θεσμούς, τους οποίους προσωπικώς σέβομαι και τιμώ. Επίσης η βουλή είναι ένα κτίριο όπου μέσα σε αυτό εργάζονται οι "εκπρόσωποί" μου. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.

Για μένα η πλατεία δεν αποτελεί συνεδρία, δεν είναι γκρουπ θέραπι, δεν είναι ψυχοθεραπεία. Χειρότερα είμαι όταν επιστρέφω σπίτι, απ' όταν ξεκινούσα. Αλλά σπίτι δεν κάθομαι. Έχω του κόσμου τις δουλειές, ακόμα χειμωνιάτικα φοράω, πέδιλο δεν έχω φορέσει αλλά σπίτι δεν κάθομαι. Έχω απλήρωτη τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ και δεν έχω πάει ακόμη στην εφορία να εισπράξω κάτι ψιλά που μου τα χρωστάει το κράτος από το 2009 αλλά ήρθε η ειδοποίηση τον Μάιο του 2011. Δεν έχω επισκεφθεί ακόμη το υποκατάστημα της κινητής τηλεφωνίας να διεκδικήσω την έκπτωση που δικαιούμαι. Έχω λεφτά να πληρώσω τους λογαριασμούς μου, δεν είναι εκεί το θέμα. Χρόνο δεν έχω αφού έχω πολλή δουλειά. Δεν με πειράζει όμως, δεν παραπονιέμαι. Καθημερινά ετοιμάζω το πρόγραμμα της επόμενης μέρας το οποίο ποτέ δεν τηρώ. Σβήνω, γράφω, ξανασβήνω, ξαναγράφω στο επαγγελματικό μου ημερολόγιο. Η εργασία είναι χαρά, το γνωρίζω πολύ καλά. Δεν την παραμελώ καθόλου. Πάντα συνεπής - και πολύ το χαίρομαι - πάντα στην ώρα μου και πολύ το χαίρονται οι άλλοι. Ιδέες κατεβάζει η κούτρα μου, όρεξη έχω και ιδέες επίσης. Δεν παραμελώ την υγεία μου, ούτε τη διατροφή μου. Καθημερινά αποφασίζω τί θα μαγειρέψω για να φάω την επόμενη αλλά τελικά τρώω κάτι άλλο. Αφού αυτό που ορέγομαι σήμερα δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα το ορέγομαι κι αύριο. Οπότε βλέποντας και κάνοντας. Πάντως τρώω. Και - προσπαθώ - σωστά.

Όπως όμως είπα και πριν πέδιλο δεν έχω φορέσει ακόμη. Τα καλοκαιρινά μου ρούχα είναι ακόμη στο πάνω μέρος της ντουλάπας, ανέβα κατέβα το σκαλάκι μου καμιά ώρα θα σκοτωθώ να ησυχάσω.

Ο λόγος που πηγαίνω στην πλατεία είναι ένας και μοναδικός. Δεν θέλω η παρουσία μου κάπως να βαρύνει – πρώτη φορά - σε τέσσερων τον ώμο (Δικαίωση, Κώστας Καρυωτάκης).

Αν τελικά βγει και κάτι ακόμη καλύτερα. Δεν θα βγει όμως. Δηλαδή εννοώ δεν θα βγει σήμερα. Αλλά τα επόμενα χρόνια, θέλω να ελπίζω πως οι νέες γενιές που ξεπηδούν τώρα, θα βρουν τον τρόπο και τον δρόμο που πρέπει ν' ακολουθήσουν για να ανατρέψουν το ζόφο και να επαναφέρουν τις αξίες μιας δημοκρατικής κι ελεύθερης ζωής. Ή να δημιουργήσουν καινούργιες αξίες που θ' ανταποκρίνονται καλύτερα στις προκλήσεις της εποχής τους.