Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Μη φοβάσαι την αγάπη... δε δαγκώνει. Είναι εκπαιδευμένη.

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.



Εσύ όμως τη φοβάσαι την αγάπη. Κι όταν τη συναντήσεις το βάζεις στα πόδια. Σαν κυνηγημένος τρέχεις όμως αυτή δε σε κυνηγάει. Να σε αγκαλιάσει θέλει, να σου δώσει τις χάρες της χωρίς συμβάσεις, χωρίς ανταλλάγματα. Κι αν καμιά φορά παρασυρθείς απ' τη μαγεία της αρρώστια το θεωρείς, ενώ ευγνωμοσύνη θα έπρεπε να νιώθεις γι' αυτό το συναίσθημα, το μόνο που δείχνει πόσο ζωντανός είσαι.... Να παρακαλάς να πάθεις αγάπη. Είναι γιατρικό χωρίς παρενέργειες.

Η αγάπη δεν είναι εχθρός σου κι όμως εσύ έτσι την αντιμετωπίζεις. Τίποτε δε θα σου ζητήσει και τίποτα δε θα σου πάρει. Θα σου δώσει πράγματα που δε φαντάζεσαι.
Η αγάπη είναι ένα καλάθι που έχει μέσα όλα τα δώρα της ζωής. Ό,τι κι αν χρειαστείς εκεί μέσα υπάρχει.
Η αγάπη είναι αέρας.... που τον αναπνέεις... είναι άνεμος που σκορπάει τις μαύρες σκέψεις, διώχνει τις γκρίζες μέρες, αραιώνει τα σύννεφα.
Η αγάπη είναι ατμός ... είναι η αύρα σου ... είναι η σκιά σου.
Είναι επίμονη. Θα σε βρει όπου κι αν είσαι να σου δώσει τα γιατρικά της. Να είσαι έτοιμος λοιπόν να την καλωσορίσεις.
Η αγάπη είναι γη... στέρεο χώμα... για να πατήσεις σταθερά και δυνατά, είναι o ουρανός τη μέρα κι ο ουρανός τη νύχτα. Είναι τ' αστέρια, το φως του ήλιου.

Είναι η θάλασσα. Η ύλη σου και η ενέργειά σου.

Το είναι σου και το μη είναι σου.

Είναι η ανάσα σου.
(Μπορείς να ξεφύγεις από την ανάσα σου;;)

Είναι το κλάμα. Είναι η πρωινή δροσιά, το θρόισμα των φύλλων του απέναντι δέντρου, είναι το γέλιο, είναι η χαρά.

Είναι το νερό που κυλάει και χάνεται και ποτέ δεν είναι το ίδιο. Έτσι κι η αγάπη. Κάθε στιγμή της  διαφορετική γι’ αυτό και πάντα φρέσκια. Το πρώτο χτυποκάρδι, η πρώτη ζάλη, το πρώτο μούδιασμα,  δείχνουν τον ερχομό της που μοιάζει με τον ερχομό της άνοιξης μετά από βαρύ χειμώνα. Η μυρωδιά της μεθυστική. Σα σπάνιο λουλούδι, σαν το πεύκο στην άκρη της θάλασσας, σαν το ξερό το χώμα μετά τη βροχή.

Και τώρα ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Δεν είμαι εγώ αυτή αλλά θα παίξω έναν ρόλο. Το ρόλο μιας άλλης (ή ενός άλλου αν προτιμάτε). Για να συνεννοηθούμε κι επειδή δεν μου αρέσει το δεύτερο πρόσωπο ....εσύ, εσύ, εσύ.... 

...εγώ λοιπόν.....

...αυτόν τον άνθρωπο (άντρα ή γυναίκα δεν έχει σημασία)....

....τον γνώρισα, τον πίστεψα... τον αγάπησα. Μέσα απ' αυτόν τον άνθρωπο, (άντρα ή γυναίκα δεν έχει σημασία) οι μέρες μου απόκτησαν χρώματα πολλά και οι νύχτες μου γεύσεις πρωτόγνωρες. Τις δικές του. Τη γεύση της λύπης του και τη γεύση της χαράς του. Τη γεύση του θυμού κι αυτήν της συγχώρεσης. Τη γεύση της φωνής και τη γεύση των ματιών του. Παρόντες και οι δύο διαρκώς σ' ένα παιχνίδι αλλαγής θέσεων. Άλλες φορές ήμουν το κενό που περίμενε αυτόν για να γεμίσει. Κι άλλες φορές εγώ ήμουν το υλικό του. Αγάπησα... και την είδα την ευτυχία καρτερικά να περιμένει. Γιατί μας ήθελε και τους δυο μαζί. Όχι καθέναν μόνο του. Η αγάπη θέλει δύο.
Όμως αυτός... αργούσε. Κάθε δυο βήματα κι έστριβα το κεφάλι να τον δω να 'ρχεται. Και όλο προφάσεις. Το 'ξερε πως η αγάπη είναι αύρα. Μας περιβάλλει κι έχει το χρώμα της και τη μυρωδιά της. Και το 'ξερα ότι ήταν αυτός φορώντας ετούτο το υπέροχο στολίδι κι αυτή την πανέμορφη φορεσιά. Γιατί αργούσε να φτάσει πλάι μου;; Γιατί αφήνουμε την ευτυχία να περιμένει;;

Γιατί φοβάται να νιώσει ζωντανός;; Γιατί αρνήθηκε την ανάσα του;; Γιατί μου στέρησε τη δική μου;;

Πού είναι τα φτερά μου;; Πού είναι το φιλί μου;; Αφού μ' αγαπάς, το ξέρω... ΤΟ ΒΛΕΠΩ. Αλλά εσύ έφυγες. Για πού;; Για τον κόσμο των ζωντανών-νεκρών; Είσαι τώρα εκεί μακριά μου, δεν θέλεις την αγάπη μου, φοβάσαι τη δική σου. ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ. Θα είσαι όμως ποτέ;;

ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ. Δεν θέλεις ν' αγαπάς, δεν θέλεις να σ' αγαπούν. Φοβάσαι. Και φεύγεις, πάντα φεύγεις.... Δεν θα γλιτώσεις όμως. Θα σε βρει η αγάπη.

Μόνο να εύχεσαι να μην είσαι μόνος σ' αυτό το ταξίδι.


Αφιερωμένο σ' αυτούς που τρόμαξαν και σ' άφησαν μόνο και μόνη.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Η εν πολλαίς αφραγκίαις περιπεσούσα γυνή Νο 2

Σήμερα θα φτιάξω αστακομακαρονάδα. Επειδή όμως έχω αλεργία στα οστρακοσκληρομαλάκια θα τη φτιάξω χωρίς αστακό. 

Λοιπόν κοιτάξτε πώς θα τη φτιάξω. Θα βράσω νεράκι με τον ίδιο τρόπο που θα το έβραζα αν είχα αστακό. Εδώ που τα λέμε το νερό ό,τι κι αν του βάλεις μέσα, ακόμα κι αν δεν του βάλεις τίποτε απολύτως με τον ίδιο τρόπο θα βράσει. Θ' ανεβάσει τη θερμοκρασία του (με την προϋπόθεση να βρεθεί πάνω σε μια θερμική εστία, κεραμική, από βακελίτη ή με φλόγα) και σε κάποια στιγμή θ' αρχίσει να κάνει μπουρμπουλήθρες. Αυτό το λένε κόχλασμα. Σ' αυτήν ακριβώς τη στιγμή θα πετούσα μέσα τον αστακό. Αν είχα....

Καθώς όμως πληκτρολογώ αυτές τις λεξούλες συνειδητοποιώ ότι μάλλον δεν πρόκειται για αλεργία, αλλά για σύνδρομο. Το σύνδρομο της άρνησης να φάω κάτι που έπεσε ζωντανό (όχι από μόνο του, καταλάθος, από ατύχημα δηλαδή) μέσα σε καυτό νερό προκειμένου να γίνει τροφή.
Τώρα θα μου πείτε ζωντανό δεν είναι το κοτοπουλάκι, το αρνάκι, το κατσικάκι, το μοσχαράκι ακριβώς ένα δευτερόλεπτο πριν τα σφάξουν;; Ζωντανό δεν είναι το ψαράκι όταν μπαίνει στις ψαροκασελίτσες για να ταξιδέψει για την αγορά και μετά για το στομάχι μας;; Δεν σας έχει τύχει στη διάρκεια των διακοπών σας να δείτε ψαράκι με μεγάλη θέληση για ζωή να ξεπετάγεται από την υπόλοιπη ψαριά;; Τσουπ τσουπ πηδάει το καημένο πάνω από τους πεθαμένους ήδη συντρόφους του προτού καν μαζευτούν από τα δίχτυα.
Είναι το ίδιο αλλά και δεν είναι. Ή εν πάσει περιπτώσει δεν μπορώ τώρα να το δω ίδιο αφενός επειδή πεινάω κι αφετέρου επειδή δεν είμαι έτοιμη ν' απαρνηθώ την τροφή από κρέας (ή ψάρι).
Βλέπετε πώς το θέτω;; Δεν λέω τη λέξη "χορτοφάγος" αφού αυτό σημαίνει ότι κάποιος τρέφεται αποκλειστικά με χορταροσαλατικά και φρούτα νωπά ή ξερά. Ο άλλος, ο μούφα χορτοφάγος, αυτός δηλαδή που δεν τρώει κρέας αλλά τρώει μόνο τα παράγωγά του, κανονικά θα 'πρεπε να λέγεται μη κρεατοφάγος. Αλλά για κάποιον λόγο που αυτή τη στιγμή αγνοώ αλλά και αυτή τη στιγμή δεν έχω διάθεση ν' αναζητήσω λέγεται και αυτός "χορτοφάγος". 

Πραγματικός χορτοφάγος δεν θα γινόμουν ποτέ. Το θέλω το τυράκι μου, το γαλατάκι μου, το γιαουρτάκι μου. Από τον άλλον το μούφα χορτοφάγο, έχω θελήσει πολλές φορές να γίνω, κυρίως λίγο πριν και λίγο μετά το Πάσχα. Αλλά και πριν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά όταν βλέπω εκείνα τα τρισχαριτωμένα γουρουνοπουλάκια κι αγριογουρουνοπουλάκια να κρέμονται από τα τσιγκέλια των κρεοπωλείων. Τα περασμένα Χριστούγεννα τέτοιο έψησα, το ομολογώ. Με αγκινάρες, κάστανα και μανιτάρια. Μούρλια έγινε. Βέβαια δεν το αγόρασα ολόκληρο (α πα πα δεν αντέχω το θέαμα), ούτε μισό (επίσης α πα πα ούτε αυτό το θέαμα αντέχω στο ταψί μου) αλλά ένα μπουτάκι μόνο του όσο να 'ναι σε ξεγελάει. Και το 'φτιαξα. Κατ' απαίτησιν των καλεσμένων μου. Που η μάνα τους δεν τους έμαθε ποτέ πως όταν είναι καλεσμένοι αφήνουν στη νοικοκυρά την ελευθερία να φτιάξει ό,τι γουστάρει, πως το τρώνε αγόγγυστα λέγοντας μπράβο και εύγε και γειά στα χέρια σας.

Τελοσπάντων αυτό είναι (μεταξύ άλλων) το σύνδρομο από το οποίο πάσχω και γι' αυτό έχω επινοήσει τρόπους να μαγειρεύω φαγάκια από τα οποία λείπει το κύριο συστατικό τους. Μύδια αχνιστά αλλά χωρίς μύδια. Γαρίδες σαγανάκι αλλά χωρίς γαρίδες. Μόνο καραβίδες στη σχάρα δεν έχω βρει τρόπο να φτιάχνω γιατί ακόμα δεν έχω βρει τρόπο να φάω μόνη της τη σχάρα χωρίς να καταστρέψω τα δόντια και το στομάχι μου.

Επίσης μου περνάει από το νου ότι ίσως (λέω ίσως) και να μην έχω λεφτά για αστακό αλλά ας μην το κάνουμε θέμα αυτό. 

Επίσης μου περνάει και κάτι άλλο από το νου, ότι ίσως έχω ταυτίσει τον αστακό με μεγαλεία και με πλούτη και με κότερα, τα οποία όχι μόνο ποτέ δεν ζήλεψα αλλά τα απέφευγα όπως ο διάολος το λιβάνι. Αφού βεβαίως η "πλουτοκρατία" που λέει κι συντρόφισα Αλέκα, δεν μπορούσε να κατεβάσει μπουκιά, δεν μπορούσε να ρουφήξει αστακόποδο αν δεν είχε καλέσει πρώτη εμένα στην παρέα της. Αλλά δεν της την έκανα τη χάρη, το πήραν κι αυτοί απόφαση, τράβηξαν το δρόμο τους κι εγώ το δικό μου. Χωρίς καμία περίπτωση να συναντηθούμε ποτέ. Αφού αυτοί έχουν στη δούλεψή τους, στο τραπέζι τους και στο κρεβάτι τους ενίοτε, ενδιάμεσους, τους "αντ' αυτού" τους λεγόμενους. Ξέρετε εσείς, αυτούς που πολλές φορές τους λέμε και "κυβέρνηση".
.....
Θα βράσω που λέτε το νεράκι (τόση ποσότητα όση να σκέπαζε σχεδόν τον αστακό αν είχα αστακό) με το γνωστό, πανάρχαιο και δοκιμασμένο τρόπο, θα ρίξω μέσα τη ντοματούλα, το πιπεράκι και το δαφνόφυλο (κι εφόσον δεν έχω αστακό να μην ξεχάσω το αλάτι) κι αφού ενσωματωθούν τα υλικά μου κι ανακατωθούν καλά καλά χάρη στο βρασμό, θα ρίξω τα μακαρόνια. Αλ ντέντε τα θέλω. Το ζουμί που θα περισσέψει επειδή μάλλον δεν θα το ρουφήξουν τα μακαρονάκια μου θα το φυλάξω γι' άλλη φορά. Στην κατάψυξη.


Καλή όρεξη.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Η εν πολλαίς αφραγκίαις περιπεσούσα γυνή


Η Λιλίκα τελικά παρά τις υποσχέσεις στον εαυτό της, τους φίλους και συνοδοιπόρους της δεν την βρήκε την άκρη εντελώς. Μέση βρήκε όμως και είπε "καλά είμαστε εδώ, άσε να δούμε". Μέτρησε τα λεφτά της, τα ξαναμέτρησε, ούτε αυξήθηκαν ούτε μειώθηκαν. Έκανε τους υπολογισμούς της, τις διαιρέσεις της, τις αφαιρέσεις της, για προσθέσεις ούτε λόγος, εννοείται ούτε για πολλαπλασιασμό. Στο μυαλό της όλα τρέχανε με χίλια, κάποια στη δική τους λωρίδα κυκλοφορίας, κάποια άλλα άλλαζαν λωρίδα τόσο συχνά όσες κι οι ανάσες της, πότε μπαίνοντας σφήνα σε άλλα θέλοντας να έχουν το προβάδισμα. Εισπνοή και πρόβλημα, εκπνοή και λύση. Σκεφτότανε ένα πρόβλημα και προσπαθούσε να βρει τη λύση του. Και τσουπ να 'σου το επόμενο πρόβλημα. Πρόβλημα, λύση; Πρόβλημα, λύση; Με ρυθμούς καταιγιστικούς τα προβλήματα έπιαναν στασίδι στο μυαλό της περιμένοντας τη σειρά τους να λυθούν. Τελικά αντί να λύνει γρίφους αποφάσισε να κάνει βαφτίσια. "Αυτό δεν είναι πρόβλημα" έλεγε. "Ούτε αυτό είναι" ξανάλεγε. Αυτά θα τα κάνω με τα κρεμμυδάκια αύριο. "Άλλη ώρα θ' ασχοληθώ με αυτό", σκεφτότανε. Άρα τί μένει;; Να λύσει το γρίφο τον πιο ζόρικο. Αν θα έχει χρήματα να πάει διακοπές. Δεν θα έχει. Άλλοι το αποφάσισαν γι'αυτήν. 

Όμως πήγε. Για να μπορεί - εκεί στις διακοπές - με καθαρό μυαλό να σκεφτεί. Να βρει τις λύσεις για όσα προβλήματα άφησε σπίτι. Ούτε αυτό έκανε όμως. "Άλλη φορά" έλεγε. Και το 'ριξε στο διάβασμα. Και ξαφνικά θυμήθηκε. "Να μωρέ γιατί δεν έχω λεφτά, δεν φταίνε οι ανθρώποι που δεν με πλήρωσαν κι ούτε ένα τηλεφώνημα δεν μου έκαναν να μου πουν να μην ελπίζω, παρότι τους είχα χιλιοπαρακαλέσει γι' αυτό". Για το τηλεφώνημα δηλαδή τους είχε παρακαλέσει, όχι για την πληρωμή. Αφού γι' αυτό το τελευταίο όσο και να παρακαλέσεις άμα ο άλλος την έχει ακάλυπτη (την επιταγή) χεσμένο σ' έχει αν θα την βγάλεις εσύ (τη ζωή).

Τα βιβλία λοιπόν έφταιγαν. Κι αφού τα αγόρασε θα τα διαβάσει. Τώρα θα μου πείτε πόσα αγόρασε η αχόρταγη;; Και πόσο άραγε κόστισαν;; Αγόρασε οκτώ και τέσσερα που είχε αδιάβαστα, σύνολο 12. "Σιγά μην καταφέρω να τα διαβάσω όλα αυτά στις διακοπές", σκέφτηκε. Δεν κόστισαν πολύ αλλά δεν την συνέφερε να το παραδεχθεί. Βόλευε να πιστεύει ότι εξαιτίας των βιβλίων δεν έχει πολλά χρήματα. Τα τρία από τα βιβλία τα διάβασε πριν την κάνει για το νησί. Στο σπίτι της. Τα άλλα στην παραλία. Τα περισσότερα μάλιστα της άρεσαν πολύ. Ειδικά αυτό του Εντουάρντο Γκαλεάνο "Ένας κόσμος ανάποδα". Γραμμένο το 1998!!!!! Νόμιζε ότι κάνουν πουλάκια τα μάτια της. "Δεν μπορεί τώρα το 'γραψε" και δώστου ξανακοίταζε τις πρώτες σελίδες. Και, μάλιστα παρακαλώ, το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο το 1998. Διαβάστε το (το συνιστώ ανεπιφύλακτα) και θα καταλάβετε. Και πού και πού θυμόταν τα προβλήματα κι έλεγε "Άλλη ώρα".

Οι διακοπές τελείωσαν, δεν είναι και για χόρταση, το πολύ το κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς.

Και γύρισε σπίτι. Σπίτι μου σπιτάκι μου και σπιτοκαλυβάκι μου, πρέπει όμως να κάνουμε και τα ψώνια μας. Κι εκεί λοιπόν που ετοιμαζότανε για το σούπερ μάρκετ τί θυμήθηκε η αφιλότιμη. Θυμήθηκε ένα από τα προβλήματά της από εκείνα όμως που δεν υπάρχει περίπτωση να βρει τη λύση του. Τουλάχιστον όχι μόνη της. Γιατί αυτού του είδους τα προβλήματα πρέπει να συνεννοηθεί(sic!) ο μισός πλανήτης για να βρεθεί λύση. Θα πάρει χρόνο. Προς το παρόν κατάλαβε ότι τα λεφτά που είχε γι' αυτό το πρόβλημα τα 'φαγε. Σε βιβλία και διακοπές. Και μη νομίσετε, όλα πολύ οικονομικά τα έκανε και μη νομίσετε ότι τα λεφτά ήταν λίγα (λίγα ήταν αλλά έφταναν). Δεν στερήθηκε τίποτε. Μπα, μια χαρά περάσανε. Απλώς για να μην ξεχνιόμαστε, του την είχαν φυλαγμένη του Υπουργού. "Από μένα αγόρι μου τα τζόκια μου θα πάρεις. Θα εισπράξεις τον λιγότερο δυνατό ΦΠΑ". Ακόμα κι αν επρόκειτο να τη βγάλουν με χόρτα. Αποδείξεις έπαιρναν από όλους. Φυσικά αφού έπρεπε να τις ζητήσουν. "Σου 'χω εγώ ένα αφορολόγητο εξασφαλισμένο, να τρίβεις τα μάτια σου".

Πήρε λοιπόν το πρόβλημά της και πήγε στο σούπερ μάρκετ. "Βρες πώς αλλάζουν οι καιροί" σκέφτηκε όταν είδε το καρπούζι κομμένο φέτες στα τελάρα. Κάποτε κοροϊδεύαμε τους ευρωπαίους και τους λέγαμε γύφτους επειδή δεν ήθελαν να αγοράσουν ένα ολόκληρο καρπούζι αφού δεν μπορούν να το φάνε άρα θα το πετάξουν. Βέβαια οι καρπουζοφέτες υπάρχουν χρόνια τώρα στα σούπερ μάρκετ κι αυτό βολεύει. Παλιότερα αγόραζε ένα καρπούζι και μετά έφερνε γύρα την πολυκατοικία. "Κράτησα όσο ήθελα, θέλετε το υπόλοιπο";; Στην αρχή την κοίταζε η γειτόνισα απορημένη. Αλλά μετά καταλάβαινε και το άρπαζε το καρπουζάκι.

Αυτή τη φορά δεν αγόρασε καρπούζι. Αγόρασε άλλα φρούτα. Και είχε και κέφια τρελά "μωρέ μη φτάσουμε στο σημείο να κόβουμε στη μέση και τα ροδάκινα να λες" σχολίασε με την υπάλληλο. Κι όταν πήγε στα ζυμαρικά της μπήκε η ιδέα να κάνει τις πλάκες της τις γνωστές. "Καλέ" φωνάζει τον υπάλληλο τον επί της τακτοποίησης "μήπως μπορείτε να μου ανοίξετε τη συσκευασία με τα μακαρόνια να πάρω μερικά;; Ένα άτομο είμαι τί να τα κάνω όλα;;". Τόμπολα ο υπάλληλος. Έχουν περάσει δυο μέρες κι αν πάτε σ' αυτό το σούπερ μάρκετ ακόμη εκεί θα τον βρείτε ακούνητο στον τρίτο διάδρομο μπαίνοντας αριστερά. Εκεί ανάμεσα στα ρύζια και τα ζυμαρικά. Τον λυπήθηκε τον χριστιανό αλλά συνέχισε "Μάλλον δεν μπορείτε ε;; Καλά θα πάω στις ελιές να πάρω 7 όσες και οι μέρες της εβδομάδας. Δεν πίνω πάνω από ένα μαρτίνι τη μέρα. Με βαράει κατακούτελα"!!! "Καλέ αστειεύομαι, αν δεν κάνουμε και λίγη πλάκα δεν περνάει η κωλοζωή". Αλλά του υπαλλήλου μάλλον του μπήκαμε ιδέες "μωρέ λες;;" Μακαρόνια πάντως αγόρασε. Δύο ολόκληρα πακέτα. Να ξεχειμωνιάσει με αυτά. Τί νομίζετε;;

Στον πάγκο των τυριών χτυπάει το κινητό της. "Πού είσαι;" "Ψωνίζω, τώρα ετοιμάζομαι να ζητήσω τριμμένο τυρί για τα μακαρόνια". "Άσε μην πάρεις, έχω πάρα πολύ στην κατάψυξη". "Καλέ μπαίνει το τριμμένο τυρί στην κατάψυξη;; Δεν το 'ξερα". "Μπαίνει και παραμπαίνει κι έχω πολύ. Βάζω το τυρί, βάζεις τα μακαρόνια;;" "Αμέ αλλά θα τα μαγειρέψουμε στο σπίτι του Αλέκου. Εγώ τα μακαρόνια, εσύ το τυρί, αυτός το ρεύμα. Και σ' αφήνω τώρα γιατί μόλις είδα ν' αχνοφαίνεται μια ακρούλα και πρέπει να την πιάσω. Τα λέμε αργότερα".