Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Του κώλου τα ευάερα

L'Empire des Lumières (η αυτοκρατορία του φωτός), René Magritte, Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Βρυξελλών
Χθες απογευματάκι, λίγο μετά τις 6. Είχα κλάψει, είχα χτυπηθεί, είχε έρθει το εκκαθαριστικό βλέπετε. Κάποιοι φίλοι είδαν τα χάλια μου στο FB, μου τηλεφώνησαν εκείνοι, σε κάποιον άλλον τηλεφώνησα εγώ. Δεν είχαμε το κουράγιο ούτε να παρηγορήσουμε ο ένας τον άλλον. Δεν έβγαινε από το στόμα μας εκείνη η ευεργετική κουβέντα που όλοι λίγο πολύ έχουμε ακούσει κι έχουμε πει: "μη στενοχωριέσαι εγώ είμαι εδώ". Τώρα δεν το λες γιατί δεν μπορείς να κάνεις και πολλά όπου κι αν είσαι. Εδώ... εκεί.... δεν έχει σημασία. Στα ίδια χάλια είσαι κι εσύ. Αλλά η ζωή - ευτυχώς - συνεχίζεται...

Φτιάχνω καφεδούμπα - φρέδο - παίρνω τσιγάρο (πολύ νωρίς για μένα που καπνίζω ένα το πρωί κι ένα το βράδυ) αλλά τελοσπάντων, λέω δε γαμιέται, τί θα πάθω αν προσθέσω κι ένα απογευματινό. 4 ευρώ το πακέτο, 20 τσιγάρα στο πακέτο, 4 δια 20 = 0,20. 0,20 τη μέρα επί 365 μέρες το χρόνο = 73 ευρώ. Σιγά τ' αυγά. Καφές, τσιγάρο, τασάκι και στη βεράντα. Ακουμπάω που λέτε στο μαρμαράκι το φαρδύ της βεράντας μου και κοιτούσα τη φύση γύρω μου. Ναι εκεί που μένω υπάρχει ακόμα λίγη φύση. Σηκώνω το βλέμμα όχι στο θεό αλλά εκεί που οι φήμες λένε ότι είναι το σπίτι του, στον ουρανό δηλαδή. 

Αχ ο ουρανός, μ' εκείνο το υπέροχο, γλυκύτατο γαλάζιο απογευματινό χρώμα, το αναποφάσιστο, να μείνω λίγο ακόμα, να μην σκοτεινιάσω ακόμα, να μείνω λίγο ακόμα παρέα τους. Απλωμένος μαλακά πάνω μας σαν ελαφριά σκέπη, σαν ασπίδα προστασίας από το υπόλοιπο σύμπαν γιατί ακόμα δεν είμαστε πολύ σίγουροι για τη μοναξιά μας. Κοιτούσα τον ουρανό και σκεφτόμουνα τί ωραία τα λέει ο Γραμματικάκης στην "Αυτοβιογραφία του φωτός": Καθώς το ηλιακό φως ταξιδεύει προς τη γη, ανακλάται στα μόρια των αερίων και τη σκόνη της ατμόσφαιρας. Η φύση της ατμόσφαιρας είναι τέτοια που ανακλά το μπλε χρώμα, την μπλε συνιστώσα του ηλιακού φωτός. (Ξέρω τώρα διαβάσατε "συνιστώσα" και θέλετε να την ....κάνετε, καθίστε όμως λίγο ντε). Κι αυτό μας δίνει το γαλάζιο του ουρανού και τις διαβαθμίσεις του γαλάζιου ανάλογα με τη γωνία που συναντούν οι ακτίνες του ζωοδότη τα σωματίδια". Ααααχχ!!! Στο φεγγαράκι, όπως ξέρουμε πια, ο ήλιος είναι μεν εκτυφλωτικός αλλά το φως που δίνει όχι σπουδαίο κι ο "ουρανός" είναι μαύρος. Δεν έχει ατμόσφαιρα το φεγγαράκι αλλά δεν μπορεί να τα θέλει όλα. Έχει την ησυχία του. Αχ φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ... γιατί θα μου το κόψουν το ρεύμα, το 'χω δει το όνειρο εγώ.

Κατέβασα το βλέμμα κι αυτό σταμάτησε στ' απέναντι δέντρα. Βρε πόσο ψήλωσε ο ευκάλυπτος. Είναι πια ψηλότερος από την απέναντι πολυκατοικία με τους 5 ορόφους. Κι η λεύκα, κι αυτή φουντωντή φουντωτή, όμως ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμά της, κάποια φυλλαράκια δειλά δειλά, δήλωναν την επιθυμία τους να φύγουν από το μάταιο ετούτο κόσμο, να κιτρινίσουν και να πέσουν για να ξεκινήσει πάλι ο κύκλος της ζωής του δέντρου... φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι... και ξανά μανά. "Άντε ντε να του δίνουμε σιγά σιγά", μου φάνηκε ότι άκουσα τα ήδη κιτρινισμένα φυλλαράκια να λένε στα συντρόφια τους. "Κάτσε λίγο ακόμα, μη βιάζεσαι, 35 βαθμούς έχει, ζέστη έχει, κάτσε λίγο ακόμα, δεν τη "βλέπεις" την κοπελίτσα απέναντι, κόκκινα τα ματάκια της. Ας μείνουμε λίγο ακόμα. Μας αγαπάει το ξέρω". 

Ξέρετε βέβαια ότι τα φυτά αισθάνονται αλλά δεν βλέπουν, εξ ου και το κοπελίτσα. Έφυγε το βλέμμα μου κι από τα δέντρα, άρχισε να κατηφορίζει προς το δρόμο και τότε ήρθε η ανώμαλη προσγείωση. Το βλέμμα μου στην αρχή κύλησε αργά κι απολαυστικά προς τα κάτω αλλά μετά άρχισε να κουτρουβαλάει.... κλοκ κλοκ κλοκ και μπουμ πέφτει στην άσφαλτο και μπουμ! τα είδα όλα!!!! κυριολεκτικά.....

Απέναντι μένει ένας κύριος (ταρίφας) και στο πεζοδρόμιο είχε παρκάρει το ταξί του. Έχει γκαράζ αλλά είχε και 4 κουβάδες νερό. Το έπλενε. Ε και;; θ' αναρωτηθείτε. Δεν χαίρεσαι που έχεις γείτονα έναν νοικοκύρη ταξιτζή;; Να σας πω λοιπόν. Ο γείτονας έπλυνε απ' έξω καλά το αυτοκίνητο και μετά, ω μετά, έσκυψε να το καθαρίσει και μέσα!!!! Ο ταρίφας έχει πολλά, πάρα πολλά κιλά που του περισσεύουν. Αλλά έχει και μια βερμούδα κοντοκάβαλη εντελώς, κι είπε να τη φορέσει ο χριστιανός και η κυρία του ψώνισε για τον καλό της μποξεράκια λουλουδάτα επίσης κοντοκάβαλα, ε να μην τα φορέσει κι αυτά ο άνθρωπος;; Τί τα 'χουμε;;

Κι εκεί που έσκυβε κάτω κάτω στο δάπεδο του ταξιού την είδα τη "λεωφόρο του υδραυλικού"!!! Και ήταν και μεγάλη και φαρδιά και σκούρα και κακάσχημη γαμώ το κέρατό μου!!!!! Αχ φεγγαράκι μου τί τον θέλεις τον ουρανό;; Καλά είσαι έτσι.

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Τα πάθη μας ....τα κάλλη μας

Εκείνη είναι ψηλή, εγώ είμαι κοντή. Εκείνη είναι μελαχρινή, εγώ αχταρμάς. Επιστημονικά αυτό λέγεται «ανταύγειες». Πάντως αν θυμάμαι καλά κι αν δεν με γελάει ο καθρέφτης μου, από μέσα είμαι καστανή κι απ’ έξω ξανθιά (καμιά φορά και το αντίθετο, όπως βολεύει). Εκείνη είναι μάνα, εγώ παρέμεινα κόρη. Όχι δική της φυσικά. Αλληνής κόρη είμαι γω. Εκείνη παλεύει με τα κύματα κι εγώ με τα θηρία (καμιά φορά και το αντίθετο, όπως προκύψει). Εκείνη έχει πάθει κι εγώ έχω μάθει (ένεκα η διαφορά ηλικίας). Εκείνη χρησιμοποιεί κακές λέξεις εγώ καταστρέφω τα υπονοούμενα (αφού μόνο εγώ τα καταλαβαίνω). Εκείνη έχει «πλούσιο λεξιλόγιο», εγώ «μα καλέ μου κύριε...» με τα σεις μου και με τα σας μου. Διαφορετικός ο τρόπος, ίδιος κι απαράλλαχτος ο κόπος (τζάμπα). Εκείνη πονάει, εγώ πόνεσα. Εκείνη πονάει ακόμα, εγώ δεν υπάρχει περίπτωση ούτε στον αιώνα τον άπαντα να το ξαναπάθω. Μόνο ο θάνατος – μακριά από μας προς το παρόν – θα με πονέσει. Τ’ ακούς;; Μόνο ο θάνατος. Βέβαια μεγάλη μπουκιά φάε αλλά μην την καταπιείς αμάσητη γιατί θα πνιγείς. Όπως εκείνη, όπως κι εγώ (κάποτε) όπως κι η άλλη (παρακάτω).
Εκείνη (η άλλη) ακόμη πιο ψηλή, εγώ το ίδιο κοντή. Σταθερή αξία. Κι εκείνη (η άλλη) μελαχρινή, εγώ το χαβά μου. Ο καταστροφέας του αλουμινόχαρτου. Κι εκείνη (η άλλη) μάνα, «εμένα δεν μ’ αξίωσε ο Θεός» λέω συνθηματικά επειδή κρατάω μυστικό το μυστικό μου, ότι δηλαδή από μικρή άκουγα φωνές «θα ‘ρθει η κρίση, θα ‘ρθει η κρίση». Νόμιζα η θεία κρίση αλλά ήρθε ετούτη. Όχι η οικονομική. Όχι, όχι η οικονομική είναι σύμπτωμα. Η άλλη κρίση ήρθε η κακιά. Η κρίση του πολιτισμού, η κρίση της ηθικής, η κρίση της κοινωνίας, η κρίση της οικογένειας, η κρίση της φιλίας, η κρίση της παιδείας, η κρίση πασών των αξιών, ε να πω και η κρίση της θρησκείας να μη μείνει κανείς τομέας παραπονεμένος. Εκείνη (η άλλη) σκέφτεται τα «συν», εγώ τα «πλην». Εκείνη (η άλλη ντε, το είπαμε αυτό) έχει βρωμόστομα που αν μένεις σε ακάλυπτο στην ακτίνα βολής της καλύτερα άλλαξε ήπειρο.
Προσπαθούσα να είμαι «καλή κι ευγενική» μαζί τους. Ξέρετε, για να μη με πάρει καμιά ξώφαλτση. Μετά δεν χρειαζόταν πια προσπάθεια. Είχα συνηθίσει και μ’ άρεσε. Κι αυτές, καλές ήσαντε, δεν έχω παράπονο. Ούτε τα έξω μας μοιάζανε, ούτε τα μέσα μας. Γι’ αυτό μου ήταν αδύνατο να μην τις συμπαθήσω.
Έτυχε να περπατήσουμε και μαζί. Εγώ στη μέση αυτές πλάι μου. Σαν αλατιέρα. Αυτές σαν τους μύλους του αλατιού και του πιπεριού (ξέρετε εκείνους τους τεράστιους που σου φέρνουνε μπροστά στα μούτρα σου σε κάτι εστιατόρια γουρμέ). Εγώ σαν τη θήκη με τις οδοντοφλυφίδες αλλά χωρίς τις οδοντογλυφίδες.
Δεν πειράζει γιατί εγώ την απόφασή μου την είχα πάρει από μικρή...
...Όταν μεγαλώσω θέλω να είμαι κοντή, ξανθιά και γραφίστρια*.




 * Δικηγόρος ήθελα να γίνω αλλά ας μην το κάνουμε θέμα.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Μη φοβάσαι την αγάπη... δε δαγκώνει. Είναι εκπαιδευμένη.

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.



Εσύ όμως τη φοβάσαι την αγάπη. Κι όταν τη συναντήσεις το βάζεις στα πόδια. Σαν κυνηγημένος τρέχεις όμως αυτή δε σε κυνηγάει. Να σε αγκαλιάσει θέλει, να σου δώσει τις χάρες της χωρίς συμβάσεις, χωρίς ανταλλάγματα. Κι αν καμιά φορά παρασυρθείς απ' τη μαγεία της αρρώστια το θεωρείς, ενώ ευγνωμοσύνη θα έπρεπε να νιώθεις γι' αυτό το συναίσθημα, το μόνο που δείχνει πόσο ζωντανός είσαι.... Να παρακαλάς να πάθεις αγάπη. Είναι γιατρικό χωρίς παρενέργειες.

Η αγάπη δεν είναι εχθρός σου κι όμως εσύ έτσι την αντιμετωπίζεις. Τίποτε δε θα σου ζητήσει και τίποτα δε θα σου πάρει. Θα σου δώσει πράγματα που δε φαντάζεσαι.
Η αγάπη είναι ένα καλάθι που έχει μέσα όλα τα δώρα της ζωής. Ό,τι κι αν χρειαστείς εκεί μέσα υπάρχει.
Η αγάπη είναι αέρας.... που τον αναπνέεις... είναι άνεμος που σκορπάει τις μαύρες σκέψεις, διώχνει τις γκρίζες μέρες, αραιώνει τα σύννεφα.
Η αγάπη είναι ατμός ... είναι η αύρα σου ... είναι η σκιά σου.
Είναι επίμονη. Θα σε βρει όπου κι αν είσαι να σου δώσει τα γιατρικά της. Να είσαι έτοιμος λοιπόν να την καλωσορίσεις.
Η αγάπη είναι γη... στέρεο χώμα... για να πατήσεις σταθερά και δυνατά, είναι o ουρανός τη μέρα κι ο ουρανός τη νύχτα. Είναι τ' αστέρια, το φως του ήλιου.

Είναι η θάλασσα. Η ύλη σου και η ενέργειά σου.

Το είναι σου και το μη είναι σου.

Είναι η ανάσα σου.
(Μπορείς να ξεφύγεις από την ανάσα σου;;)

Είναι το κλάμα. Είναι η πρωινή δροσιά, το θρόισμα των φύλλων του απέναντι δέντρου, είναι το γέλιο, είναι η χαρά.

Είναι το νερό που κυλάει και χάνεται και ποτέ δεν είναι το ίδιο. Έτσι κι η αγάπη. Κάθε στιγμή της  διαφορετική γι’ αυτό και πάντα φρέσκια. Το πρώτο χτυποκάρδι, η πρώτη ζάλη, το πρώτο μούδιασμα,  δείχνουν τον ερχομό της που μοιάζει με τον ερχομό της άνοιξης μετά από βαρύ χειμώνα. Η μυρωδιά της μεθυστική. Σα σπάνιο λουλούδι, σαν το πεύκο στην άκρη της θάλασσας, σαν το ξερό το χώμα μετά τη βροχή.

Και τώρα ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Δεν είμαι εγώ αυτή αλλά θα παίξω έναν ρόλο. Το ρόλο μιας άλλης (ή ενός άλλου αν προτιμάτε). Για να συνεννοηθούμε κι επειδή δεν μου αρέσει το δεύτερο πρόσωπο ....εσύ, εσύ, εσύ.... 

...εγώ λοιπόν.....

...αυτόν τον άνθρωπο (άντρα ή γυναίκα δεν έχει σημασία)....

....τον γνώρισα, τον πίστεψα... τον αγάπησα. Μέσα απ' αυτόν τον άνθρωπο, (άντρα ή γυναίκα δεν έχει σημασία) οι μέρες μου απόκτησαν χρώματα πολλά και οι νύχτες μου γεύσεις πρωτόγνωρες. Τις δικές του. Τη γεύση της λύπης του και τη γεύση της χαράς του. Τη γεύση του θυμού κι αυτήν της συγχώρεσης. Τη γεύση της φωνής και τη γεύση των ματιών του. Παρόντες και οι δύο διαρκώς σ' ένα παιχνίδι αλλαγής θέσεων. Άλλες φορές ήμουν το κενό που περίμενε αυτόν για να γεμίσει. Κι άλλες φορές εγώ ήμουν το υλικό του. Αγάπησα... και την είδα την ευτυχία καρτερικά να περιμένει. Γιατί μας ήθελε και τους δυο μαζί. Όχι καθέναν μόνο του. Η αγάπη θέλει δύο.
Όμως αυτός... αργούσε. Κάθε δυο βήματα κι έστριβα το κεφάλι να τον δω να 'ρχεται. Και όλο προφάσεις. Το 'ξερε πως η αγάπη είναι αύρα. Μας περιβάλλει κι έχει το χρώμα της και τη μυρωδιά της. Και το 'ξερα ότι ήταν αυτός φορώντας ετούτο το υπέροχο στολίδι κι αυτή την πανέμορφη φορεσιά. Γιατί αργούσε να φτάσει πλάι μου;; Γιατί αφήνουμε την ευτυχία να περιμένει;;

Γιατί φοβάται να νιώσει ζωντανός;; Γιατί αρνήθηκε την ανάσα του;; Γιατί μου στέρησε τη δική μου;;

Πού είναι τα φτερά μου;; Πού είναι το φιλί μου;; Αφού μ' αγαπάς, το ξέρω... ΤΟ ΒΛΕΠΩ. Αλλά εσύ έφυγες. Για πού;; Για τον κόσμο των ζωντανών-νεκρών; Είσαι τώρα εκεί μακριά μου, δεν θέλεις την αγάπη μου, φοβάσαι τη δική σου. ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ. Θα είσαι όμως ποτέ;;

ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ. Δεν θέλεις ν' αγαπάς, δεν θέλεις να σ' αγαπούν. Φοβάσαι. Και φεύγεις, πάντα φεύγεις.... Δεν θα γλιτώσεις όμως. Θα σε βρει η αγάπη.

Μόνο να εύχεσαι να μην είσαι μόνος σ' αυτό το ταξίδι.


Αφιερωμένο σ' αυτούς που τρόμαξαν και σ' άφησαν μόνο και μόνη.