Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Ω, άλλη μια ευτυχισμένη μέρα

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου (με την άδειά σας κε Μπέκετ)

Η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου είναι άλλη μια ευτυχισμένη μέρα.
Δεν έχει σημασία που το προηγούμενο βράδυ έμεινα πάλι αγκυλωμένη σε μια τρύπα που την ένιωθα όλο να στενεύει και να με τραβάει σ' ένα απύθμενο βάθος. Δεν έχει σημασία που ο ορίζοντας της ύπαρξής μου δεν ξεπερνούσε μερικά κυβικά εκατοστόμετρα. Ούτε έχει σημασία πως το μόνο που άκουγα ήταν ο εγκέφαλος που έκοβε βόλτες μέσα στο κεφάλι μου στην προσπάθειά του να βρει τρόπο να δραπετεύσει. Όμως το μόνο άνοιγμα ήταν τα μάτια, άνοιγμα όμως μόνο εισόδου με βαλβίδα ασφαλείας για οτιδήποτε προσπαθούσε να βγει από εκεί. Άδικος κόπος κι ατελέσφορες προσπάθειες, έτσι κι αλλιώς από τα μάτια ξεκινούσε ο φαύλος κύκλος με τις τραγικές εικόνες ενός άθλιου τοπίου το οποίο μετέφεραν ραδιοκύματα στα μάτια μου, επεξεργάσιμο υλικό για τον εγκέφαλό μου. Έναν εγκέφαλο ρευστό, αποδομημένο, χωρίς συνεκτική ύλη που μάταια κινούνταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα ψάχνοντας απεγνωσμένα για έξοδο κινδύνου πέφτοντας όμως διαρκώς πάνω σ' αυτό που ήθελε ν' αποφύγει.

Αυτό το σαββατιάτικο πρωινό, οι ώρες κυλούν περίπου ομαλά με τις συνήθειές μου να παίζουν πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο. Το καθυστερημένο ξύπνημα, ο καφές, το τσιγάρο, οι δουλειές που έπρεπε να κάνω, όλα σε μια ακτίνα μόλις λίγων μέτρων.

Απ' αυτήν την άποψη, Γουίνι, εγώ είμαι πιο τυχερή από σένα. Εκτός από το κεφάλι και τα χέρια μπορώ να κουνήσω και τα πόδια.
Θεωρητικά μόνο αφού πρακτικά αυτή τη δυνατότητα δεν την αξιοποίησα εντέλει. Έμεινα ακίνητη να παρακολουθώ αυτόν τον άνθρωπο που ο Θεός - μέσω των κοσμικών εκπροσώπων του - έστειλε στη γη για να μας δοκιμάσει. Έπεσα για ύπνο αλλά σκεφτόμουν ξανά και ξανά όσα ήθελα να έχω ξεχάσει κι ακόμη καλύτερα να μην έχουν συμβεί αλλά ο ύπνος δεν έχει αυτές τις ικανότητες, να ακυρώνει τα γεγονότα, να διορθώνει τα λάθη, να τιμωρεί τα εγκλήματα. Ο ύπνος είναι απλά ένα διάλειμμα ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Αυτό το μέλλον λοιπόν είναι τώρα. Άλλη μια ευτυχισμένη μέρα, η πρώτη της υπόλοιπης ζωής μου που ήδη βρίσκεται στη μέση της κι ενώ εγώ προσπαθώ ν' αγνοήσω το άδειο μου στομάχι, τον πόνο που σφήνωσε για μια ακόμη φορά στο μεσόφρυδό μου και το βουητό στ' αυτιά, που με προειδοποιεί πως αν δεν κάνω κάτι γρήγορα για όλα τα παραπάνω αυτή η μέρα δεν θα τελειώσει εύκολα. Πρέπει να φάω λοιπόν, αλλά πρώτα πρέπει να ετοιμάσω την τροφή μου. Η ώρα είναι 4.00, είναι ήδη αργά άρα πρέπει να καταβροχθίσω γρήγορα κάτι έτοιμο. Πρέπει να πιω ένα παυσίπονο επειγόντως γιατί νιώθω τον πονοκέφαλο να εγκαθίσταται με διαθέσεις μονιμότητας στο κενό που δημιουργεί το μυαλό μου στο απελπισμένο τρεχαλητό του. Και πρέπει ν' ακούσω μουσική για να καλύψω τους απόηχους από τη χθεσινοβραδινή χλαπαταγή. Το σπίτι μου δεν είναι μεγάλο αλλά πρέπει να πάρω τα πόδια μου το ταχύτερο δυνατό. Πρέπει να πλύνω τη βεράντα μου, να βάλω πλυντήριο και να κάνω την καθαριότητα στο μπάνιο του σπιτιού μου. Μέχρι το βράδυ τα θέλω όλα να λάμπουν.

Απ' αυτήν την άποψη, Γουίνι, εσύ είσαι πιο τυχερή, αφού όσα χρειάζεσαι βρίσκονται πολύ κοντά σου ώστε απλώνοντας μόνο τα χέρια μπορείς και τα φτάνεις.
Ενώ εγώ, καθηλωμένη μπροστά στην τηλεόραση χθες βράδυ, το μόνο που κατάφερνα να φτάσω ήταν το μπωλ με τα μύγδαλα που καταβρόχθιζα πιο γρήγορα κι από τα ψέματα που αράδιαζε αυτό το ανθρώπινο νετρίνο που κατάφερε να διεισδύσει όχι μόνο σε κάθε κύτταρό μας αλλά και σε κάθε γωνιά αυτού του πλανήτη και να δημιουργήσει απίστευτες αντιδράσεις οι οποίες με την ίδια ταχύτητα ξαναγύριζαν, μπούμεραγκ, στην δική μας όμως τη ζωή. Όχι στη δική του αφού αυτόν τον ίδιο και τα τσιράκια του για κάποιο λόγο, δεν τους πλησιάζει τίποτα. Δεν τους αγγίζει τίποτα. Ακόμα και η ανθρώπινη περιφρόνηση, ο ανθρώπινος θυμός και πόνος, η ανθρώπινη οργή και αγανάκτηση έχουν τη δική τους αξιοπρέπεια και αρνούνται ακόμα και να πλησιάσουν αυτόν τον άνθρωπο, αρνούνται να τον ακουμπήσουν γιατί φοβούνται ότι θα μολυνθούν από το τρομερό μικρόβιο με το οποίο τον έχουν μπολιάσει προκειμένου το ανοσοποιητικό του σύστημα να λειτουργεί μ' αυτόν τον παράξενο τρόπο. Το δικό του ανοσοποιητικό δεν κατανικά αλλά διώχνει τα μικρόβια και μολύνουν ό,τι τον πλησιάζει.

Από αυτήν την άποψη, Γουίνι, είναι καλύτερα που δεν τον αγγίζει τίποτε απολύτως. Γιατί εσύ μπορεί να έχεις συμβιβαστεί με τον περιορισμό του ζωτικού σου χώρου σε μια τρύπα που ίσα ίσα χωράει να βγει το κεφάλι σου, από ανώτερες δυνάμεις που κάποιοι τις λένε "παράλογο", εγώ όμως δεν συμβιβάζομαι με τίποτε λιγότερο από το να διατηρήσω την οργή μου και τον θυμό μου ακέραιο και στη θέση του. Και θέλω χώρο πολύ περισσότερο από μια τρύπα για να απλώσω το κουβάρι της αγανάκτησής μου και της ανάγκης μου να τα καταφέρω.

Εσύ Γουίνι, κουνάς τα χέρια και τα μάτια σου αλλά καθώς κυλούν οι δικές σου ευτυχισμένες μέρες τα χέρια σου σφηνώνουν μέσα στην τρύπα, σιγά σιγά μένεις μια ασώματη κεφαλή, τα μάτια σου κι αυτά μοιάζουν να θέλουν να παραιτηθούν, κάποια στιγμή θα αποφασίσουν να κλείσουν ερμητικά, βυθίζοντάς σε στο ολοκληρωτικό σκοτάδι.

Εγώ, Γουίνι, δεν ξέρω τί μου γίνεται. Τα πάντα επάνω μου και γύρω μου έχουν αυτονομηθεί. Δεν υπακούουν σε εντολές.

Ω, ναι, χθες ήταν άλλη μια ευτυχισμένη μέρα, που τελείωσε με μένα καθηλωμένη σε μισό τετραγωνικό μέτρο, άχρηστα τα πόδια γιατί δεν είχαν κάπου να με πάνε, άχρηστα τα χέρια γιατί δεν είχαν κάτι να φτάσουν, άχρηστα τα μάτια γιατί αυτό που έβλεπαν ήταν μια στιγμή από το παρελθόν, σ' επανάληψη άρα ενδυνάμωση, σαν ένα χαλί που αναπαράγει τα ίδια και τα ίδια μοτίβα μέχρι να καλύψει όλο το κενό της ύπαρξής μου.

Απ' αυτήν την άποψη ήμουνα σε χειρότερη θέση από σένα, Γουίνι, γιατί η μόνη αίσθηση που λειτουργούσε σε μένα ήταν η ακοή για ν' ακούω δυστυχώς μονότονους ήχους που έμοιαζαν λέξεις αλλά δεν ήταν τίποτε περισσότερο από φθόγγοι ριγμένοι τυχαία ο ένας δίπλα στον άλλο.

Ξέρεις όμως κάτι γλυκειά μου;; Όλα αυτά yesterday. Τώρα λέω ν' αρχίσω σιγά σιγά κινήσεις ξεμουδιάσματος, ασκήσεις Χουντίνι, να βγάλω τα χέρια μου από την τρύπα και να στηριχτώ επάνω τους, πρώτα οι αγκώνες, έπειτα οι παλάμες κι αφού επιστρατεύσω όσες δυνάμεις έχω να βγω ολόκληρη από τη δική μου τρύπα. Κι αν μου έχει μείνει λίγη δύναμη ακόμη να προσπαθήσω να την κλείσω την γαμότρυπα μην τυχόν και ξαναπέσω μέσα.

Και μετά να πάω ολοταχώς στο ψυγείο μου προς άγραν τροφής.

Μέχρι το βράδυ το σπίτι μου πρέπει να λάμπει. Το ίδιο κι εγώ. Με περιμένουν δουλειές με φούντες (με την καλή την έννοια).

Θα σε αφήσω τώρα Γουίνι, καλή τύχη.


Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Μια μέρα ....μα ποιά μέρα.

Η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου με βρήκε να σιδερώνω. Στο κοφίνι μέσα είχα αφήσει τσαλακωμένα όνειρα και προσπάθειες, μπερδεμένα με ασιδέρωτες πετσέτες και ασιδέρωτα σεντόνια παρόλο που αυτά τουλάχιστον μπορούσα να τα βρω στην αγορά από υλικό "ατσαλάκωτο". Αλλά μ' αρέσει το σιδέρωμα. Ισιώνω κι εγώ μαζί με το περιεχόμενο του κοφινιού. Και τότε θυμήθηκα τα μαρούλια και το κατσικάκι που είχα από την προηγούμενη το απόγευμα τοποθετήσει στο ψυγείο. Ναι, είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να του μαγειρέψω φρικασέ. Ναι, είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι κάθε καινούργια μέρα θα είναι η πρώτη. Να τη ζω λες και είναι η πρώτη. Μόνο έτσι δεν θα πέθαινε τελευταία η ελπίδα. Μόνον έτσι η εξαίρεση θα επιβεβαίωνε τον κανόνα.
Τις είχα πάρει τις αποφάσεις μου. Δεν ήξερα πώς, ούτε ήξερα γιατί. Ήξερα μόνο ότι έπρεπε να το γράψω. Γιατί scripta manent.

Την προηγούμενη μέρα διάβασα το κείμενο ενός συμπλογκαρισμένου ψηφιακού φίλου. Προφανώς για να μας τσιγκλήσει "έδειξε" ότι είχε πάρει στα σοβαρά τις παραινέσεις του Jobs να ζούμε δηλαδή την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία μας. Αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια για τον φίλο μπλόγκερ. Του είχε υπόλοιπα φυλαγμένα και προσωπικώς του εύχομαι τα υπόλοιπα αυτά να είναι μεγάλα. Όσοι το προσπάθησαν παραδέχονται πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι γιατί ασχέτως τί επεδίωκαν οι ίδιοι, η ζωή τους φύλαγε ένα δώρο-έκπληξη και τους έκλεινε πονηρά το μάτι "Ψτ, φιλαράκο ποτέ δεν θα μάθεις ποιά μέρα είναι η τελευταία σου, γι' αυτό κράτα πισινές. Μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς". Μετρητά λοιπόν τέλος, τα είχαν φάει άλλοι. Τώρα μόνο μεταχρονολογημένες επιταγές παρέα με μεταχρονολογημένες προσπάθειες με αμφίβολα αποτελέσματα. Ετεροχρονισμένες σκέψεις κι επιθυμίες. Τώρα μόνο πλαστικό χρήμα ασορτί με τα πλαστικά όνειρα και τα πλαστικά σχέδια να κρέμονται στο κοντάρι της ζωής μας όπως οι πλαστικές σημαίες σε πλατεία προεκλογικής συγκέντρωσης.

Το ξέρεις κι εσύ, αλλά το ξέρω κι εγώ πολύ καλά.
Αν είσαι ο Jobs μπορείς να λες ό,τι μαλακία σου κατέβει στο κεφάλι προκειμένου να τυφλώσεις φοιτητές που νομίζουν ότι με επιμέλεια και προσήλωση στα μαθήματά τους μπορούν να αποκτήσουν τα πλούτη σου. Αν είσαι ο Jobs έχεις την πολυτέλεια να τα βάλεις ακόμη και με το θάνατο νομίζοντας ότι θα τον νικήσεις με τους δικούς σου όρους. Δεν σου τα 'πανε όμως καλά φιλαράκο.
Γιατί αν είσαι ο Jobs έχεις το δικαίωμα να πεθάνεις όπως γουστάρεις.
Αν είσαι ......

Αν δεν είσαι όμως;; Τί κάνεις τότε;;
Να σου πω εγώ φιλαράκο τί κάνεις. Δηλαδή θα σου πω τί αποφάσισα να κάνω εγώ. Εφόσον ξέρω ότι δεν μπορώ να διαλέξω το θάνατό μου, θα διαλέξω τη ζωή μου. Και θα ζήσω την κάθε μέρα μου σα να 'ναι η πρώτη της. Η πρώτη όμως μέρα της ενήλικης ζωής μου, για τα παιδικάτα μου δεν φέρω ευθύνη.
Κάθε λοιπόν πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου θα τη ζω σαν προετοιμασία για τη δεύτερη, την τρίτη, την τέταρτη .....κ.λπ. ..... μέχρι εκείνη τη στροφή όπου μια άλλη έκπληξη θα καραδοκεί. Δυσάρεστη αυτή τη φορά.

Δεν μ' ενδιαφέρει πια που δεν θα έχω μια καλή ζωή αφού αυτό το δικαίωμα, την επιθυμία αλλά και την υποχρέωση μου την έχουν στερήσει. Δεν μ' ενδιαφέρει πια που τα λεφτά μου λιγόστεψαν τόσο πολύ, ώστε χρειάζομαι μικροσκόπιο για να δω αν έχει απομείνει κάτι. Δεν μ' ενδιαφέρει που η καθημερινότητά μου είναι ένας ανήφορος χωρίς ορατή κορυφή. Ένας ανήφορος που μου φαίνεται λες και υψώνεται στο άπειρο. Αλλά κάθε αρχή και δύσκολη λένε, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός λένε... οπότε μόλις αρχίσω να τον ανεβαίνω αυτόν τον ανηφορικό δρόμο θα έχω κάνει ένα σπουδαίο βήμα. Και τότε θα επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις ώστε η παρουσία μου ν' αποκτήσει το βάρος που χρειάζεται για να του αλλάξω την κλίση του ανήφορου. Και λίγο πιο πέρα θα κάνω στην άκρη να πάρω μια ανάσα, να κλείσω τα μάτια και να δω την κατάσταση αντίστροφα. Όπου είμαι εγώ στην κορυφή και στην άλλη μεριά ο δρόμος είναι ευεργετικά κατηφορικός. Αλλά έχει μεγάλη σημασία να με περιμένει στο τέλος ένα δίχτυ ασφαλείας.

Η πρώτη μου μέρα κύλησε εν μέρει ομαλά, μαγειρεύοντας κατσικάκι φρικασέ με μικρούλικες ελπίδες χωμένες στις καρδιές των μαρουλιών, σιδερώνοντας ρούχα που ίσως και να μη χρειαζόντουσαν σιδέρωμα, ισιώνοντας τη κατατσαλακωμένη διάθεσή μου και παρατηρώντας με θυμό τις ρυτίδες που αργά αλλά σταθερά άρχισαν να εμφανίζονται στο πρόσωπό μου. Ρυτίδες όχι από αυτές που αντιστοιχούν στις φάσεις της ζωής μου ή στις εμπειρίες μου - αυτές τις ρυτίδες τις αγαπώ και τις σέβομαι (αφού δεν φαίνονται καθόλου κιόλας) - αλλά στην απίστευτη μαυρίλα της ψυχής μου. 
Η πρώτη μου μέρα κύλησε αρκούντως ανώμαλα παραμερίζοντας ντουβάρια για να μην δώσω μια στο κεφάλι μου και το κάνω χίλια κομμάτια, σκίζοντας το δέρμα μου σε αγκάθια που ξεπετάγονταν σε κάθε γωνία της διαδρομής καθιστικό-κουζίνα - αυτό δεν μπόρεσα τελικά να το αποφύγω.
Στη διάρκεια αυτής της πρώτης μέρας παρεισέφρησαν σκέψεις και ψήγματα ψευτοαισιοδοξίας, υπολογισμοί, λογαριασμοί και μαθηματικές πράξεις με την αφαίρεση να κάνει διαρκώς παιχνίδι στο γήπεδο του μέλλοντός μου. Στη διάρκεια αυτής της μέρας έπιασα το μυαλό μου να κάνει κύκλους ομόκεντρους κι απόκεντρους και παρά τις τεράστιες προσπάθειές μου στο τέλος αυτής της μέρας δεν κατάφερα να τους τετραγωνίσω. 
Το τέλος λοιπόν της πρώτης αυτής μέρας της υπόλοιπης ζωής μου, βρήκε τα ρούχα σιδερωμένα και τακτοποιημένα στη θέση τους, το φρικασέ στο στομάχι μου και την περιδίνηση των σκέψεών μου να δίνει το ρυθμό. Κι ενώ βάραιναν τα βλέφαρά μου κι υπέκυπτα στην ακατανίκητη επιθυμία να περάσω γρήγορα στη χώρα των ονείρων, πρόλαβα να σιγουρευτώ ότι η επόμενη μέρα θα μ' έβρισκε με αποσκευές καθόλου άδειες. Πρόλαβα να βεβαιωθώ ότι μέσα στις αποσκευές αυτές είχα καλά κλειδώσει τη φαρέτρα με τα κόλπα μου και τις αντοχές μου. Κυρίως όμως πρόλαβα να σφίξω στην αγκαλιά μου το χάρτη του θησαυρού που δεν ήταν άλλος από μια ζωή ίσως όχι καλύτερη αλλά πάντως διαφορετική. Παραδόθηκα τελικά σ' έναν γλυκό ύπνο κρατώντας σφιχτοκλεισμένη τη χούφτα μου αφού μέσα σ' αυτήν είχε ήδη δημιουργηθεί ο σπόρος της επόμενης πρώτης μέρας της υπόλοιπης ζωής μου.
Έτσι θα ζω από δω και μπρος την κάθε μου μέρα, σαν να είναι η πρώτη.
Είναι να μην πάρω εγώ αποφάσεις!!
Γι' αυτό σας το λέω και σας το υπογράφω ότι εγώ - άρα κι εσείς - θα ξαναζήσουμε καλύτερα. Γιατί τόσοι σπόροι που θα έχουν εντωμεταξύ μαζευτεί είναι κρίμα να πάνε χαμένοι.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Η μυρωδιά του αυλού


Τους τελευταίους μήνες όλο και περισσότερο έρχονται στο νου μου τα "παραμύθια της γιαγιάς" που ωστόσο ποτέ δεν είχα την ευτυχία να τ' ακούσω από εκείνην που περισσότερο από κάθε άλλο πρόσωπο στο διάβα των αιώνων είχε επιφορτιστεί μ' αυτό το καθήκον. Από εκείνην που όλα τα παραμύθια του κόσμου τιμητικά πήραν τ' όνομά της "...τη Γιαγιά". Η γιαγιά λοιπόν δεν μου είπε παραμύθια, δυστυχώς ούτε η μαμά, ούτε η αδελφή. Άχρηστες όλες τους μ' άφησαν μικρό παιδί στην τύφλα μου.
Η ΓΙΑΓΙΑ...
...πολύ γριά και άρρωστη. Ο ΠΑΠΟΥΣ στον κόσμο του.
Η ΜΑΜΑ...
...νέα αλλά κολλημένη.
Ο ΜΠΑΜΠΑΣ... 
... "μανούλα" να σου εξηγήσει τί θα πει "προτσές" και "ντετερμινισμός" και "ιδεαλισμός" και "ιψενικό τρίγωνο", για τον "παπουτσωμένο γάτο" όμως ούτε κουβέντα.
Η ΑΔΕΛΦΗ πολύ μεγαλύτερη για ν' ασχολείται με το μυξιάρικο, δηλαδή μ' εμένα.  
Ν' ασχολείται ουσιαστικά γιατί κατά τ' άλλα το παιχνίδι ολωνώνε ήμουνα. Ένα χαστούκι όμως δεν μου 'δωκε κανείς σαν μ' έβλεπαν να παίρνω βιβλία από τη βιβλιοθήκη του σπιτιού εντελώς ακατάλληλα δι' ανηλίκους.
Δεν παραπονιέμαι. Παραμύθια δεν μου έμαθαν, αλλά από ιστορίες άλλο τίποτα. Ο καθένας στον τομέα του.
Η ΜΑΜΑ....
...Ιστορίες από την κατοχή! Δεν νομίζω να υπήρχε άλλο παιδάκι του δημοτικού που να ήξερε απ' έξω κι ανακατωτά ποιό μονοπάτι πήρε ο Μανώλης Γλέζος κι ο Λάκης Σάντας, παιδικοί της φίλοι, για να κατεβάσουν τη σημαία από την Ακρόπολη. Για την ακρίβεια δεν ήταν μονοπάτι αλλά μια τρύπα. Έτσι τουλάχιστον μου είχε πει η μαμά. Για ποιό λόγο να μην την πιστέψω; Τί ήμουν εγώ που θ' αμφισβητήσω την αλήθεια των λόγων της. Ένα σκατό ήμουνα. Ούτε υπήρχε άλλο παιδάκι - γι' αυτό είμαι σίγουρη - που να ήξερε για τους σαλταδόρους και για τις ευεργετικές ιδιότητες της βραστής πατατόφλουδας ή - στο πιο θρίλερ - για τα κάρα του δήμου που μάζευαν αυτούς που κείτονταν πεθαμένοι από την πείνα στην άκρη του δρόμου.
Η ΑΔΕΛΦΗ....
....Τομ Σώγιερ, Δαβίδ Κόπερφιλντ (όχι ο μάγος έτσι;;), Χόκμπερυ Φιν, Με Οικογένεια αλλά και Χωρίς Οικογένεια, Μεγάλες προσδοκίες και Όλιβερ Τουίστ μόνο ήξερε η άχρηστη να μου παίρνει δώρο στα γενέθλιά μου.
Ο ΜΠΑΜΠΑΣ είπαμε, ήτο μαρξιστής.
Δεν ξέρω πώς κατάφερα να τα μάθω τα παραμύθια. Μάλλον επειδή τα διάβαζα εγώ στην εξαδέλφη (μικρότερη) μόνο και μόνο για να μην την καταντήσω σαν τα μούτρα μου. Αυτό θέλω να το κάνω τώρα αλλά την λυπάμαι. Απ' όλα λοιπόν τα παραμύθια το αγαπημένο μου φυσικά ήταν η Σταχτοπούτα όμως ευτυχώς νωρίς νωρίς κατάλαβα ότι όλα αυτά ήταν μαλακίες.
Ξέρω πολλά παραμύθια κι είμαι και η ίδια πολύ μεγάλη παραμυθατζού - άμα θέλω - αλλά ακριβώς γι' αυτό τη "σακουλεύομαι" τη δουλειά όταν πάνε να μου πουλήσουν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Τον τελευταίο καιρό όμως ένα παραμύθι που δεν είναι ούτε από τα πιο δημοφιλή, ούτε από τα πιο χαριτωμένα μου τριβελίζει το μυαλό.
Αυτό λοιπόν το παραμυθάκι είναι "Ο μαγικός αυλός" των αδελφών Γκριμ.
Λίγα λόγια για το έργο "....σε ένα χωριό καταφθάνει ένας αυλητής που υπόσχεται στους κατοίκους να τους απαλλάξει από τα χιλιάδες ποντίκια που μαστίζουν το χωριό τους. Παίρνει λοιπόν το φλάουτό του κι αρχίζει να παίζει μια μαγεμένη μουσική που κάνει τα ποντίκια να γοητεύονται τόσο πολύ ώστε να καταφέρει να τα παρασύρει στο ποτάμι όπου και πνίγονται".
Πάνε μήνες τώρα που αυτό το παραμύθι είναι καρφωμένο στο μυαλό μου. Δυσκολευόμουν πολύ να καταλάβω το γιατί κι ούτε μπορούσα να φανταστώ τί είδους συνειρμοί το προκαλούν αυτό ή τί βιώματα είναι βαθειά θαμένα μέσα μου και τώρα ξυπνάνε σιγά σιγά. Κι όμως... όπως σας είπα παραπάνω είμαι κι εγώ μεγάλη παραμυθατζού. Και όσο πιο πολύ σκεφτόμουν το παραμυθάκι τόσο το εμπλούτιζα με άλλες εικόνες, του άλλαζα την τροπή, διαφοροποιούσα τους ρόλους, έκανα το φλάουτο άνθρωπο και τον άνθρωπο φλάουτο, τους χωρικούς ποντίκια και τα ποντίκια κατοίκους του χωριού. Σκάρωνα νοερά μουσικές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν μαγικές και να αλλάξουν τη ροή του ποταμού, την κατεύθυνση του ανέμου, το χρώμα της θάλασσας, να χαμηλώσουν τις κορυφές των βουνών, να αδειάσουν τις λίμνες, να πλημμυρίσουν τις πεδιάδες. Να σώσουν τα ποντίκια και να πνίξουν τους ανθρώπους. Και τότε σιγά σιγά το μυαλό μου άρχισαν να το πλημμυρίζουν εικόνες που τίς έβαζα κι αυτές στο παραμύθι και σιγά σιγά το παραμύθι γινόταν η απόλυτη αλήθεια μου. 
Έβλεπα τους κατοίκους του χωριού, άλλους ανεβασμένους πάνω σε τραπέζια γεμάτα αποφάγια και λερωμένα πιάτα κι άλλους σε ξέφωτα να χορεύουν ξέφρενα σαν υπνωτισμένοι. Χορούς περίεργους με μουσικές αλλόκοτες. Τους είδα αμήχανους και σαστισμένους να μην ξέρουν τί να κάνουν όταν ξαφνικά σταμάτησε η μουσική και κείνοι να μένουν ακίνητοι στην τελευταία πόζα του ξέφρενου χορού τους. Ακίνητοι άνθρωποι που δεν μπορούσαν να στρέψουν ούτε το κορμί ούτε το κεφάλι κι έμειναν να κοιτάζουν μ' έναν τραγικό τρόπο το κενό. Σαν να είχε αποκτήσει αυτό το κενό περιεχόμενο, διαφορετικό για τον καθένα. 
Σταμάτησε η μουσική έτσι ξαφνικά. Αλλά αυτοί ήξεραν μόνο να χορεύουν χωρίς να έχουν ποτέ καταλάβει ότι αυτή η μουσική είχε ξεκινήσει μόνο και μόνο για να ορίσει τα βήματα αυτού του περίεργου χορού που στην ουσία ήταν τα βήματα της ίδιας τους της ζωής την οποία όμως δεν αναγνώριζαν. Η ορχήστρα, τόσο διαφορετική κάθε φορά αλλά και τόσο ίδια, με τη μουσική της τους μαγνήτιζε για να τους τραβήξει στα μονοπάτια της λήθης και της αδιαφορίας. Όπως στο παραμύθι που ο αυλητής με το φλάουτό του παρασέρνει τα ποντίκια για να σωθεί το χωριό. Αλλά τώρα η μουσική δεν είναι μαγική και δεν θα σώσει τους ανθρώπους από τα ποντίκια. Τα ποντίκια είναι αυτά που πρέπει να σωθούν σ’ αυτό το αληθινό παραμύθι γι’ αυτό πρέπει οι άνθρωποι να πάψουν να σκέφτονται, να μην έχουν κρίση, να μην παίρνουν πρωτοβουλίες, να είναι ανίκανοι ν’ αποφασίσουν οι ίδιοι πώς θέλουν να είναι η ζωή τους κι εντέλει να καταλήξουν στο ποτάμι της απελπισίας και να πνιγούν. Τι ήταν η ζωή γι’ αυτούς τους ανθρώπους;; Δεν ήξεραν, δεν αναρωτήθηκαν ποτέ. Κι όταν τελικά σταμάτησε η μουσική, έσβησαν τα φώτα της σκηνής της ζωής τους, η ορχήστρα άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Γιατί έπρεπε να πάει να παίξει αλλού. Είχε κι άλλους ανθρώπους ν' αποχαυνώσει.

Εμένα βέβαια όλο αυτό δεν μου φαίνεται και τόσο ...παραμύθι. Μου μυρίζει πραγματικότητα.