Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Παιδία τέχνας κατεργάζεται (γειτονική σύνταξις)

Αγαπώ τα παιδιά. Αλλά πιο πολύ αγαπώ τα παιδάκια. Κι ακόμη περισσότερο τα μωρά ή τα σχεδόν μωρά. Δεν έχω δικά μου αλλά μάλλον αυτό το επέλεξα ακριβώς επειδή τ' αγαπώ. Παράδοξο ε; Αφού λοιπόν δεν με ταλαιπώρησε ποτέ κανένα από αυτά τα αξιολάτρευτα τερατάκια έχω απίστευτη υπομονή, αντοχή κι εφευρετικότητα για να τα κρατώ σε κατάσταση ηρεμίας. Επίσης έχω κι ένα βλέμμα "κεραυνό" που εγώ η ίδια βέβαια δεν μπορώ να το δω απευθείας, όπως κανείς άνθρωπος δεν μπορεί ο ίδιος να δει το βλέμμα του όπως φτάνει σε κάποιον άλλον κι όπως έγραφα παλιότερα εδώ. Το βλέπω όμως εξ αντανακλάσεως στο ύφος του μικρού παιδιού το οποίο εγώ κοιτάζω αυστηρά ή θυμωμένα.
Για την ακρίβεια δεν βλέπω πια ένα "ζωντανό" παιδάκι με σάρκα και οστά αλλά ένα γλυπτό πάγου κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του παιδακίου.

Έχω γειτόνους μια πολύ καλή οικογένεια. Έχουν ένα κοριτσάκι 6-7 χρονών περίπου. Εξαιρετικό παιδάκι, όπως όλα τα παιδάκια. Όσο ήταν μικρούλι το άκουγα που έπαιζε στη βεράντα τους, με κραυγούλες, γελάκια, γκρινίτσες, φωνούλες... όλα σε υποκοριστικό βαθμό -ίτσες, -ούλες, -άκια... άρα διόλου ενοχλητικές εκφράσεις, του πώς αντιλαμβάνεται τον γύρω κόσμο του αλλά πολύ ενδιαφέροντες τρόπους συμμετοχής του στα ελάχιστα δρώμενα που το αφορούν πέρα από μαμ, κακά και νάνι. Ηχητικά ντοκουμένα υψηλοτάτης μεν κλίμακας κι έντασης - αφού αργεί πολύ στον άνθρωπο ν' αναπτυχθεί το περίφημο "volume" - δηλωτικά δε του τρόπου με τον οποίο επιχειρεί να εκφράσει τα συναισθήματά του για ό,τι βιώνει ως μικρό παιδί.

Το κοριτσάκι αυτό εδώ και δύο σχεδόν χρόνια απέκτησε έναν αδελφούλη. Ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ κοντεύει να στείλει στο τρελλοκομείο όλη του την οικογένεια. Την μαμά του κατά προτεραιότητα, τον μπαμπά του αμέσως μετά και τελευταία αλλά όχι έσχατη, οπωσδήποτε πάντως και την επτάχρονη αδελφούλα του. Κι επειδή δεν υπάρχει τρελλοκομείο για παιδιά το κοριτσάκι θα βρεθεί στο έλεος συγγενών, φίλων και γνωστών.
Ο αδελφούλης αυτός, δεν υπάρχει στιγμή της ημέρας που να μην σκούζει/γκρινιάζει/κλαίει δυνατά/χτυπιέται/φωνάζει/σπάζει οτιδήποτε μπορεί να σπάσει/γκρεμίσει και είναι σε ακτίνα βολής του, τρέχει με ταχύτητα που αγγίζει αυτήν του φωτός αλλά κυρίως δεν θέλει να κοιμάται. Όπως είναι επόμενο η ιώβεια υπομονή των γονιών του κάποια στιγμή εξαντλείται όπου αφού μεσολαβήσει ένα τεράστιο διάστημα που ο μικρός λυμαίνεται το σύμπαν ακούγεται κραυγή απόγνωσης θηλυκού είτε αρσενικού γένους. Το κοριτσάκι απλώς κλαίει με παράπονο γιατί ή θα της έχει τραβήξει τα μαλλιά, είτε θα της έχει πετάξει κάτι στο κεφάλι, είτε θα την έχει δαγκώσει.

Όχι, όχι δεν ζω μαζί τους απλώς το διαμέρισμά τους και κυρίως η βεράντα τους είναι πολύ κοντά στο τμήμα εκείνο του σπιτιού μου που περνώ αρκετή ώρα κι εγώ. Δεν ενοχλούμαι, αν και καμιά φορά τρομάζω, όχι από το παιδί - αυτό το έχω ψιλοσυνηθίσει - όσο από την κραυγή της μαμάς ή του μπαμπά που θα ακουστεί όταν πια δεν έχουν άλλη αντοχή και η προσπάθεια να το απασχολούν με διάφορους έξυπνους και δημιουργικούς τρόπους δεν έχει κανένα αποτέλεσμα. Εκείνο που στην πραγματικότητα τρέμω είναι μήπως καμιά φορά ακούσω κανέναν γδούπο... προς την πυλωτή γιατί άνθρωποι είναι κι αυτοί ρε γαμώτο...

Πριν λίγο καιρό λοιπόν, άκουγα απελπισμένο τον μπαμπά που έλεγε στην σύζυγό του "δεν αντέχω άλλο, φύγε από τη δουλειά κι έλα να τον πάρεις, θέλω να δουλέψω, περιμένει το αφεντικό την μελέτη δεν έχω κάνει τίποτα, θα με γαμήσει ο τύπος, θα με γαμήσει". Η σύζυγός του προφανώς δεν μπορούσε να φύγει από την δουλειά της και προκειμένου να γαμήσει τον γείτονά μου το αφεντικό του είπα ν' αναλάβω εγώ δράση.

Μια και δυο του χτυπάω το κουδούνι - έχω το θάρρος - "γειά σου, άθελά μου άκουγα κι είπα να βοηθήσω, να κρατήσω τον μικρό απασχολημένο". Τρελλάθηκε ο μπαμπάς, σταυροκοπιότανε, σημασία δεν μου 'δωσε "κάνε ό,τι σε φωτίσει ο θεός" μου είπε.
Πήρα τον πιτσιρικά από το χέρι, τον έβγαλα στο μπαλκόνι κι άρχισα να τον ρωτώ άχρηστα πράγματα και να του εξιστορώ ακόμη πιο άχρηστα. Για την επόμενη μισή ώρα ο μπόμπιρας δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει από που του 'ρθε αυτό το ξαφνικό και με παρακολουθούσε αμίλητος, ακούνητος κι αγέλαστος. Μόλις πήγαινε να μου ξετσουτσουνέψει και να μου πετάξει καμιά μπουλντόζα στο κεφάλι τάχα μου ότι την έφερνε να μου την δείξει, τον αποπροσανατόλιζα εντελώς δείχοντάς του άσχετα πράγματα που αυτό το τσαμένο πριν γυρίσει να δει δεν ήξερε ότι ήταν άσχετα και τσιμπούσε. Μόλις πέρασε ένα τέταρτο ακόμη ο γείτονας βγάζει το κεφάλι του στη βεράντα και λέει:
- Ζει;

Επειδή τα βεράντια θέματα κόντευαν να εξαντληθούν κι έβλεπα το πιτσιρίκι να έχει οπλίσει κανονικά τον πήρα στο διαμέρισμά μου. Έπαθε έναν ντουβρουτζά, δεν είχε ξανάρθει, έσπασε και κάτι αλλά ο τρόπος που του μίλησα δεν άφηνε περιθώρια για ...παρεξηγήσεις εκ μέρους του. Τον πήρα από το χέρι, βρήκαμε την κόλλα και κόλλησα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του αυτό που μου έσπασε. Έτσι πέρασε άλλη μισή ώρα και μετά είπα να τον πάω μια βόλτα στην πυλωτή προτού τον επιστρέψω.
Κάτω στον κήπο του έλεγα ιστορίες από την κατοχή, τη χούντα, το πολυτεχνείο, το πασόκ και τα μνημόνια... Το παιδάκι είχε αποσβολωθεί. Εκείνη την ώρα χτυπάει το κινητό μου. Ήταν ο μπαμπάς του που ρωτούσε:
- Ζεις;

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Apodemy

«Ο Πλάτωνας παρομοιάζει την ανθρώπινη ψυχή με κλουβί και τη γνώση με πουλιά που πετούν φυλακισμένα μέσα του. Τη στιγμή που γεννιόμαστε το κλουβί αυτό είναι άδειο όμως καθώς μεγαλώνουμε συλλέγουμε τέτοια πουλιά και τα φυλακίζουμε στο κλουβί της ψυχής μας για μελλοντική χρήση. Όταν θέλουμε πρόσβαση στη γνώση που έχουμε ήδη αποκτήσει στη διάρκεια της ζωής μας βάζουμε το χέρι μας στο κλουβί, αρπάζουμε ένα πουλί αλλά πολλές φορές μπορεί να είναι λάθος η επιλογή αυτή, να πιάσουμε δηλαδή το λάθος πουλί.

Η Ορνιθολογία χρησιμοποιεί τον όρο "Zugunruhe" (Zug=μετακίνηση, μετανάστευση) and Unruhe=άγχος, ανησυχία) για να περιγράψει την ταραχώδη συμπεριφορά των πουλιών πριν την μετανάστευσή τους. Αυτές οι δύο καταστάσεις, τα πουλιά που κατοικούν μέσα στην ψυχή μας και η αγωνία του πουλιού που μεταναστεύει αποτέλεσαν την έμπνευση για το παραπάνω φιλμ ενώ ταυτόχρονα αγγίζει το θέμα της μετανάστευσης.


Ένα κοπάδι πουλιά περιτριγυρίζει και κινεί ένα όχημα-κλουβί το οποίο ψάχνει διαφυγή από μια πόλη μισοτελειωμένη κι εγκατελειμένη διασχίζοντας δρόμους κατακερματισμένους από τμήματα γκρεμισμένων αγαλμάτων. Αυτά τα τμήματα/χέρια συμβολίζουν την αναζήτηση της γνώσης και τους ήρωες/αρχηγούς/σύμβολα του παρελθόντος που ενώ έχουμε απορρίψει εξακολουθούν να μας κυνηγούν.»
 



Η Κατερίνα Αθανασοπούλου δημιουργεί ένα φιλμ ορμώμενη από την σημερινή ζοφερή πραγματικότητα μιας κοινωνίας αποτελούμενης από ανθρώπους οι οποίοι έχουν σταματήσει να ονειρεύονται επειδή τους λείπει η τόλμη κι όχι τα ερεθίσματα, ενώ βιώνουν μια πραγματικότητα που τους υπερβαίνει, μια ζωή που δεν επέλεξαν, όμως εγκλωβίστηκαν σε αυτήν, μιας κοινωνίας με ανθρώπους που αποκαθηλώνουν ήρωες βάναυσα και βιαστικά, μέσα σε μια αίσθηση διαρκούς προδοσίας. Μέσα σε μια σχεδόν παρανοϊκή εμμονή ότι «βαλλόμαστε από παντού, ότι όλοι θέλουν να μας αρπάξουν αυτό που μας ανήκει». 

Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι αυτοί, άπολεις πολίτες, παρατηρούν αποσβολωμένοι θεατές το κοινωνικό γίγνεσθαι ερήμην τους, αποδεχόμενοι παθητικά μια δήθεν "άνωθεν" τιμωρία, καφκικές φιγούρες χωρίς όμως την τραγική κρούστα της φιλοσοφικής έννοιας του μετέωρου ανθρώπου αλλά με την γύμνια ενός υποταγμένου και κυριολεκτικά χαμένου κι αδιάφορου όντος. Που ωστόσο, ενώ νιώθει ανυπεράσπιστος και καταπιεσμένος, δεν διαθέτει - προς ώρας - εκείνη τη γνώση/συναίσθηση και οξυδέρκεια που θα τον καταστήσει ικανό να διαλέξει από τα αποθέματα της γνώσης του το σωστό πουλί, να το απελευθερώσει και ακολουθώντας το να απελευθερώσει και την δική του ύπαρξη οδηγώντας την στους δρόμους της ανακούφισης από τα δεινά του και της αποτίναξης των δεσμών του.


Η Κατερίνα Αθανασοπούλου είναι η digital artist που έλαβε το φετινό Lumen Prize, το κορυφαίο βραβείο στον χώρο των ψηφιακών τεχνών σύμφωνα με τον Guardian. Το έργο της «Apodemy» (αποδημία) επικράτησε ανάμεσα σε 700 έργα από 45 χώρες που συμμετείχαν στον φετινό διαγωνισμό.


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Μια μέρα στο Μουσείο

Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
Μαλλιά... ✓
Μακιγιάζ (λέμε τώρα)...
Άρωμα... μην τυχόν συναντήσουμε στο metro την κα Υφαντή και δεν μας ξεπλένει τίποτε μετά (κάποιοι θα καταλάβετε)...
Ντύσιμο (φθινοπωρινό)
Καπαρντίνα (μαύρη)...
Μπότες (από τώρα ρε γαμώτη;)...
Γυαλιά... λεφτά ... κινητό...

ΦΥΓΑΜΕ....

Κίνηση; Μπα... κόλαση πες καλύτερα.
Όχι καλέ μέσα στο metro. Κίνηση είχε στην Κηφισίας μέχρι να πάω με το αυτοκίνητό μου στο metro. Να τα εξηγούμε αυτά. Όχι σαν την βοηθό που της τηλεφωνώ να την ρωτήσω πού ακριβώς βρίσκεται και σε πόση ώρα θα 'ρθει γιατί πρέπει να φύγω κι ενώ ακούω τον θόρυβο του ηλεκτρικού (τακ τουκ τακ τουκ κι όχι πια τσαφ τσουφ) εκείνη μου απαντάει "έχει μια κίνηση φοβερή"! Άει στο καλό... πλάκα έχει...

Είχα συναντήσεις με αρχαιολόγους/επιμελητές σε γνωστό μεγάλο Μουσείο της πόλης μας για το οποίο εργάζομαι τους τελευταίους μήνες.
Μελαγχολικός καιρός, μελαγχολικά βήματα, στρίβω στη γωνία και ώωωωωωπ πέφτω πάνω σε ένα δημοτικό σχολείο... Όχι στο κτίριο... στους μαθητές του. Μάλισταααα.... τα πιάσαμε τα λεφτά μας.
Παίρνω βαθειά ανάσα, βουλώνω τ' αυτιά και χαμογελαστή (μη με πουν και ξινή) προσπερνώ. Τα παιδάκια όμως μ' ακολουθούσαν σαν ουρά... τιτιβίζοντας (τρττττττττ τρρρρρτττττ.... ααααα....ιιιιιιι.....εεεεεε... ααιεεετριτττττρττττ)... πλάκα είχε...
Αλλά δεν είχε καθόλου πλάκα όταν διαπίστωσα ότι θα έμπαιναν στο Μουσείο!!! Να 'ναι καλά οι δάσκαλοί τους βέβαια... Έτσι, από μικρά να μαθαίνουν στις αντιθέσεις του πνεύματος/γράμματος και της πραγματικής ζωής.

Όταν διάβηκα την είσοδο και πήγα στη συνάντηση που είχα, ένιωσα σαν να μπήκα σε σκουληκότρυπα που τσακ μπαμ με μετέφερε σε ένα άλλο σύμπαν. Ακόμη κι ο καφές και το κρουασάν έμοιαζαν διαφορετικά, αλλιώτικα... πιο ήρεμα, αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο για τρόφιμα ή/και ποτά. Ησυχία παντού... βλέπετε η ώρα του κοινού δεν είχε έρθει ακόμη κι έτσι το σχολείο περίμενε έξω. Στη διάρκεια της συζήτησης με τους εξαιρετικούς ανθρώπους συνειδητοποίησα πως σε αυτό το άλλο σύμπαν ασχολούνται με τον πολιτισμό!!! Αγωνιούν για μια έκθεση που προγραμματίζουν!!! Διαβάζουν και ξαναδιαβάζουν, σβήνουν και ξαναγράφουν, κόβουν και ράβουν κείμενα ώστε να είναι όπως τα θέλουν (και να ταλαιπωρούν εμένα). Συνδέουν ποιητές κολοσσούς με ιστορικές περιόδους, ιστορικούς γίγαντες και μυθολογικά δημιουργήματα. Αναρωτιούνται τί θέλει να πει ο ποιητής (ο Καβάφης εν προκειμένω) και εικάζουν περί αυτού. Τί περίεργα κι αλλόκοτα όντα είναι αυτά!!!

Μιλάμε σιγά αλλά και δυνατά αναλόγως το θέμα. Εκείνη την ώρα, για κανέναν μας, δεν υπάρχει η χώρα κι η κατάντια της (είπαμε βρισκόμαστε αλλού), δεν υπάρχει η κυβέρνηση και τα μνημόνιά της, δεν υπάρχει η χρυσαυγειάδα και οι παραφυάδες της, δεν υπάρχει η τηλεόραση και η προπαγάνδα της, οι τατιάνες και η σαπίλα τους. Είναι ένας άλλος κόσμος. Που σκύβει με αγάπη στο χθες για να χαράξει με φροντίδα σήμερα την πορεία για ένα καλύτερο αύριο. Ανεβοκατέβαινα τους ορόφους και κοίταζα τα εκθέματα, με άλλο μάτι όμως τούτη τη φορά, όχι αυτό της επισκέπτριας, αλλά αυτό της χρωματικής επεξεργάστριας (δικός μου ο όρος) εφόσον έπρεπε να κάνω με το μυαλό μου "screenshot" τα αντικείμενα και να φροντίσω να παραμείνει η εικόνα τους κλειδωμένη μέσα σε αυτό ώστε να κάνω τις απαραίτητες ψηφιακές χρωματικές διορθώσεις όταν θα έφτανα στο γραφείο. Εγώ βέβαια πολύ θα ήθελα να πάρω τα εκθέματα μαζί μου ...για καλύτερη επεξεργασία... καταλαβαίνετε... αλλά επειδή σιγά μην τα ξανάβλεπαν, δεν μου τα έδωσαν!!! (αν είναι δυνατόν, τί ζητάω κι εγώ ε;).

Σε αυτά τα πάνω-κάτω λοιπόν - είχε ήδη ανοίξει το μουσείο για το κοινό - είδα το δημοτικό που λέγαμε αλλά κι ένα άλλο δημοτικό που είχε έρθει εν τω μεταξύ. Και λέω "είδα" γιατί - ω ναι - δεν άκουγα!! Μόνον ο δάσκαλος ίσα που ακουγόταν ενώ εξηγούσε ψιθυριστά στα παιδιά τί βλέπουν. Είδα επίσης "ξένους"/τουρίστες επισκέπτες. Είδα ακόμη κι έλληνες επισκέπτες (αργόσχολους προφανώς!!!) και βεβαιώθηκα πως έχω φύγει για τα καλά από αυτή τη χώρα στης οποίας τα εδάφη κι όχι μόνο βρέθηκαν όλα αυτά τα εκθέματα τα οποία είχαν δημιουργηθεί από προηγούμενους και σαφώς πιο αξιόλογους κατοίκους κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της.

Μετά από μερικές ώρες πήρα τον δρόμο της επιστροφής πανήρεμη κι ευτυχής. Βρήκα - αν και μεσημέρι πια - ένα ακόμη πεντακάθαρο metro, μπήκα σ' ένα άνετο κι επίσης καθαρό βαγόνι, οσμίστηκα πανδαισία αρωμάτων, σαπουνιών κι άφτερ σέιβ, χάζευα τα outfit των νεαρών κυρίων αλλά παρατηρούσα σχολαστικά τα outfit των δεσποινίδων ώστε να ενημερωθώ για τις νέες τάσεις της μοδός, να πάρω ιδέες και να τις εφαρμόσω επάνω μου αφού βεβαίως τις προσαρμόσω στην ηλικία μου και το παρουσιαστικό μου. Pas mal. Οδήγησα μετά χαλαρά κι είχα σχεδόν ξεχάσει τα βάσανα και τα προβλήματά μας. Στο μυαλό μου δεν είχα χώρο για φόρους, χαράτσια, ασφαλιστικές εισφορές κι άλλες υποχρεώσεις που υπάρχουν ούτε είχα έννοια για χρήματα εν γένει που όμως δεν υπάρχουν. Δεν επέτρεψα να εισχωρήσουν σε αυτό θεωρίες και "φιλοσοφίες" (κι αγωνίες) για τα έξοδα που αυτοτελώς και μονομερώς, ακούραστα, αβάδιστα κι ανεμπόδιστα αυξάνονται καθημερινά εν αντιθέσει με τα έσοδα που πρέπει να κοπιάσω πάαααρα πολύ για να τα αποκτήσω (και αν...). Εξάλλου κι η επομένη ...μέρα ήταν. Έφτασα στο γραφείο μου πεινασμένη (ως συνήθως) αλλά σε άριστη ψυχολογική κατάσταση και με ηθικόν ακμαιότατον κι αφού τάισα το στομάχι μου ξεκίνησα τη δουλειά. Όταν αργά το απόγευμα επέστρεψα σπίτι, άρχισα τα μπωτέ μου, σε μια προσπάθεια αναστήλωσης κι ανακαίνισης (ή αναπαλαίωσης... ό,τι θέτε, χατίρι δε χαλώ) αφού κοιτώντας τον εαυτό μου στον καθρέφτη τον είδα κάπως έτσι...

Τελικά αποφάσισα να σιδερώσω (μου αρέσουν οι λάιτ δουλειές του σπιτιού, δρουν επάνω μου χαλαρωτικά κι αγχολυτικά) και για ...παρέα/θόρυβο άνοιξα την τηλεόραση πάνω ακριβώς στην ώρα που ξεκινούσε η τηλεοπτική προπαγάνδα που κατ' ευφημισμόν ονομάζουμε "ειδήσεις". Δεν περιγράφω άλλο...