Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Πέρα απ' αυτό το σημείο το εισιτήριό σας δεν ισχύει πια*.

A Cry For Help by Nick Woolley

Κοιμόμουν.
Αλλά σαν μέσα σε όνειρο αυτοί οι χτύποι ακούγονταν θαρρείς σαν λέξεις στην προσπάθειά τους να αφηγηθούν μια ιστορία. Εγώ όμως ήθελα να κοιμηθώ κιάλλο, βαριόμουν τις ιστορίες.
Ίσως να είναι απλώς οι χτύποι της καρδιάς μου, σκέφτηκα. Αλλά μήπως κι η καρδιά με τους χτύπους της πάντοτε ιστορίες δεν αφηγείται; Τις βαριόμουν και αυτές αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς από το να ακούω την καρδιά μου να μιλά αργά και βασανιστικά, αφού αν έκλεινα τ' αυτιά μου θα πέρναγα σε άλλη διάσταση. Εκεί που ο χώρος και ο χρόνος έχουν συμφιλιωθεί ενώνοντας τη διαστασιακή τους διαφορετικότητα σε μία και μοναδική υπόσταση: αυτήν της μη ύπαρξης σε όρους γήινους, ορατούς, απτούς.
Ίσως να είναι σταγόνες βροχής πάνω στα τζάμια αλλά μήπως κι αυτές δεν εν(υπο)δύονται σχεδόν πάντα τον ρόλο του αφηγητή; Και λέω "σχεδόν" γιατί τις φορές που υπολείπονται του "σχεδόν" οι σταγόνες της βροχής ενδύονται και δεν υποδύονται τον ρόλο του εξαγνιστή ή του αφυπνιστή ή και του προπαγανδιστή ακόμη.
Ο ρυθμός των χτυπημάτων πότε αποφασιστικός και πότε διστακτικός. Η ροή των χτυπημάτων πότε συνεχής και πότε διακεκομμένη. Τα τακ τακ τακ τακ πότε με βηματισμό εν δυό - εν δυό και πότε με δυναμισμό εν δυό τρία μαρς. Μαρς; Μήπως είναι σήματα μορς; Ε και; Εγώ δεν ξέρω να "διαβάζω" σήματα μορς. Μήπως να ξυπνήσω; Μπα... άσε... ό,τι είναι να ειπωθεί, θα ειπωθεί. Ό,τι είναι να ξεπλυθεί, θα ξεπλυθεί. Κι ό,τι ΠΡΕΠΕΙ να αφυπνιστεί θα συνεχίσει ακάθεκτο τον ύπνο του δικαίου. Γιατί σαν τον ύπνο τίποτα. Φάρμακο λέμε. Καταφύγιο της ψυχής. Ή λούφαγμα... κρυψώνα στη σιγουριά του ασυνείδητου. Στην ασφάλεια του δίπολου "συνειδητό-υποσυνείδητο". Με την πλάστιγγα να γέρνει επικίνδυνα προς το υποσυνείδητο-κουκούλωμα-υπεκφυγή — που πολλές φορές
κατ' ευφημισμό το ονομάζουμε "άμυνα" ή "αυτονόητο" — και πολλές φορές να εξοστρακίζεται στη σφαίρα του "ΔΓΔΑ".

Ξύπνησα.
Από τις γρίλιες έμπαιναν μικροσκοπικές αλλά λαμπρότατες δέσμες φωτός.
Άρα δεν έβρεχε.
Το σπίτι ήταν άδειο (πλην εμού). Άρα δεν υπήρχε κάποιος άλλος που μου μιλούσε.
Η καρδιά μου ήταν στη θέση της — ευτυχώς — άρα ζούσα, περιχαρακωμένη όμως στις τέσσερις μέχρι στιγμής γνωστές διαστάσεις: μήκος, πλάτος, ύψος, χωροχρονικό πλέγμα.

Τότε; Μήπως παραμιλούσα εγώ στον ύπνο μου; Και τί έλεγα άραγε;
Ναι αλλά οι χτύποι συνεχίζονταν. Δεν είχα λοιπόν παρά να τους ακολουθήσω και να φτάσω στην πηγή τους.
Είπα όμως πρώτα τα φτιάξω καφέ. Ν' ανοίξει το μάτι, δηλαδή το μυαλό.
Ωπ!!! για να φτάσω στην κουζίνα έπρεπε να περάσω από το "γραφείο". Γραφείο-λέμε-τώρα δηλαδή, αφού επρόκειτο για μια μικροσκοπική γωνιά που χωρούσε ίσα ίσα ένα τραπεζάκι όπου πάνω του κατοικοέδρευε ο υπολογιστής μου και μια καρέκλα όπου πάνω της θα καθόμουν εγώ αν αποφάσιζα να τον χρησιμοποιήσω.
Οι χτύποι ακούγονταν από εκεί. Το λάπτοπ κλειστό, αλλά ήταν παραπάνω από σαφές ότι από εκεί έρχονταν τα τάκα τούκα. Σηκώνω το καπάκι και τί βλέπω λέτε; Θεοί και Δαίμονες!!! Έπρεπε τελικά να έχω φτιάξει εκείνον τον καφέ!! Πάει λάλησα, σκέφτηκα.
Τα πλήκτρα χοροπήδαγαν σαν τρελά! Έγραφαν μόνα τους!!! Μόνα τους;
Ρε ποιός είναι ο αόρατος πληκτρολόγος; Σκιάχτηκα.
Τότε φωτίστηκε ξαφνικά και η οθόνη όπου εκεί, σαν σε σκηνή θεάτρου, μετατρεπόταν σε λέξεις η χορογραφία των αόρατων δαχτύλων.
Άρχισα να διαβάζω.
Κοίτα τώρα... Η ηρωίδα μου είχε αυτονομηθεί κι έγραφε μόνη της την ιστορία της. Κι όχι μόνο αυτό αλλά μόλις διαπίστωσε πως έβλεπα άρχισε και τα παράπονα....
Όμως ...για στάσου... αυτά δεν ήταν παράπονα... κραυγές απόγνωσης ήταν...
ή καλύτερα - όπως λένε κι οι ψυχολόγοι - cry for help. Με πολύ αγενή τρόπο όμως.
- Ξύπνα λέμε, ξύπνα... θα με ξεκάνουν αυτοί εδώ... κι έτσι θα δοθεί από μόνο του το τέλος μου που εσύ ακόμη δεν έχεις επινοήσει.
- Τί έγινε χρυσή μου;
(Αυτή έγραφε, εγώ της μιλούσα. Παράνοια).

- Είμαι στο νοσοκομείο, πριν κάμποσες μέρες (όσες μ' έχεις εγκαταλείψει) ένιωσα αδιαθεσία, φώναξα ασθενοφόρο, με πήραν, έπαθα μου είπαν κάτι σαν έμφραγμα αλλά μ' έσωσαν. Την σκαπούλαρα. Κι εσύ είσαι χαμένη στο κόσμο σου. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση, ούτε πληκτρολόγηση... τίποτα... άφαντη. Τεμπέλα. Σου έχει τελειώσει η έμπνευση, έχεις πέσει σε τέλμα, διάβασα εγώ τη σκέψη σου, είπα να βοηθήσω και να συνεχίσω εγώ η ίδια μερικά κεφάλαια του μυθιστορήματος που με αφορά κι έτσι έπαθα υπερκόπωση. Δεν είμαι κι άνθρωπος κανονικός εγώ να πάρω τις βιταμινούλες μου και τις υπερτροφές μου. Ούτε καν τις απλές τροφές δεν μπορώ να πάρω. Αν δεν με συνεχίσεις εσύ... είμαι τελειωμένη. Γι' αυτό κι αποφάσισα να συνεχίσω εγώ τον εαυτό μου. Κι έτσι την πάτησα.
(Αμάν πολυλογία, σκέφτηκα. Πού έμοιασε αυτή; Μα σε μένα φυσικά... πού αλλού;)
- Και πού είναι αυτά που έγραψες;
- Αυτό σε νοιάζει εσένα; Κοίτα να 'ρθεις να με βγάλεις από εδώ γιατί δεν με αφήνουν να φύγω. Μου ζητάνε - λέει - λεφτά. Και για την είσοδο και για την έξοδο. Δεν έχω όμως να τους τα δώσω. Μου λένε κάτι ακαταλαβίστικα... πως αν δεν πληρώσω, λέει, θα έρθει ως "βεβαιωμένη οφειλή από την εφορία". Τί είναι αυτά τα κουμμουνιστικά; Εγώ δεν τα καταλαβαίνω.
- Ε όχι και κουμμουνιστικά αγαπητή μου... Αυτοί θα μας έπαιρναν μόνο τα σπίτια. Αυτά που σου λένε είναι Αδωνικά. Καμία σχέση.

Τί να 'κανα; Πήγα να την πάρω. Κι αν νομίζετε πως έπρεπε να πληρώσω μόνο 25 ευρώ είστε γελασμένοι. Έπρεπε να πληρώσω κι ένα σωρό εξετάσεις. Μα γιατί; Γιατί έτσι. Καλά ό,τι πείτε. Πιστωτικές κάρτες δέχεστε; Όχι. Οχιά διμούτσουνη. Δεν έχω λεφτά λέμε. Κρατείστε την. Έτσι κι αλλιώς ένα φανταστικό προϊόν του μυαλού μου είναι. Μια φανταστική ιστορία καταδικασμένη να μείνει μισοτελειωμένη.
Ή μήπως όχι;

Αλλά μετά το μετάνιωσα. Μαζί της είχα περάσει υπέροχες στιγμές. Καβγάδες, ασυνεννοησία, διαφωνίες, τέτοια...
Πήγα στην τράπεζα και πήρα ό,τι λεφτά μου είχαν απομείνει αλλά πριν πάω στο ταμείο συζήτησα μαζί της και της πρότεινα μια συμφωνία:
- Λοιπόν θα σε βγάλω από εδώ. Θα σου πληρώνω και τα φάρμακα που πρέπει να παίρνεις από εδώ και μπρος. Δυστυχώς δεν μπορώ να σε ασφαλίσω. Κανείς δεν ασφαλίζει την μη ύπαρξη, το απρόσωπο. Δεν μπορείς ν' ανήκεις εσύ σε Ασφαλιστικό Φορέα. Μην έχεις τέτοιες παράλογες απαιτήσεις αφού σε λίγο έτσι κι αλλιώς κανείς μας δεν θα ανήκει σε κάτι που ...δεν θα υπάρχει. Δηλαδή δεν θα υπάρχει κανείς για να ασφαλίζει ούτε καν την ίδια την  ύπαρξη, δεν θα αναγνωρίζεται το πρόσωπο γιατί δεν θα υπάρχει κανείς να το αναγνωρίσει. Όλοι μας θα περάσουμε σε άλλη, καινούργια διάσταση που η αναγνώρισή της ήδη βρίσκεται προ των πυλών. Τη διάσταση της ύπαρξης της ανυπαρξίας. Τη διάσταση της ανυπαρξίας της ύπαρξης. Τη διάσταση του όντος μέσα στο μη ον. Τη διάσταση του Τίποτα και του Μηδενός που ως "πηγάδι χωρίς πάτο" θα μας ρουφήξει όλους. Καφκικό; Αλλά...
- Ωχ, το ήξερα πως θα υπήρχε αυτό το "αλλά"... λοιπόν.
- Θα τα κάνω όλα αυτά με μία προϋπόθεση. Πως από εδώ και πέρα θα βασανίζεσαι εσύ αντί για μένα, θα υποφέρεις εσύ αντί να υποφέρω εγώ, θα πάρεις εσύ στους δικούς σου ώμους όλες τις αγωνίες μου και ΚΥΡΙΩΣ θα γράφεις εσύ την ιστορία σου. Με λίγα λόγια θ' αλλάξουμε ρόλους. Θα γίνεις εσύ το υπαρκτό κι εγώ το ανύπαρκτο. Λίγο καιρό θα κρατήσει όμως το μαρτύριό σου. Γιατί είπαμε. Σε λίγο καιρό θα γίνουμε ΕΝΑ.
- Έγινε. Πλήρωσε και φύγαμε.

Χαζό δημιούργημα αφελούς συγγραφέα.
Εύπιστο πλάσμα αναξιόπιστης γραφής.
Υποταγμένη περσόνα απαθή πολίτη...
Μιάς πατρίδας χαμένης στα πλοκάμια της εξουσίας...
Μιάς χώρας σε ελεύθερη πτώση...

Τί όμορφη που ήταν κάποτε η πατρίδα μου;
Και πώς την κατάντησαν έτσι οι κάτοικοί της;
Ασήμαντες ερωτήσεις ενός ασήμαντου ανθρώπου.

Η χώρα βέβαια που αγκάλιαζε αυτήν την πατρίδα εξακολουθεί να είναι όμορφη.
Αλλά εγώ νιώθω ξένη και μόνη.
Τελικά η βαρύτερη ξενιτιά: αυτή που βιώνεις στον ίδιο σου τον τόπο.
Κι η χειρότερη μοναξιά: αυτή που βιώνεις μέσα στην πολυκοσμία.
Ευτυχώς υπάρχουν τα παιχνίδια του μυαλού, της φαντασίας.
Τα δημιουργήματά μας, που αν τους δείξουμε τον σεβασμό που τους αξίζει θα δημιουργήσουν με τη σειρά τους αυτά εμάς. Πιο σωστά ελπίζω.
...
Τώρα βέβαια τρεις μέρες μετά ο μέγας Αδωνικός εφιάλτης πήρε πίσω το μέτρο της είσπραξης του χαρατσίου των 25 ευρώ μέσω των νοσοκομείων. Δε βαριέσαι μωρέ... μια βολτίτσα το πήγε, δεν του  άρεσε εκεί, σου λέει θα κολλήσω και καμιά παλιαρρώστεια... θα το πάει κάπου αλλού. Στο πάρκο-που-μας-χρειάζεται; Στις κούνιες-που-μας-κούναγαν; Στα-τσιγάρα-στα ποτά-και-στα-ξενύχτια-που-'χουν-κλείσει-τα-καλύτερα-τα-σπίτια; Στα σπίτια τα ίδια κλειστά ή ανοιχτά δεν παίζει ρόλο; Οι αφελείς ερωτήσεις συνεχίζονται... κι οι αφελείς απαντήσεις επίσης. Γιατί εγώ δεν πιστεύω πως "το πήρε πίσω". Εγώ πιστεύω πως δεν είχε σκοπό να το εφαρμόσει εξαρχής. Άλλος ήταν ο στόχος. Πού; Ξέρω γω; Ψάχνουν οι επιστήμονες.
Όσο για σένα ηρωίδα μου την πάτησες. Γιατί κάναμε μια συμφωνία κι είσαι υποχρεωμένη να την τηρήσεις.
Άντε γειά.



* Τίτλος δανεισμένος από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρομάν Γκαρύ.



Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Αυτός, αυτή και τα μυστήρια

- Ντριν, ντριν...
- Έλα, είμαι να πεθάνω... να πεθάνω λέμε.
(Βραχνή φωνή, χάλια λέμε, θα είναι πολύ χάλια, σκέφτομαι, και νομίζει θα πεθάνει.)
- Τί έγινε καλέ; Τόσο άρρωστη;
- Όχι, άλλο έγινε: κάτι τρομερό στον Μάκη/Σάκη/Τάκη/Λάκη.
- Δηλαδή;
- Έχει εξαφανιστεί. Δενσηκώνειτηλέφωναούτεσταθεράούτεκινητά
ούτεαπόεμέναούτεαπότηΜαρίαΕλένηΔημήτρηΚώσταΤάκηΣτέλλιοΠαναγιώτη... άνοιξεηγηκαιτονκατάπιε...

(Για βραχνοκόκκορας καλά το πήγαινε το σερί της καταστροφολογίας).
- Την περίπτωση να θέλει να κοιμηθεί ο άνθρωπας την σκεφτήκατε;
- Μα το πρωί είδα στο κινητό μου και το σταθερό μου 8 κλήσεις με απόσταση 3 λεπτών η μία από την άλλη αλλά το είχα ξεχάσει σπίτι κι όταν επέστρεψα και τον κάλεσα έβγαζε το κινητό μήνυμα πως "δεν υπάρχει" και το σταθερό δεν το σηκώνει.
- "Δεν υπάρχει" με την έννοια την καλή, του θαυμαστού, της ανώτατης ποιότητας, του ασυναγώνιστου ή με την έννοια της εξαΰλωσης/εξαέρωσης/εξάτμισης ή ακόμη και της πολύ απλής και πολύ συνηθισμένης και καθημερινής μη κατάστασης που συμβαίνει διαρκώς σε όλους τους ανθρώπους και που τη λέμε απλά "εξαφάνιση"; Να βγάλω "ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ΑΛΕΡΤ"; Αλλά πάλι δεν ξέρουμε και τί φορούσε!!
- Ρε συ με δουλεύεις; Έχω τρελαθεί λέμε... κάτι ΠΑΡΑ ΜΑ ΠΑΡΑ ΜΑ ΠΑΡΑ ΠΑΡΑ ΠΑΡΑ ΠΑΡΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΣΟΒΑΡΟ ΕΧΕΙ ΣΥΜΒΕΙ.
- Την  περίπτωση να "στράβωσε" ο άνθρωπος που δεν σήκωνες τα τηλέφωνα και να κατέβασε ρολά την έχεις σκεφτεί;
- Δεν ισχύει αυτό γιατί δεν είναι και ΤΟΣΟ τρομερό να μην ακούω τα τηλέφωνα για δύο ώρες.

Άρχισα κι εγώ όμως ν' ανησυχώ καθώς μου εξηγούσε... Τελικά, σκεφτόμουνα, δεν θα καταφέρω ποτέ να τον συμπαθήσω αυτόν τον άνθρωπο, ενώ τόσο πολύ το θέλω, γιατί αν τελικά τον συμπαθήσω πώς θα μπορέσω μετά να του σπάσω το κεφάλι αν χρειαστεί; Βέβαια άλλο κεφάλι θέλει σπάσιμο ΤΕΛΙΚΑ αλλά αυτό το συγκεκριμένο κεφάλι το αγαπώ, δυστυχώς, ήδη (για την ώρα, μην παίρνουμε και θάρρητα) και δεν θέλω να το σπάσω. Οπότε ο κλήρος του σπασίματος κεφαλιού θα πέσει στον Μάκη/Σάκη/Τάκη/Λάκη.
Άρχισα τις ερωτήσεις μου για να καταλάβω κι εγώ η καψερή, που ένα γειά πήρα να πω και βρέθηκα αντιμέτωπη με μια κρίση που δεν είχε προηγούμενο.
- Αφού σου εξήγησα, τί δεν καταλαβαίνεις;
- Μου εξήγησες (νομίζεις), αλλά εσείς οι υπόλοιποι ήδη είστε μέσα στον πανικό τρεις ώρες τώρα το έχετε εμπεδώσει το θέμα, εγώ μόλις μπήκα στο χορό να μην το εμπεδώσω κι εγώ; Θέλω το χρόνο μου ρε γαμώτο. (αχ αυτός ο "χρόνος" που όταν τον ζητάω κανείς δεν μου τον δίνει... αλλά αυτό είναι άλλο θέμα... για άλλη ανάρτηση... μελλοντική... τώρα το θέμα μας είναι αυτός που μπλα μπλα μπλα μπλα...) Πάμε από την αρχή...
- Μπλα μπλα μπλα μπλα...
- Δηλαδή πού πάει ο νους σας;
- Ότι τράκαρε/τσακώθηκε/αρρώστησε/είναι φυλακή/νοσοκομείο... (στο Άλφα Κενταύρου να γλιτώσει, συμπλήρωνα εγώ από μέσα μου).
- Το μήνυμα που βγάζει το κινητό είναι πως "αυτό το νούμερο δεν υπάρχει". ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ.
(Επιτέλους θυμήθηκε να μου απαντήσει και σ' αυτήν την ερώτηση).
- Κλείσε να πάρω την τηλεφωνική εταιρεία μήπως βγάλω ΕΓΩ άκρη.

(Εγώ, στην τηλεφωνική εταιρεία).
Ενώ άκουγα τα ηχογραφημένα μηνύματα: αν αυτό πατήστε τούτο κι αν το άλλο πατήστε εκείνο κι αν το παράλλο πατήστε τα τρία μου που κουνιούνται, έπαιρνα βαθιές ανάσες κι ετοιμαζόμουνα να παίξω έναν ρόλο. Τον ρόλο της πανικόβλητης που έχει χάσει έναν δικό της άνθρωπο και τί σκατά μήνυμα είναι αυτό που βγάζει το κινητό του.

(Εγώ, στην υπάλληλο της τηλεφωνικής εταιρείας).
- Γεια σας είμαι σε πανικό και θα ήθελα να με βοηθήσετε έχουμε χάσει έναν πολύ δικό μας άνθρωπο δεν μπορούμε να τον βρούμε μπορεί να δημιουργήθηκε τοπικό τσουνάμι (στη στεριά) και να 'πεσε απάνω του μπορεί ένας κεραυνός (εν αιθρία) να 'χασε το δρόμο του και να διάλεξε αυτόν για να πέσει επάνω του (απλά, συνηθισμένα πράγματα δηλαδή), μπορεί να έγινε πλημμύρα ακριβώς στο σημείο που στεκόταν και να δημιουργήθηκε λάκκος να έχει πέσει μέσα και να μην μπορεί να βγει μπορεί να έχει στραβοκαταπιεί και να είναι με το μήλο καθισμένο στο λαιμό (και με τ' αγγούρι λόγω μνημονίων κάπου αλλού σκέφτηκα να πω αλλά δεν το 'πα γιατί αυτό το αγγούρι το 'χουμε όλοι μας αλλά δεν εξαφανιζόμαστε, καθόμαστε και το απολαμβάνουμε) μπορεί να έχει σκοτώσει τη μάνα του που του 'λεγε συνέχεια "ζακέτα ζακέτα" τον πατέρα του που του 'λεγε διαρκώς "καπότα καπότα" τον θειό του ή/και τη θειά του που του 'λεγαν "καλώστομου καλώστομου" όταν ήταν μικρός και τον σάλιωναν με φιλιά και ΤΩΡΑ θέλησε να τους εκδικηθεί τον περαστικό οδηγό που ΙΣΩΣ να του είχε πει "μαλάκα μαλάκα πού πα' ρε μαλάκα". Ξέρω γω; Μπορεί να συνέβησαν τα παραπάνω απλά καθημερινά και συνηθισμένα πράγματα που συμβαίνουν σε όλους μας συνεχώς. Κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τον ψάχνουνε μου έχουν περάσει μέσω εντροπίας όλον αυτόν τον πανικό και δεν ξέρω τί λέω!! Εν ολίγοις ο αριθμός του κινητού του ισχύει; Το δίκτυό σας είναι εντάξει;
(Η εντροπία δεν νομίζω πως είχε την παραμικρή σχέση με τη φράση στην οποία την τοποθέτησα αλλά ακούστηκε όμορφα κι ένιωσα την υπάλληλο να εντυπωσιάζεται αλλά και να γκουγκλάρει ταυτόχρονα για να μάθει τί είναι αυτό... κι αν το καταλάβαινε να μου τρύπαγε τη μύτη).
Με διαβεβαίωσε όμως προθυμότατα πως δεν υπήρχε κανένα τεχνικό πρόβλημα, όλα ήταν ο.κ. ίσως ήθελε να κάνει κάποια λειτουργία στο κινητό του και να πάτησε κάτι λάθος και να βγάζει αυτό το μήνυμα και στείλτε του ένα sms... τα sms πηγαίνουν ακόμα κι αν οι κλήσεις δεν είναι εφικτές και μπλα μπλα μπλα....
- Σας ευχαριστώ  πολύ δεσποινίς αλλά νομίζω πως το καλύτερο είναι να πάει κάποιος σπίτι του να τον αναζητήσει.

Πράγματι! Αυτό το τόσο απλό, τόσες ώρες πριν δεν το είχαν σκεφτεί να το κάνουν. Ωστόσο ο ψυχραιμότερος της παρέας είχε ήδη ξεκινήσει να πάει να τον ψάξει.
Και....
Ω τί έκπληξη... αφού ως γνωστόν όποιος ψάχνει βρίσκει... τον βρήκε!!!!!!!!!!!!!!!!

Ο άνθρωπος δηλαδή, αφού είδε κι απόειδε με τις κλήσεις που έκανε στη φίλη μου έξω από το σπίτι της, μια που είχε πάει να την επισκεφθεί αλλά εκείνη έλειπε κι είχε ξεχάσει και το κινητό της σπίτι όπως είπαμε εξαρχής, επέστρεψε στο δικό του σπίτι, καταλάθος έκλεισε το κινητό του πατώντας κάτι επίσης λάθος κι έτσι έβγαινε το περίεργο μήνυμα και μετά χαμήλωσε το σταθερό γιατί το σκυλί του τις τελευταίες μέρες αλαφιαζότανε - λέει - μόλις άκουγε το κουδούνισμά του, άνοιξε το λαπιτόπι κι άκουγε μουσική από γιουτιούμπι οπότε δεν άκουγε τον χαμηλωμένο ήχο του σταθερού τηλεφώνου.
Τον διάλογο ανάμεσα στους δύο άντρες, τον υποτιθέμενο χαμένο/πνιγμένο/κεραυνοβολημένο/δολοφόνο-ή-δολοφονημένο/άρρωστο και τον υποτιθέμενο ψύχραιμομεμερικέςώρεςκαθυστέρηση μπορούμε εύκολα να τον φανταστούμε:
...
- Πού είσαι ρε μαλάκα;
- Εδώ ρε μαλάκα; Τί πάθατε;
- Που έχεις χαθεί ρε μαλάκα; Γιατί έκλεισες το κινητό, γιατί έκλεισες το σταθερό, γιατί η γάτα έχει ένα αυτί, γιατί μαμά, γιατί μπαμπά, γιατί κύριε (η Ελλάδα δεν είναι στο ευρώ κύριε... άσχετο αλλά τώρα τί θυμήθηκα κι εγώ), από πού κλάνει το μπαρμπούνι, ποιός στ' αλήθεια είμαι γω και πού πάω;

Μου τα λέει λοιπόν όοοοοολα αυτά η φίλη μου, κι αυτά που της είπαν κι αυτά που φαντάστηκε, όταν ενημερώθηκε και βεβαιώθηκε πως ο φίλος μας είναι καλά, και τί ΑΛΛΟ μου λέει μέσα στην καλή χαρά;
- Σ' αφήνω τώρα, πάω να βγάλω τον σκύλο βόλτα μετά να κάνω μπάνιο και μετά να τους περιμένω γιατί κανονίσαμε όλοι οι εμπλεκόμενοι να μαζευτούμε σπίτι μου το βράδυ... εσύ τί θα κάνεις; Θα 'ρθεις; Θα φτιάξουμε μακαρονάδα...

...

- Κι εγώ σας ρωτώ τώρα κύριε Πρόεδρε... εσείς στη θέση μου τί θα κάνατε;
- Αθώα... πηγαίνετε.








Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Κάποτε...

Κάποτε τη νύχτα...
«Μετρήσιμο το διάστημα.
Σχετικά όμως με τη διαδρομή του σύμπαντος ανύπαρκτο...
Σχετικά βέβαια με τη δική της διαδρομή ...μερικοί μήνες πίσω...
Περπατούσε στο υγρό περιβάλλον των αγωνιών και της αμφισβήτησης 
πως θα βγει από τη σπηλιά του σκότους που είχε βρεθεί.
Μετρήσιμα τα βήματα.
Σχετικά όμως με την κίνηση των γαλαξιών στάσιμα...
Σχετικά βέβαια με τη δική της πορεία... στάσιμα επίσης.
Θυμός, οργή, ακατάληπτη η γλώσσα των ερωτήσεων που διαμορφώνονταν ερήμην της.
Ήξερε στο βάθος του μυαλού της ότι εκεί βρίσκεται η ουσία. Στις ερωτήσεις. 
Όχι στις απαντήσεις. Αυτές μόνο ως "υποθέσεις εργασίας" μπορούν να ειδωθούν. Στην καλύτερη περίπτωση. Στη δεύτερη επιλογή ποιότητας περίπτωσης η θεώρησή τους ως "εικασία" ήταν παραπάνω από αρκετή.
Η πόρτα που συνάντησε δεν είχε πόμολο. Σκέφτηκε να σπρώξει αλλά δεν είδε πουθενά ταμπέλα "ωθήσατε". Σκέφτηκε να τραβήξει στο πλάι αλλά ούτε ταμπέλα "σύρατε" υπήρχε πουθενά. Η ταμπέλα "έλξατε" για ευνόητους λόγους είχε παραλειφθεί.
Χωρίς να βλέπει έψαχνε τα μυστικά σημεία, χωρίς να νιώθει υπολόγιζε τους μυστικούς κωδικούς. Κάτι έπρεπε να πατήσει.
Οι κινήσεις του χεριού της έμοιαζαν με χάδι. Χαϊδεύεται μια πόρτα άραγε;
Αυτό το χάδι τελικά ήταν ο κωδικός κι η πόρτα άνοιξε. Πιο πολύ το άκουσε παρά το είδε.
Δεν υπήρχε αντίθεση ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Δεν κατάλαβε διαφορά ανάμεσα στο πριν και το μετά.
Την έσπρωξε πάλι, να την κλείσει, να ξαναδοκιμάσει. Ίσως αυτή η πόρτα, ανάλογα τον κωδικό, να άνοιγε αλλού κάθε φορά. Ίσως να ήταν μια multiple choice door.
Ανακάλυψε πως η πόρτα άνοιγε ξανά και ξανά όσες φορές κι αν την έκλεινε. Όπου κι αν την ακουμπούσε, μ' ένα μικρό συριγμό αυτή έλκονταν προς την μόλις διαφαινόμενη παρουσία που αδημονούσε να βρει ένα φως.
Δεν ήξερε όμως πόσες φορές ήταν προγραμματισμένη αυτή η δυνατότητα επανάλειψης. Δεν το ρίσκαρε.
Βγήκε.
Μέσα από δαιδαλώδεις (υπέθεσε) διαδρομές, μέσα από περιπλανήσεις μάλλον άσκοπες, πάνω σε ράγες που λες είχαν δημιουργηθεί ακριβώς να οδηγούν τα βήματά της, προχώρησε χωρίς να βλέπει... γυρνώντας όμως ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο σαν μικροσκοπική κιβωτός αισθήσεων και παραισθήσεων... διαβλέποντας την πρόκληση... τον πειρασμό... να ξαναμπεί εκεί απ' όπου μόλις είχε δραπετεύσει. Αλλά γιατί να το κάνει αυτό; Δεν υπήρχε διαφορά. Σκοτάδι πίσσα μέσα, πίσσα σκοτάδι κι έξω. Ας είναι, σκέφτηκε. Θα το πάω το ταξίδι. 
Χωρίς πυξίδα, χωρίς επίγειο σύστημα εντοπισμού της από υπέργειες δυνάμεις εκτόξευσης μιας τόσης δα ελπίδας. Ήλπιζε πως οι ράγες ακολουθούν αυτήν κι όχι αυτή τις ράγες. Σε μια προσπάθεια χάραξης νέου κόσμου μέσα στον παλιό, σε μια δυνατότητα αμφίδρομης ενέργειας ανάμεσα στο είναι και το χάος περπατούσε γρήγορα να μην τους δώσει χρόνο να την προσπεράσουν, μόνον τρόπο να την οδηγήσουν πίσω. Αν χρειαζόταν. Σαν ένας μεταλλικός μίτος προορισμένος να της δείξει ένα ασφαλές μονοπάτι προς το γνωστό... το μετρήσιμο... το σταθερό.
Άνοιξε τα μάτια... τα ξανάκλεισε. Άπλωσε τα χέρια... τα ξαναμάζεψε. Προχώρησε... σταμάτησε. Και τότε είδε. Ένα φως! Τί να είναι άραγε εκεί; Πλησίασε... τίποτα μεγάλο... τίποτα σπουδαίο περισσότερο από φωτεινό.
Μόλις έφτασε δυο βήματα πιο κεί με δυσκολία είδε να σκιαγραφείται ένα και μοναδικό δωμάτιο. Με ένα και μοναδικό παράθυρο. Με ένα και μοναδικό φως. Με μία και μοναδική σκιά... ενός και μοναδικού ανθρώπου. Μοναδικού και με τις δύο σημασίες της λέξης αυτής. "Ωραία είν' εδώ" σκέφτηκε τότε».

Tη ρώτησε ξανά και ξανά:
- Μα τί είδες;
- Δε σου λέω. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ.
- Γιατί; Αν αξίζει, μοιράσου το.
- Άκου να σου πω  συγγραφέα μου: Αυτό που αξίζει το κρατάς. Το γεύεσαι. Το αγαπάς. Το φροντίζεις. Το σέβεσαι. Το αυγαταίνεις. Το μεγαλώνεις. Μεγαλώνεις κι εσύ μαζί του. Ωριμάζεις. Ψηλώνεις ...θεωρητικά πάντα. Καλυτερεύεις τον εαυτό σου. Τον πληθαίνεις. Αποκτάς υπόσταση πολλών διαστάσεων. Γίνεσαι ένας ολόκληρος κόσμος εσύ. Κρατάς τα απαραίτητα για σένα. Και μοιράζεσαι τ' άλλα. Τα δικά σου μοιράζεσαι όχι τ' αλλουνού. Κατάλαβες;
- Νομίζω πως όχι, γι' αυτό θα γράψω αυτό που θέλω εγώ.

Η ηρωίδα οπλίστηκε με υπομονή, σταύρωσε τα χέρια, έσκυψε πάνω από τον ώμο της δημιουργού της και παρακολουθούσε την ψηφιακή της πένα, τα δάχτυλά της, να χαράσσουν το ψηφιακό της χαρτί, το αρχείο δηλαδή, με μια διαδικασία διαφορετική από τον παραδοσιακό τρόπο γραφής, ανάποδη: Από το μυαλό μ' εντολή στα δάχτυλα, αυτά τις εκτελούν πάνω στα πλήκτρα, από τα πλήκτρα στο "σώμα" του υπολογιστή κι από κεί στη μνήμη του. Αυτός επεξεργάζεται, αναλύει, συνθέτει και σχηματίζει σύμβολα πάνω στην οθόνη του, ακριβείς απεικονίσεις των σκέψεων της γράφουσας την ιστορία της. Θα την άφηνε ν' αυθαιρετήσει. Τίποτε δεν θα έβγαινε στο φως. Ακόμα. Τίποτα προτού η ιστορία κάνει τον κύκλο της. Και κλείσει. Αλλά θα έκλεινε; Καθόλου σίγουρη δεν ήταν. Αλλά δεν το ήθελε κιόλας. Εκείνο που επιθυμούσε ήταν να τελειώσει το ταξίδι της ζωής της με ό,τι είχε αγαπήσει να παραμένει αναλλοίωτο στη μνήμη της, μ' εκείνο το φως άσβηστο στην καρδιά της. Η άλλη έγραφε, έγραφε...

Κάποτε στην Ανατολή...
- Ξημέρωσε.
- Το βλέπω.
- Δεν εννοώ τώρα. Εννοώ τότε. Ζητούσαμε δημοκρατία κι ελευθερία. Ζητούσαμε δικαιώματα. Καλύτερες συνθήκες δουλειάς. Καλύτερες αμοιβές. Αλλά μας ξεγέλασαν. Μέσα στο πακέτο μας έδωσαν και τον Ζονγκ*. Τσοβόλα δώστα όλα. Ναι, αλλά ήδη τα 'χε δώσει. Πού να 'βρισκε περισσότερα; Μα γι' αυτό υπάρχουν τα δάνεια. Διακοπών, εορτών, ονείρων.
- Ακαταλαβίστικα μου τα λες.
- Το ξέρω.

Μια απέραντη πίστα νυχτερινού κέντρου κάποιοι έφτιαξαν. Να χωράει πολλούς ή όλους: ακόμη καλύτερα. "Ανοίξαμε και σας περιμένουμε" κάποιοι έγραψαν. Έτρεξ' η αγέλη... κάποιοι χόρεψαν. Στην αρχή λίγοι... έπειτα τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα... το κακό τρυπάει το βουνό - λένε οι σοφοί. Οι λίγοι έγιναν πολλοί. Κι οι πολλοί έγιναν όλοι... ή σχεδόν. Κι αυτοί οι "σχεδόν" έμειναν απόμακροι και κοιτούσαν γνωρίζοντες. "Τί κοιτάτε ρε;" Δε βρέθηκε ένας να τους φωνάξει. "Βάλτε ένα χεράκι να κατεβούμε. Τί κάθεστε ρε;" Δε βρέθηκε ένας να τους πει. Κι όταν στο τέλος η μουσική τέλεψε κι η ορχήστρα την κοπάνησε από την πίσω πόρτα, έμειναν ξαφνιασμένοι κι απορημένοι, αμήχανοι, πάνω στα τραπέζια της ψεύτικης κι ετοιμόρροπης ζωής τους μη ξέροντας τί ακριβώς να κάνουν. Να μείνουν εκεί; Να κατέβουν; Η ορχήστρα θα γυρίσει; Είναι διάλειμμα;

- Δεν ήταν διάλειμμα. Ήταν το έργο. ΕΙΝΑΙ το έργο.
- Το κατάλαβα. Αλλά εγώ θέλω να μου πεις για την ιστορία... την άλλη ιστορία.
- Ποιά;
- Αυτή με το φωτεινό παράθυρο.
- Είπαμε... ΟΧΙ. Είναι δικό μου.
- Πού βρίσκεται;
- Μέσα μου.
- Αχ δεν βγάζω άκρη με σένα.
- ΟΧΙ.
- Το έργο συνεχίζεται;
- Ω ναι... κι είναι μεγάλο το έργο αυτό.  
- Πώς λέγεται;
- Η Δύση θα κρατήσει πολύ.

Κάποτε στη Δύση...
...ο ήλιος άρχισε να το ξανασκέφτεται.
Αυτό το αστείο πρέπει να τελειώνει. Αυτή η κατάσταση παραπάει. Ή μάλλον δεν πάει. Δεν πάει ΑΛΛΟ. Αυτή η "κρίση" τραπεζική ξεκίνησε... ανθρωπιστική έγινε. Οι μπαταρίες είχαν να φορτιστούν. Και οι άνθρωποι είχαν να παλέψουν.

Το φωτεινό της παράθυρο παραμένει στη θέση του και περιμένει τον ένοικό του.



* Ο όρος σφαγή του Ζονγκ (αγγλικά: Zong Massacre, στο παρελθόν χρησιμοποιούνταν επίσης ο όρος υπόθεση Ζονγκ, Zong Affair) αφορά την μαζική δολοφονία Αφρικανών δούλων που έλαβε χώρα το 1781 στο πλοίο Ζονγκ (Zong) ιδιοκτησίας Τζέιμς Γκρέγκσον. Η υπόθεση αυτή προκάλεσε σάλο στην Βρετανία, ανοίγοντας τον δρόμο για δράσεις σχετικά με την κατάργηση του δουλεμπορίου στη χώρα.