Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Νοικοκυρά σε αποχαύνωση

Δεν είχε πολύ ελεύθερο χρόνο τον τελευταίο καιρό. Δηλαδή χρόνο είχε και μάλιστα μπόλικο αλλά προτιμούσε να τον γεμίζει διαφορετικά απ' ό,τι πρόσταζε η νοικοκυροσύνη.
Όλα στο σπιτικό της τα 'θελε τακτοποιημένα. Στη θέση τους. Όχι επειδή ήταν νοικοκυρά (που ήταν) αλλά επειδή δεν της άρεσε να είναι "νοικοκυρά" οπότε έπρεπε όλα να είναι στη θέση τους. Είτε στη θέση που επέλεγε εκείνη είτε στη θέση που επέλεγαν αυτά επειδή θεωρούσαν πως τους άρμοζε. Πάντως σε κάποια θέση.
Π.χ. τα ασιδέρωτα. Πάνω, κάτω και πλαγίως της ψάθινης κόφας κάθονταν όμορφα και υπομονετικά περιμένοντας τη σειρά τους να σιδερωθούν. Σαν ιδιόμορφο γλυπτό από υφάσματα διαφορετικής υφής, διαφόρων χρωμάτων και διαφορετικής χρηστικότητας το καθένα, γλυπτό που λες κι ήταν έτοιμο να συμμετέχει σε έκθεση μοντέρνας τέχνης κι ακατανόητων εικαστικών και που μάλιστα θα μπορούσε να διεκδικήσει ακόμη και βραβείο. Όσο κι αν φρόντιζε να είναι τα βαριά ρούχα κάτω κάτω, τα τισέρτ όλα μαζί, τα μπλουζάκια το ίδιο και πάνω πάνω τα πουκάμισα, αυτά μερικές φορές κάπως σαν ν' αυτονομούνταν, έκαναν του κεφαλιού τους και το 'ριχναν στο γλέντι κατά την απουσία της, μόλις όμως έσκαγε μύτη αυτή κοκκάλωναν εκεί που βρίσκονταν. Βρε αλλιώς τα 'χα βάλει εγώ... απορούσε καμιά φορά κι άρχιζε τη "δημιουργική" τακτοποίηση.
«Αυτό το μανίκι που προεξέχει δεν μου αρέσει, είναι σα να μου λέει "έλα πάρε με"». Οπότε το παράχωνε στη στοίβα. «Αυτή η άκρη που προεξέχει είναι κόκκινη, δεν ταιριάζει με το πάνω χρώμα που είναι μοβ». Κι έτσι άλλαζε τη σειρά κι έβαζε πάνω από το κόκκινο ένα ρούχο λευκό κι ανάμεσα στο λευκό και το μοβ ένα κίτρινο. Θα μου πείτε μοβ και κίτρινο πάει; Πάει και παραπάει. Ανάλογα την απόχρωση του μοβ και την απόχρωση του κίτρινου. Π.χ. σκούρο βαθύ blueblack μοβ με "λερωμένο" και αχνό λεμονί πήγαινε και παραπήγαινε. Φροντίζοντας πάντα να μην ανακατεύει τα "είδη" των ρούχων.
Κι έτσι, αντί να σιδερώσει τα ρούχα, κορόιδευε τον εαυτό της ότι δεν είχε έρθει η ώρα τους.
«Δεν ήταν της παρούσης».
Έτσι έλεγε όταν δεν ήθελε να κάνει κάποια δουλειά: «δεν είναι της παρούσης».
- Και ποιανής είναι δηλαδή;
(Χα χα χα αστειάκια....)
- Άμα βρούμε ποιανής είναι θα πρέπει να της τα δώσουμε κιόλας κι αυτό δεν το θέλουμε, ναι; (ποιός δουλεύει ποιόν ήθελα να 'ξερα).
(Κάτι τέτοιες στιγμές ο ...άλλος, ως δια μαγείας, θυμόταν κάποια εκκρεμότητα: κάτι υδραυλικό ή κάτι ηλεκτρολογικό ή κάτι "ψάχνω στο internet" ή κάτι "κατεβάζω").

Παραέξω βέβαια γινόταν της πιπίτσας. «Δηλαδή εγώ τώρα ζω ανάμεσά τους» συνήθιζε να λέει υπό τύπον ερωτήσεως. Η απάντηση στην υποτιθέμενη ερώτηση ήταν μεγαλοπρεπώς "ναι" αλλά δεν της την έλεγαν για να μην την πληγώσουν. Εξάλλου δεν ήταν "της παρούσης".
Τα πάντα στη θέση τους λοιπόν. Κι η σκόνη πάνω στα έπιπλα, κι αυτή επίσης. Ξέρετε, τη σκόνη άμα δεν την πειράξεις δεν σε πειράζει ούτε αυτή. Δεν δηλώνει "παρουσία". Αλλά άμα την ενοχλήσεις π.χ. να κάνεις αναδιάταξη των αντικειμένων που επικάθονται αναπαυτικά πάνω της, τότε κι αυτή σου πετάει στα μούτρα τη διάσπαση της συνοχής της.
Όμως χθες δεν μπορούσε να κάνει τα "στραβά μάτια" γιατί αυτό που είδαν τα μη στραβά μάτια της ΉΤΑΝ της παρούσης.
Θεωρούσε τη βεράντα προέκταση του σπιτιού της. Γι' αυτό και τη διατηρούσε καθαρή. Τη φρόντιζε όπως και τα φυτά της ώστε να μπορεί να μπαινοβγαίνει άνετα σχεδόν όλο το χρόνο. Αλλά χθες, έριξε μια τυχαία ματιά έξω, περισσότερο για να βεβαιωθεί ότι ήταν σε καλή κατάσταση από άποψη καθαριότητας επειδή ήθελε ν' απλώσει μπουγάδα. Βλέπετε, δεν της έφτανε το υλικό για το "γλυπτό ασιδέρωτων" ήθελε να το εμπλουτίσει με νέα σοδειά.
Και τί λέτε πώς είδε στη βεράντα της; Κάπνα. Τόση κάπνα όση δεν είχε μαζευτεί από τη φωτιά στην Πάρνηθα ή πριν από αυτήν σε μία από τις πάμπολλες πυρκαγιές της Πεντέλης. Κάπνα και καψαλισμένα υπολείμματα, αγνώστων υλικών, στα πλακάκια, στα πεζούλια, στις καρέκλες, στο τραπέζι, στα φυτά της. Της ήρθε "κόλπος" που 'λεγε κι η μάνα της. Τρεις ώρες έπλενε. Σκούπιζε, ξεσκόνιζε φύλλα, καθάριζε έπιπλα, κατάβρεχε. Τρεις ολόκληρες ώρες. Παραμιλούσε από το κακό της. Την προηγούμενη, επιστρέφοντας αργά τη νύχτα σπίτι κάτι της μύρισε καμένο. Έκανε ακόμη ζέστη, 30 βαθμούς είχε το πρωί, είχε πάει και για μπάνιο. Αποκλείεται να άναψε κάποιος τζάκι αλλά τίποτε δεν αποκλείεται σ' αυτήν την κωλοχώρα. Υπέθεσε όμως ότι μάλλον κάποιος γείτονας έψησε στη βεράντα του σε κακοσυντηρημένη ψησταριά και βεβαίως ανίδεος ων τα έκανε όλα μαντάρα. Γαμωσταυρίζοντας και μάλιστα δυνατά ολοκλήρωσε την καθαριότητα. Μπήκε στο σπίτι, έφτιαξε καφέ, άραξε και πήρε στα χέρια το βιβλίο της. Το μαγείρεμα μπορούσε να περιμένει, "δεν ήταν της παρούσης", για τα καθημερινά μπωτέ ήταν νωρίς ακόμη, το 'ριξε λοιπόν στο διάβασμα. "Η Μουσική των Πρώτων Αριθμών" και πού να σας εξηγώ τώρα τί είναι τούτο. Κάθε δύο παραγράφους αποσυγκεντρωνότανε και τότε μέσα στο μυαλό της έρχονταν τα καθημερινά της ζόρια. Κατόπιν συνέχιζε το διάβασμα κι όταν έφτασε στις "μη τετριμμένες ρίζες του μιγαδικού τοπίου", σκέφτηκε τις πάμπολλες τετριμμένες πτυχές της δικής της καθημερινότητας. "Δε βαριέσαι" καλά είμαστε. Όλα υπό έλεγχον. Όλα σε ρύθμιση. "Δουλίτσα να υπάρχει", "την υγειά μας να 'χουμε", "άλλο κακό να μη μας βρει" κι άλλα τέτοια αποχαυνωτικά κι αποπροσανατολιστικά. Στην υπενθύμιση, από κάποιο τμήμα του εγκεφάλου της, ότι με όλα τακτοποιημένα και ρυθμισμένα της έμειναν μόνο 20 ευρώ στο πορτοφόλι για την επιβίωση, δεν έδωσε σημασία. "Ξέρεις τί μπορώ να κάνω εγώ με 20 ευρώ; Θαύματα". Κολοκύθια, τίποτα δεν μπορούσε να κάνει. Κι όμως, κάτι είχε κάνει: είχε κάνει λάθος. Για πρώτη φορά. Παρότι υπήρχε μία σειρά και μία τάξη στην εξυπηρέτηση των αναγκών της, αυτή τη φορά τα 'κανε μαντάρα. Όλα ανάποδα. Ο δικός της - συνήθης - κώδικας τακτοποίησης ήταν: πρώτα πρώτα ΔΕΗ, μετά τροφή/επιβίωση, μετά ΕΥΔΑΠ/ΤΗΛΕΦΩΝΙΑ/INTERNET, μετά επιδιορθώσεις σημαντικών πραγμάτων, μετά στεγαστικό, μετά κοινόχρηστα (αφού αφορούν και συγκατοίκους), μετά ΤΑΜΕΙΟ, μετά - αν περίσσευε τίποτα - αναψυχή κι έπειτα, τελευταίες και καταϊδρωμένες, οι υποχρεώσεις της προς το κράτος. Αυτές τις είχε παντελώς χεσμένες. Είχε; Έδινε. Δεν είχε; Περάστε τον άλλο μήνα. Κάπως έτσι κι αμαρτίαν ουκ είχε. Αλλά αυτή τη φορά κάτι πήγε στραβά. Κάπου το 'χασε κι αφού τακτοποίησε τα πάντα της έμεινε κι ένα εικοσάρικο. Της έμειναν όμως αμανάτι και καμιά δεκαριά μέρες μέχρι την επόμενη είσπραξη. Πράγματι, μπορούσε να κάνει πολλά με το εικοσάρικο - άλλωστε είχε πολλάκις εισπράξει τον θαυμασμό "ρε συ περνάς με χαρτζιλίκι πιτσιρικά" - δεδομένου ότι τα ντουλάπια της κουζίνας και το ψυγείο είχαν εφόδια για να περάσουν δύο άτομα αρκετές μέρες χωρίς να χρειαστεί να επισκεφθούν την αγορά. Το 'χε πάρει από τη μάνα της αυτό. Όχι για "ώρα ανάγκης" ούτε από το λεγόμενο "κατοχικό" (της μάνας της, να εξηγούμαστε) ούτε βέβαια "μη γίνει κάνας πόλεμος" ή "καμιά στραβή και βγούμε απ' το ευρώ". Αλλά επειδή ήξερε πως αργά ή γρήγορα, πέφτοντας με τα μούτρα στο διάβασμα ή πέφτοντας με την πλάτη στην αποχαύνωση της ταβανοθεραπείας θα έλεγε και για το σούπερ μάρκετ "δεν είναι της παρούσης". Γι' αυτό έπρεπε να είναι εφοδιασμένη.
Παρολαυτά το εικοσάρικο ήταν εικοσάρικο, χαρτονόμισμα "περιορισμένης ικανότητας κι απόδοσης" και οι δέκα μέρες θα παρέμεναν πάντα δέκα βγάζοντας τη γλώσσα στη σχετικότητα του χωροχρονικού πλέγματος και στις συμπαντικές, επιπλέον των τριών γνωστών, διαστάσεις.
Χώθηκε στις επόμενες σελίδες του βιβλίου για να διαπιστώσει ακόμη μια φορά πως οι εντρυφώντες στη μαθηματική επιστήμη δεν είναι και τόσο στα καλά τους. (Λες κι αυτοί που τους διαβάζουν μη όντες μαθηματικοί, είναι στα καλά τους). Κάποιο χρωμόσωμα μετατοπίστηκε, από παλιό σκούντηγμα ή παλιό πέσιμο από κούνια, και τσουπ... να ένας μαθηματικός. Πάντως, ό,τι κι αν ήταν αυτό που οδηγούσε τους μαθηματικούς σε αξιώματα, θεωρήματα και αποδείξεις ή στο θράσος να διατυπώνουν εικασίες που περίμεναν το πλήρωμα του χρόνου και μεταγενέστερους μαθηματικούς να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, τα συμπεράσματά τους ήταν χρήσιμα όχι μόνο στην ανθρωπότητα αλλά και στις υπόλοιπες επιστήμες. Έμαθε μάλιστα πως κάποιες φορές οι άλλες επιστήμες απαρνιούνται οικειοθελώς την αυτονομία τους και προσκαλούν σε ταγκό ή βαλς τα μαθηματικά προκειμένου να γεμίσουν η μία τα κενά της άλλης κι ομού και ταυτοχρόνως να κοροϊδεύουν εμάς.
Έφτασε στο κεφάλαιο που μιλούσε για τη "Συνάρτηση ζ" και τον μαθηματικό της τύπο. Και πώς ο Ρίμαν είχε κατορθώσει να χωθεί βαθιά στο μιγαδικό τοπίο που δημιούργησε (μη με ρωτήσετε τί είναι αυτό) και να βρει αριθμούς που μηδενίζουν αυτή τη συνάρτηση και μάλιστα να εικάσει πως αυτοί οι αριθμοί βρίσκονται στην ίδια ευθεία όσο μακριά στο αριθμητικό στερέωμα κι αν ψάξει κανείς. Κι ακόμη παραπέρα να υποθέσει* πως υπάρχει σχέση ανάμεσα στην ευθεία αυτή και το πλήθος ή/και την κατανομή των πρώτων αριθμών από ακέραιο σε ακέραιο. Πιάσ' το αυγό και κούρεφ' το δηλαδή.
Και τότε της ήρθε μια καταπληκτική ιδέα!
Να λοιπόν τί ακριβώς χρειαζόταν! Έναν τύπο που με κάποιον τρόπο θα μηδένιζε τα έξοδά της! Δεδομένου δε ότι ήδη υπήρχαν οι τύποι (κάτι κυβερνητικοί αλητήριοι τύποι) που της μηδένιζαν τα έσοδα η ανάγκη για την ανακάλυψη αυτού του συγκεκριμένου αντίρροπου τύπου ήταν επιτακτική.
Και καθώς κοντοζύγωνε η στιγμή που αυτοί οι αλητήριοι, πλην όμως εκλεγμένοι τύποι θα ανακάλυπταν τον τύπο που θα μηδένιζε τη ζωή της έπρεπε επειγόντως να κάνει έκκληση στη μαθηματική κοινότητα να σηκώσει τα μανίκια και να πιάσει δουλειά. Κι αυτό "ήταν της παρούσης". Η ίδια πάντως δεν μπορούσε να προσφέρει και πολλά. Στην προτροπή δε προς τον εαυτό της "στο δημοτικό ξανά, εμπρός για μαθηματικά" ένιωσε μια μεγάλη κούραση, αποχαύνωση και βαρεμάρα, έβγαλε το εικοσάρικο από το πορτοφόλι κι είπε: αφού δεν μας φτάνει που δεν μας φτάνει, πάμε για μπιρίτσες;"


*Η Υπόθεση Riemann δεν έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα.







Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ο θεός των κανονικών πραγμάτων*



Ακολουθία του Νιπτήρος

Η μπίρα έρεε στο ποτήρι και κατόπιν έρεε στο λαρύγγι μου και μετά έρεε στο αίμα μου κι ύστερα κάνοντας μια στάση στο νεφρό μου για ...ξενέρωμα κατέληγε στην κύστη μου. Την ουροδόχο. Από εκεί και πέρα η πορεία των μπιρικών πλην όμως διυλισμένων και μεταλλαγμένων σε κάτουρο - κοινώς τσίσα - υγρών μου ήταν προδιαγεγραμμένη και μη αναστρέψιμη. Η δε ανάγκη για την ταχύτατη εκπλήρωση του προορισμού τους μέγιστη.

Αφού τακτοποιήθηκαν τα υγρά μου κι ενώθηκαν με τόνους λίτρα από αλλωνών υγρά ή άλλου είδους υγρά, ώστε όλα μαζί ν' αποτελέσουν μια υγρή ιδιότυπη στρατιά λυμάτων δίχως στόχο και δίχως σκοπό, ήρθε η ώρα να αξιοποιήσω τις ευεργετικές ιδιότητες κάποιου άλλου υγρού, συστατικού βεβαίως αυτού που μόλις εγκατέλειψε την κύστη μου και που το λέμε συνήθως νερό. Να χρησιμοποιήσω δηλαδή νερό για να αφαιρέσω μηχανικώς από τα χέρια μου τυχόν υπολείμματα μορίων υγρού από αυτά που μόλις προολίγου κατοικούσαν υδαρώς εντός μου. Κοινώς: να πλύνω τα χέρια μου.

Στέκομαι ωσάν ηλίθια μπροστά σε κάτι που έμοιαζε με νιπτήρα - και μάλλον ήταν δηλαδή - αν και περισσότερο παρέπεμπε σε έργο μοντέρνας και βεβαίως αφηρημένης τέχνης ή στην καλύτερη περίπτωση παρέπεμπε σε φουτουριστικό δρώμενο τύπου "έτσι θα είναι κάποτε οι νιπτήρες". Κοιτάζω γύρω μου και γεμάτη προσμονή πως οι υποψίες μου ότι "κάπου θα υπάρχει υγρό σαπούνι" θα αποδειχθούν σωστές, σκανάρω το ...τοπίο, ανακαλύπτω ομοίωμα σαπουνοϋποδοχέα σαν γλυπτό του Henry Moore και όλο αισιοδοξία τοποθετώ τα χέρια μου από κάτω του. Σκεφτόμενη πως όσο καλός γλύπτης να είναι κάποιος δεν θα μπορούσε να τα βάλει και με την βαρύτητα. Πράγματι, ενώ ψάχνω τί σκατά να πατήσω για να αποκτήσω λίγο τέτοιο υγρό ακούγεται ένα "φσσσστ" και η χούφτα μου γεμίζει αφρό. Αυτό το λέμε φωτοκύτταρο. Τοποθετώ κατόπιν τα χέρια μου σε θέση μάχης, έτοιμα να δεχθούν τα ευεργετήματα και τις απολυμαντικές ιδιότητες του νερού που ανακατευόμενο με τον σαπουνοαφρό θα δημιουργήσουν πλούσια καθαριστική κρέμα και θα κάνουν την πιθανή ρυπαρότητα των χεριών μου παρελθόν. Ναι, αλλά πώς θα τρέξει το νερό; Και από πού;

Κοιτάζω εκεί που κανονικά θα έπρεπε να είναι η νεροέξοδος, δηλαδή η βρύση αλλά το μόνο που είδα ήταν ένα μαρτζαφλάρι που μόλις προεξείχε απειλητικά αλλά με νόημα από τον τοίχο. Σκύβω λίγο, βλέπω ότι από κάτω έχει τρυπούλες, λέω "ααααα από εδώ θα τρέξει το νερό" αλλά το θέμα εξακολουθεί να είναι ΠΏΣ ΘΑ ΤΡΈΞΕΙ ΕΠΙΤΈΛΟΥΣ ΤΟ ΓΑΜΗΜΈΝΟ. Αρχίζω να κουνάω τις ενωμένες χούφτες μου δεξιά αριστερά και πάνω κάτω, προσπαθώντας να κρατήσω ακόμη φυλακισμένον τον σαπουνοαφρό σκεφτόμενη πως κάπου θα υπάρχει φωτοκύτταρο ΚΑΙ για τη ροή του νερού. Υποθέτοντας δε πως το φωτοκύτταρο δεν μπορεί να βρίσκεται τοποθετημένο στο ταβάνι ή στο πάτωμα κουνούσα τη χουφτίτσα μου γύρω γύρω από την υποτιθέμενη βρύση. Τότε είδα μια μεταλλική βουλίτσα σφηνωμένη στον τοίχο κι αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου εκεί. Πιέζοντάς την με το χέρι μου αυτή υποχώρησε και το νεράκι άρχισε να ρέει. Αλλά ταυτόχρονα άρχισε να ρέει κι ο αφρός και να εγκαταλείπει άρον άρον την χούφτα μου προτού προλάβει να ενωθεί εις υγρόν ένα με το νεράκι. Την ώρα δε που ετοιμαζόμουνα να αποκτήσω νέον αφρό κι ενώ δεν είχαν περάσει παρά μόνο μερικά νανοσεκόντ η ροή του νερού σταμάτησε. Τελικά έβαλα αφρό στο ένα χέρι και πάτησα το κουμπάκι με το άλλο. Με όσο νεράκι έτρεξε κατάφερα να πασαλείψω τα χέρια μου με το γλιτσερό πράγμα που σχηματίστηκε, για να καταφέρω να τα ξεβγάλω ούτε λόγος, τα σκούπισα με τόσο χαρτί ικανό να γεμίσει ένα τσουβάλι και θεώρησα το περιστατικό λήξαν. Και φυσικά είπα: τα επόμενα τσίσα σπίτι.

...
Το κρασάκι εύφραινε την ψυχούλα μου και την καρδούλα μου, όπως άλλωστε είναι δουλειά του να κάνει κι ακολουθώντας τη συνήθη διαδρομή που κάνουν όλα τα υγρά και που ανέφερα παραπάνω επέμενε να καταλήξει κι αυτό σε μια λεκάνη τουαλέτας. Βεβαίως κάθε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος διαθέτει τουαλέτα. Εκείνο που δεν διαθέτει όμως είναι ...ομοιομορφία στα γούστα των διακοσμητών.
Αυτή τη φορά το σαπούνι δεν ήταν αφρός, ήταν κρεμοσάπουνο που έβγαινε από ένα λεπτό ματσουκάκι που προεξείχε από το γείσο του επίσης ντιζαϊνάτου νιπτήρα. Που όμως ήταν τόσο ρηχός ώστε τα χέρια μου έπρεπε ν' ακουμπήσουν τον πάτο του προκειμένου ν' αποκτήσουν λίγο υγρό σαπούνι. Κι όταν είναι κανείς σιχασιάρης καταλαβαίνετε πως δεν είναι και το καλύτερό του ν' ακουμπήσει έναν νιπτήρα δημόσιας χρήσης. Κρατώντας το πολύτιμο υγρό στα χέρια ψάχνω ένα σημάδι για έναν τρόπο που θα μου δώσει μικρή έστω ποσότητα από το πολυπόθητο νεράκι. Στην περίπτωση αυτή το νερό θα έτρεχε - υπέθεσα - από ένα ανάλογο ματσουκάκι που προεξείχε πάλι από το γείσο αλλά στο κέντρο του νιπτήρα. Το ότι τα χέρια μου και σε αυτήν την περίπτωση θ' ακουμπούσαν τον πάτο του νιπτήρα είναι από τα ευκόλως εννοούμενα που παραλείπονται ωστόσο. Αλλά πώς θα έκανα το νερό να τρέξει; Δεν υπήρχε κάποιο ορατό κουμπί σε αυτήν την περίπτωση. Αλλά κάνοντας πέρα δώθε τα χέρια μου ψάχνοντας τον ΤΡΌΠΟ τον γαμημένο που θα μετέτρεπε το ματσουκάκι σε βρύση άρχισε επιτέλους το νερό να ρέει! Αχά... εδώ υπάρχει φωτοκύτταρο, σκέφτηκα. Το νερό έτρεχε λεπτό σαν κλωστούλα και για μερικά μιλισεκόντ είχα την ψευδαίσθηση πως θα πλύνω τα χέρια μου. Μετά από καμιά δεκαριά προσπάθειες κατάφερα να μετατρέψω αυτήν την ψευδαίσθηση σε γεγονός.


Χορεύοντας στο σκοτάδι

Ο φρέντος ξεσήκωνε το αποκοιμισμένο νευρικό μου σύστημα κι έφερνε σε κατάσταση πλήρους εγρήγορσης τα χαμένα στη ραστώνη του μεσημεριού εγκεφαλικά μου κύτταρα. Ο σερβιτόρος σε μια προσπάθεια να μου πει τ' ανείπωτα - ήθελα να πιστεύω η αφελής - γέμιζε ξανά και ξανά το ποτήρι μου με νερό. Κι εγώ - ακόμη πιο αφελής - το έπινα για να μου το ξαναγεμίσει. Η φίλη μου με κοίταζε με μίσος κι εγώ με τρόμο ένιωθα την κύστη μου να γεμίζει ταχύτατα. Και καθώς μια γεμάτη κύστη είναι το τελευταίο που μπορείς να αγνοήσεις όταν ο σερβιτόρος σου ρίχνει ματιές πιο επικίνδυνες για τους πάγους της Ανταρκτικής κι από την ίδια την υπερθέρμανση του πλανήτη, σηκώθηκα όλο χάρη αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στην ξενέρωτη φίλη μου. Αφού όλο το νερό βλέπετε το είχα πιεί εγώ. Με ύφος που ξέρει τα πάντα, με ύφος που γνωρίζει όχι μόνο ποιός είναι θαμμένος στον τάφο της Αμφίπολης αλλά και τη θέση της γάτας του Σρέντιγκερ ακόμη, δεν θα καταδεχόμουνα ποτέ να ρωτήσω "πού είναι η τουαλέτα σας καλέ". Σκάναρα τον χώρο, είδα μια σκάλα που πήγαινε προς τα πάνω κι άλλη μία που πήγαινε προς τα κάτω, έριξα τη νοερή ζαριά μου και ξεκίνησα για κάτω μέχρι που την τελευταία στιγμή είδα το πινακιδάκι "WC" που έδειχνε όμως προς τα πάνω. Και κάνοντας μια στροφή όλο νάζι τύπου "και βέβαια ξέρω πού είναι η τουαλέτα σας καλέ" ανέβηκα. Κι εδώ αρχίζει η υπερπαραγωγή "Τρόμος στον Δρόμο για την Τουαλέτα". Ανεβαίνοντας τη σκάλα κι αμέσως μετά την πρώτη στροφή έσβησε το πίσω φως και πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα προτού "διαβάσει" την παρουσία μου ο ανιχνευτής και μου κάνει τη χάρη ν' ανάψει το εμπρός. Μόλις έφτασα στο κεφαλόσκαλο έσβησε πάλι το πίσω φως αλλά έχοντας πια σακουλευτεί τη δουλειά με τους "μηχανισμούς του διαβόλου" κοντοστάθηκα μέχρι να με αντιληφθεί το γαμημένο το φωτοκύτταρο και μου φωτίσει τον δρόμο. Μπήκα στον προθάλαμο της τουαλέτας. Εκεί υπήρχε μόνιμα αναμμένο φως. Υποψία φωτός αλλά πάντως υπήρχε "κάτι σε φως". Προχωρώ στα ενδότερα, με ανιχνεύει ο μηχανισμός και ανάβει το φως αλλά την κρίσιμη στιγμή της αυτοσυγκέντρωσης προκειμένου το εγκλωβισμένο κυστικό υγρό να πάρει εγκεφαλική άδεια προς απελευθέρωσίν του αλλά κυρίως να βρει τον στόχο του, τη λεκάνη της τουαλέτας δηλαδή, σε αυτό λοιπόν το σημείο κι ενώ οι πρώτες σταγόνες έκαναν την ηρωική τους έξοδο, σβήνει το φως! Και σε αυτό ακριβώς το σημείο του πρόσεσινγκ εγώ να πρέπει να κρατώ με το ένα χέρι το φόρεμά μου ψηλά, με το άλλο χέρι το βρακί μου χαμηλά, την ανάσα μου γενικώς και την προσοχή μου παντού μην τυχόν κι ακουμπήσει κάτι από τα προαναφερθέντα σε ανεπιθύμητες επιφάνειες. Το μόνο που θα μπορούσα να κουνήσω ελαφρά και μόνο ήταν το κεφάλι μου προκειμένου ο ανιχνευτής να με ξανααντιληφθεί και ν' ανάψει το φως ώστε να μπορέσω να συνεχίσω την δουλειά μου. Του κάκου. Ο γαμίδης ήθελε χέρι. Αναγκάστηκα να απελευθερώσω ένα χέρι και να το κουνήσω για να λάβουν χώρα αμέσως μετά απείρου κάλλους χορευτικές φιγούρες που θα τις ζήλευε - είμαι σίγουρη - κι ο Άλβιν Έιλι και που δεν χρειάζεται να σας τις περιγράψω. Στο σημείο αυτό μπορείτε ν' αφήσετε ελεύθερη την φαντασία σας. Επιτρέπω δε στη φαντασία σας να οργιάσει για εκείνες τις περιπτώσεις (ούτε μία ούτε δύο) που και να ήθελα δεν μπορούσα να κουνήσω το κεφάλι μου αφού στην κορυφή του είχα στερεώσει τα γυαλιά μου. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα γαμοσταυρίδια, εκτός από τον designer της τουαλέτας, τα εισέπραξε και ο οπτικός που όχι μόνο δεν τα έκανε τα γυαλάκια σφιχτά σαν μέγκενη αλλά ειρωνεύεται κι από πάνω: "γυαλιά θέλεις ή στέκα;". Αφού τελείωσε μισοεπιτυχώς αυτός ο εφιάλτης, εννοείται πως θέλησα να πλύνω τα χέρια μου όπου εκεί αρχίζει ένας δεύτερος. Και σε αυτό το σημείο σκέφτηκα την φίλη μου που θα κάνει "ανενόχλητη" παιχνίδι με τον σερβιτόρο ΜΟΥ κι άρχισα βιαστικά να ψάχνω για το τρίπτυχο σαπούνι-βρύση-νερό. Το σαπούνι - υγρό βεβαίως - ήταν εύκολη υπόθεση. Τοποθετημένο κλασικά στο ειδικό δοχείο μετά του ντισπένσερ φυσικά. Καλά πάμε σκέφτηκα. Το ίδιο κλασική θα είναι και η βρύση, σκέφτηκα. Αλλά φευ... Αυτό που είδα καθόλου δεν έμοιαζε με βρύση. Ήξερα όμως ότι είναι κι έτσι ξεκίνησα να ψάχνω αρχικά ένα μπουτόν που θα της επέτρεπε να μου δώσει το νεράκι που επιθυμούσα. Αλλά δεν βρήκα μπουτόν. Άρχισα λοιπόν να κουνάω τις γεμάτες υγροσάπουνο χούφτες μου "κούνια μπέλα" θεωρώντας ότι κάπου υπάρχει ανιχνευτής κίνησης. Αλλά δεν υπήρχε ανιχνευτής κίνησης. Και σε μια κρίση διαύγειας κοιτάζω προς τα κάτω κι επιτέλους βλέπω ένα μεγαλούτσικο κουμπί στο πάτωμα. Το πατάω με λύσσα αλλά με όση λύσσα κι αν το πάτησα η ποσότητα νερού που μου έδωσε η βρύση δεν ήταν περισσότερη απ' όση χωρούσε σε μια δαχτυλήθρα. Διέταξα τον εγκέφαλό μου να θεωρήσει τα χέρια μου πλυμένα και θέλησα να τα σκουπίσω. Αλλά δεν υπήρχαν ούτε χαρτοχειροπετσέτες, ούτε αερόθερμο αλλά μια πάνινη χειροπετσέτα με την οποία είχε σκουπιστεί άγνωστος αριθμός ανθρώπων. Έμειναν λοιπόν τα χέρια μου με το νεράκι τους αλλά μέχρι να πάρω αργά - αργά, βαριά - βαριά τον δρόμο της επιστροφής και να κατέβω τη σκάλα τόσα σκαλοπάτια όσα μου επέτρεπε κάθε φορά η ποσότητα φωτός που εναλλασσόταν με σκοτάδι, τα χέρια μου είχαν στεγνώσει. Εν τω μεταξύ ο σερβιτόρος είχε σχολάσει - ή έτσι μου είπε η φίλη μου τελοσπάντων - και η ίδια είχε φτάσει πια στο απροχώρητο με τη συσσώρευση υγρών στη δική της κύστη όπου με μια διάθεση απίστευτης κακίας την άφησα να ζήσει το δικό της δράμα χωρίς καμία διάθεση όμως προειδοποίησης από μέρους μου.


Όμορφος κόσμος, υλικός, κανονικά φτιαγμένος

Αυτή τη φορά ήθελα ουίσκι. Ον δι ρακς!! Έχοντας πάρει όρκο ότι δεν θ' αγγίξω τα συνοδευτικά ξηροκάρπια μια φωνή ανεξέλεγκτη βγήκε από μέσα μου κι άκουσα τον εαυτό μου να λέει "εκτός από φιστίκια και πατατάκια έχετε κάτι άλλο να μου φέρετε;" Είχαν. Αγγουράκια και καροτάκια τουρσί. Τα οποία όμως έπρεπε να τα πιάσω με τα χέρια. Φίνγκερ φουντ βλέπετε, μη χέσω. Αλλά επειδή είμαι σιχασιάρα κι επειδή προηγουμένως είχα πιάσει χρήματα κι ακόμη πιο προηγουμένως είχα πιάσει κι άλλα χρήματα θέλησα να πλύνω τα χέρια μου. (Θα μπορούσα εναλλακτικά να ζητήσω πιρουνάκι ή οδοντογλυφίδα) Ήπια μια γουλιά από το κίτρινο νερό που καίει για να πάρω θάρρος και μια και δυο ξεκινάω για τις τουαλέτες έχοντας κατά νου ότι θα ζήσω τον μύθο μου και σε αυτές με αξέχαστες εμπειρίες να με περιμένουν και εκεί. Παρακάμπτω το γεγονός ότι στην πόρτα της τουαλέτας στο συγκεκριμένο μαγαζί δεν υπήρχε "έλξατε" ή "ωθήσατε" αλλά υπήρχε "σύρατε" και μάλιστα χωρίς να το γράφει ή έστω να το υπονοεί και χωρίς - το τονίζω - χωρίς να ρίξω κάτω την πόρτα του τουαλετικού χώρου σε μια σπάνια στιγμή αναλαμπής έσυρα την πόρτα και μπήκα. Και όντας πανέτοιμη να λύσω έναν ακόμη γρίφο που αφορά το τρίπτυχο σαπούνι-βρύση-νερό και νιώθοντας εντελώς Ιντιάνα Τζόουνς κι εντελώς σίγουρη πως
θ' ανακαλύψω εύκολα το Ιερό Δισκοπότηρο της καθαριότητας των χεριών μου και με τη σιγουριά ότι είμαι αρκούντως εκπαιδευμένη να φέρω εις πέρας μια ακόμη επικίνδυνη αποστολή "Καθαρά Χέρια" στέκομαι ευθυτενής κι αποφασισμένη μπροστά στον εχθρό Νιπτήρα.
Και ω θεοί της καταστροφικής κι αδιευκρίνιστης απλότητας και ω δαίμονες της φαυλοποίησης του κανονικού και της κανονικοποίησης του φαύλου, ω ανείπωτα ξόρκια που αφήνουν Γόρδιους δεσμούς δεμένους στην ανέμη τυλιγμένους και χιλιοειπωμένα "άμπρα κατάμπρα" σε λάθος χρόνος και για λάθος τόπο, ω απίστευτα ξωτικά του Ιερού Συνηθισμένου, ω μάγισσες και χαρτορίχτρες που ρίχνεστε καθημερινά στη Μάχη της Ρουτίνας τί είδαν τα ματάκια μου;
Μία κανονική βρύση!!!! Την άνοιγα και την έκλεινα με τη συχνότητα και τον ρυθμό που άνοιγα κι έκλεινα τα μάτια μου προσπαθώντας ν' ανοίξει τελείως το μυαλό μου και να κατανοήσει το ακατανόητο. Μια κανονική βρύση σε τουαλέτα μοδάτου all day (and night) bar/restaurant? Πού ακούστηκε; Κι εγώ τώρα να μπορώ να πλύνω τα χέρια μου τόσο απλά και τόσο εύκολα; Και να ξοδέψω όσο νερό θα θεωρούσα απαραίτητο για να έχω χέρια καθαρά και σένια για να πιάσω τα τουρσιά; Και να τα σκουπίσω με χαρτοχειροπετσέτα από αυτές που υπήρχαν σωρός τακτοποιημένες δίπλα στον Νιπτήρα; Δεν ξανάγινε!
(Καλού κακού έριξα μια ματιά και στις τουαλέτες όπου το σταθερά αναμμένο φως ήταν γεγονός!).
Αναφωνώντας λοιπόν "ω Θεέ των Kανονικών Πραγμάτων σ' ευχαριστώ", κλίνοντας το γόνυ στη Μεγάλη Ιδέα του Απλού και υποκλινόμενη στο υπέροχο και Υπέρτατο Δημιούργημα μιας "κανονικής βρύσης" αποχώρησα μεγαλοπρεπώς. Και κυρίως έχοντας πεντακάθαρα χέρια. Το ότι πάνω στον ενθουσιασμό μου ξέχασα το "σύρατε" και συμπεριφέρθηκα στην πόρτα ως "έλξατε" κι έπειτα δοκίμασα το "ωθήσατε" με παρολίγον τραγικές συνέπειες για την μύτη μου ας μην το κάνουμε θέμα. Γιατί εγώ πριν λιώσουν τα παγάκια στο ποτό μου είχα ήδη επιστρέψει στο τραπέζι μου. Όπου βεβαίως οι τουρσολιχουδιές είχαν κάνει φτερά αλλά τί σημασία είχε; Εγώ είχα καθαρά χέρια. Και το κατάστημα μία σταθερή πελάτισσα.

* Ο τίτλος μου είναι εμπνευσμένος από τον τίτλο του βιβλίου της Arundhati Roy Ο Θεός των μικρών πραγμάτων


Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Γαία πυρί ...μοχίτο

Την αγαπάει τη ζωή. Ω ναι, την αγαπάει πολύ. Μα πιο πολύ αγαπάει την ίδια την αγάπη της για τη ζωή. Πώς γίνεται αυτό; Όταν πρόκειται για εκείνη όλα γίνονται. Εν ολίγοις της αρέσει που αγαπάει τη ζωή. Αυτό.

Τα τελευταία χρόνια κάνει πολλές αναδρομές. Πιάνει τα νήματα της ζωής της από την άκρη. Τη μία άκρη, την αρχική. Την άλλη δεν τη βλέπει. Ακόμα. Τα πιάνει απαλά τα νήματα, τα ξεχωρίζει, τα ταξινομεί και μετά τα πλέκει. Πότε ανά χρώμα, πότε ανά μυρωδιά, πότε ανά γεύση, πότε ανά μέγεθος και πότε ανά είδος. Πότε δυό δυό, πότε τρία τρία ή και περισσότερα και μετά αυτές τις μικρές πλεξούδες τις πλέκει σε μεγαλύτερες ώσπου να ενωθούν όλες σε μία. Στο τέλος μένει σκεπτική να την κοιτάζει, να παρατηρεί προσεκτικά τους χρωματισμούς που κάθε φορά είναι διαφορετικοί ανάλογα ποιό νήμα έπλεξε με ποιό, ποιά πλεξούδα ένωσε με ποιά. Με το βλέμμα προσπαθεί να διεισδύσει στην καρδιά της πλεξούδας, στο κέντρο της που αυτή η ίδια δημιούργησε όταν έπιασε τα νήματα ένα ένα. Όμως ανάλογα τις επιλογές των νημάτων το αποτέλεσμα διαφέρει, στο κέντρο δεσπόζουν κάθε φορά διαφορετικά κομμάτια της πορείας της από την πρώτη της μέρα μέχρι την τωρινή της μέρα. Όμως όταν κοιτάζει την πλεξούδα, ό,τι χρώμα κι αν έχει κάθε φορά, ό,τι οσμή και ό,τι γεύση ξέρει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι αυτή είναι η ζωή της. Ακριβέστερα αυτή είναι η πορεία της ζωής της μέχρι εκείνη την πολύ συγκεκριμένη στιγμή που τελείωσε με τα πλεξίματα και παρατηρεί το έργο της. Ό,τι πονηριά κι αν έχει κάνει όσο κι αν προσπάθησε να "χειριστεί" το πλέξιμο, όση δεξιοτεχνία κι αν έβαλε ώστε το αποτέλεσμα το τελικό να είναι περισσότερο επιθυμητό ξέρει πως πίσω από κάθε χρώμα υπάρχει ένα άλλο που ίσως προσπάθησε να κρύψει, ξέρει ότι στην επόμενη προσπάθειά της θα εμφανιστεί αυτό το άλλο πίσω από το προηγούμενο ορατό. Δεν την ξεγελάς την πλεξούδα. Όλα βρίσκονται πάντα κρυμμένα εκεί.

Αυτή λοιπόν είναι η μέχρι τώρα ζωή της. Και χαίρεται κάθε φορά να διαπιστώνει πως τα νήματα έχουν αρχή αλλά δεν έχουν τέλος. Δηλαδή έχουν αλλά δεν είναι ορατό. Όσο καλά κι αν κοιτάξει τα νήματα, αυτά απλώς ξεθωριάζουν προς στο μέλλον. Και ξέρει πως όταν τα νήματα κοπούν και φανεί η άλλη άκρη τους εκείνη δεν θα μπορέσει να τη δει.

Πάντα πίστευε πως οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν διαλείμματα από τη δυστυχία τους. Όπως πρέπει να κάνουν και διαλείμματα από την ευτυχία τους. Όταν βέβαια αυτή τους κάνει την τιμή να χτυπήσει την πόρτα τους. Η δυστυχία δεν ρωτά. Έρχεται ακάλεστη. Σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται τελοσπάντων οι άνθρωποι καλό είναι να κάνουν "στάση" για να κοιτάξουν τριγύρω,  να κάνουν "παύση" για να πάρουν "μυρωδιά" τί γίνεται παραέξω από τον μικρόκοσμό τους. Κι ανάλογα τον χαρακτήρα του ο καθένας να συμπεριφερθεί.

Υπάρχουν άνθρωποι που όντας ευτυχισμένοι - ή που έτσι νομίζουν τουλάχιστον - δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Κι όταν είναι δυστυχισμένοι πάλι το ίδιο κάνουν. Και στις δύο περιπτώσεις το λάθος είναι ένα: νομίζουν πως ακόμα και πέρα από τη "μύτη" τους οι άλλοι άνθρωποι βιώνουν την ίδια κατάσταση με τους ίδιους. Λάθος μέγα. Κανένας άνθρωπος δεν βιώνει την ίδια κατάσταση με κανέναν άλλον. Ο κάθε άνθρωπος βιώνει ΜΙΑ κατάσταση ΣΥΝ τον χαρακτήρα του, την κοσμοθεωρία του, την ιδεολογία του ΚΑΙ έναν καταλύτη δώρο: την προτεραία αυτού κατάσταση.

Ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις, ας πούμε ενός πολέμου - θυμόταν πως της είχε διηγηθεί άπειρες ιστορίες η μητέρα της και η γιαγιά της που βίωσαν πολέμους - οι άνθρωποι προσπαθούν να βρίσκουν τρόπο να απομακρύνουν για λίγο το μυαλό τους από αυτό που βιώνουν. Να απομακρύνουν το μυαλό, όχι το γεγονός. Όχι για να ξεχάσουν ή να μην βλέπουν ή να βλέπουν αλλιώς ή να μην ενδιαφέρονται. Αλλά για να ξεπηδούν για λίγο έξω από το κάδρο. Να το κοιτούν από απόσταση. Να καθαρίζει η ματιά ή να ξεκαθαρίζει το τοπίο. Κάτι σαν "επανεγκατάσταση" που θα λέγαμε και στις μέρες μας. Κι όταν το πράγμα ζορίσει, οι πιο δυνατοί θα μπορούσαν να κάνουν και μία "καθαρή" (εγκατάσταση) που λένε οι πιο προχωρημένοι.

Η ίδια το τηρούσε ευλαβικά. Το προσπαθούσε και το κατάφερνε. Της άρεσαν τα ταξίδια. Και τα βιβλία. Και οι μικροί έξοδοι. Οι μικρές αποδράσεις όπως συνηθίζουν να λένε κάποιοι παρότι οι ίδια σιχαινόταν αυτήν την έκφραση. Δεν ένιωθε φυλακισμένη άρα δεν είχε ανάγκη ν' αποδράσει από κάπου. Δεν ήταν εγκλωβισμένη πουθενά άρα μπορούσε - αν ήθελε - να χρησιμοποιήσει τα φτερά της. Δεν ήταν στριμωγμένη από κάτι άρα είχε χώρο για ν' αφήσει το ταμπεραμέντο της ν' απλωθεί. Και τα παπούτσια της άρεσαν. Είχε σχεδόν 100 ζευγάρια. Αυτά τα τελευταία όμως έγιναν θυσία στο βωμό της απίστευτης οικονομικής κατρακύλας της. Όχι τα παλιά της παπούτσια (που μόνο παλιά δεν ήταν) αλλά η επιθυμία της για καινούργια ήταν αυτό που θυσίασε προκειμένου να: μπορεί να βγει για ένα ποτό, ν' αγοράσει βιβλία, να πάει στη θάλασσα, να ταξιδέψει. Γι' αυτό τα παπούτσια της τα είχε "κοκό κι αυγό", τα πρόσεχε σαν τα μάτια της. Τα καθάριζε, τ' αρωμάτιζε, τα περιποιόταν. Τα είχε δηλαδή ΣΑΝ καινούργια.
Ήξερε πως αυτό το ταξίδι στη Μαδρίτη θα της στοίχιζε τις καλοκαιρινές διακοπές. Το ήξερε και το αποδέχθηκε. Αυτό προτίμησε κι αυτό επέλεξε. Δεν το μετάνιωσε. "Διακοπές" δεν πήγε. Διακοπές με την έννοια που τις εννοεί ο κόσμος. Όχι η ίδια. Είχε άλλη άποψη για το τί είναι οι διακοπές: μια καθαρά εσωτερική υπόθεση. Και καμιά τριανταριά και βάλε θαλασσινά μπάνια. Τα οποία φυσικά και έκανε... Και βάλε... Και μπορεί να μην ΠΗΓΕ, πάντως ΕΚΑΝΕ διακοπές. Κι αφού δεν πήγε άρα δεν επέστρεψε από αυτές κι έτσι είναι σαν να μην τέλειωσαν ποτέ οι διακοπές της. Μόνο με τα ταξίδια ηρεμούσε, μόνο στη θάλασσα σκεφτόταν. Κι όταν έμπαινε πάλι στο κάδρο, στην καθημερινότητά της δηλαδή, είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. Ήξερε ακριβώς τί να κάνει. Κι όταν δεν ήξερε προτιμούσε να μην κάνει τίποτα παρά μόνο να πάρει ένα ποτό (ποτάκι που λένε κι οι άλλοι... τί σιχαμένη λέξη) και να επικοινωνήσει με τη γεύση του ή τη μυρωδιά του όπως ακριβώς επικοινωνούσε και με τη θάλασσα. Να χαζέψει την υγρή υφή του και το χρώμα του, να μιλήσει με τα συστατικά του.

Στον πλανήτη γινόταν το σώσε. Στη χώρα γινόταν το σώσε. Όχι από αυτούς που θα 'πρεπε. Από τους άλλους. Που ετοίμαζαν νέα χτυπήματα, νέες επιθέσεις. Που οργάνωναν ένα "καυτό φθινόπωρο". Αυτή το ήξερε. Αλλά μόνη της δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Γιατί το ήξερε πως ήταν μόνη της. Κι όσους άλλους γνώριζε που βίωναν την ίδια κατάσταση αλλά και την κατανοούσαν με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο κι αυτοί μόνοι τους ήσαν. Πολλοί αλλά σκόρπιοι. Άρα αναποτελεσματικοί.

Έμοιαζαν σε πολλά. Διέφεραν σε περισσότερα. Δεν την πείραζε που οι επιλογές τους δεν ταίριαζαν με τις δικές της. Της έφτανε που όταν ένωναν αυτές τις διαφορετικότητες δημιουργούσαν νέα γλώσσα. Όταν εναρμόνιζαν τις κινήσεις τους σχημάτιζαν στιβαρή χορογραφία. Όταν συντόνιζαν τις ανάσες τους έπαιρναν δύναμη. Όταν έπιναν τα ποτά τους δεν είχε καμία σημασία που εκείνη προτιμούσε μπίρα κι εκείνοι μοχίτο. Το μοχίτο δεν σήμαινε τίποτα γι' αυτήν. Αυτός που το πίνει σημαίνει. Η ματιά του σημαίνει. Αυτό που συμβολίζει ένα μοχίτο σημαίνει. Αν το μοχίτο δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα νόστιμο ποτό δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα καθαρά ποτά που προτιμούσε η ίδια. Τα σκέτα που λέμε.

Και ναι. Πολεμούσαν οι άνθρωποι. Σκοτώνονταν οι άνθρωποι. Δεν είχαν δουλειές οι άνθρωποι, χρωστούσαν οι άνθρωποι. Πεινούσαν κι όλας. Υπέφεραν. Κι όσο εξαθλιώνονταν τόσο ανενεργοί γίνονταν. Παθητικοί, αδιάφοροι, ανήμποροι. Και φυσικά μόνοι. Κι εκείνη ήξερε πως αν θυσίαζε τις "μικρές αναλαμπές/διαλείμματα από την άσχημη καθημερινότητά της" για να βρίσκεται μόνιμα μέσα στο κάδρο στο τέλος θα τρελαινόταν. Ήξερε πως αν ένα ποτό μπορούσε να είναι φάρμακο γι' αυτήν, τότε έπρεπε να το πιεί. Και ποτέ της δεν κατάλαβε γιατί υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τη ζωή τόσο μονοδιάστατα. Που βλέπουν δύο χρώματα μόνο. Που δεν αναγνωρίζουν στον άλλον το δικαίωμα της ανεπάρκειάς του, να μην θέλει ή να μην μπορεί. Που δεν διακρίνουν τί κρύβει το γέλιο από πίσω. Που δεν είναι ικανοί να ξύσουν την επιδερμίδα του φαίνεσθαι για να δουν τί υπάρχει από κάτω. Που το διαζευκτικό "ή" έχει αντικαταστήσει την σκέψη τους. Που συνοψίζουν την πεμπτουσία της πολυδιάστατης εποχής που διανύουμε στη φράση "ή μοχίτο ή επανάσταση".
Ε λοιπόν όχι. Μπορούν να γίνουν και τα δύο.
Αλλά επειδή η ...επανάσταση αργεί ακόμα (αν γίνει δηλαδή ποτέ)... ποτάκι;