Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα να βγάλει τα κάστανα απ' τη φωτιά...



Ήταν ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ.
Αυτή τη χρονιά ο χειμώνας άργησε να έρθει. Δηλαδή ημερολογιακά δεν άργησε, στην ώρα του ήρθε, μόνο που η ουρά του καλοκαιριού παραήταν μακριά αυτή τη χρονιά.
Κι έτσι, η θερμοκρασία βρισκόταν σε υψηλά για την εποχή επίπεδα.
Όμως τελικά τα χιόνια στο καμπαναριό που Χριστούγεννα σημαίνουν δεν άργησαν να έρθουν. Μαζί και οι βροχές και οι αέρηδες και το κρύο. Ειδικά στα βόρεια της χώρας η θερμοκρασία είχε πέσει κατακόρυφα.

Και τότε ένα κοριτσάκι είπε "βαρέθηκα τη θαλπωρή του σπιτιού κι ολημερίς να παίζω με τις κούκλες μου, δεν βγαίνω στους 3º C να πουλήσω κανά σπίρτο μέρες που είναι;"
Πήρε λοιπόν τα σπίρτα της και βγήκε.
Αλλά πάνω στη βιασύνη της δεν ντύθηκε καλά και κρύωνε.
Καλύτερα έτσι, σκέφτηκε. Θα με νομίζουν φτωχούλα και θα μου αγοράσουνε τα σπίρτα μου. Πού να φανταστούν πως εγώ βγήκα στους δρόμους από ανία και πλήξη.

Καθόταν λοιπόν σε μια γωνίτσα, στο τσουχτερό το κρύο και παρατηρούσε τους κατοίκους της πόλης που πηγαινοέρχονταν από βιτρίνα σε βιτρίνα κι από μαγαζί σε μαγαζί χωρίς να ψωνίζουν απολύτως τίποτα.
Καλύτερα, σκέφτηκε. Θα τους μείνουνε λεφτά και θα μου αγοράσουνε τα σπίρτα μου.
Όμως την αγνοούσαν.
Παρότι χωρίς σακούλες με ψώνια στα χέρια, ήταν ζεστά ντυμένοι, με κασκόλ και σκούφους και γάντια και παλτά και μπότες. Οι μύτες τους κατακόκκινες και το βήμα τους βιαστικό.
Δεν έβλεπαν την ώρα να χωθούν μέσα στα σπίτια τους. Γιατί όλη την ημέρα στο σουλάτσο κάποια στιγμή βαριέσαι και θέλεις να μαζευτείς. Όχι σαν το κοριτσάκι που όλη μέρα στο σπίτι το τρώει η βαρεμάρα.
Κόσμος πήγαινε κόσμος ερχότανε αλλά κανείς δεν πρόσεχε τη μικρούλα που τουρτούριζε και με μισοσβησμένη φωνή διαλαλούσε - τρόπος του λέγειν - την πραμάτεια της.
Κάποια στιγμή μια ριπή ανέμου της έριξε τα σπίρτα από την ποδιά πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.
Γιατί δεν φτάνει που έκανε κρύο, δεν φτάνει που φυσούσε, έβρεχε κιόλας. Κι αυτή η ανεπρόκοπη ούτε που σκέφτηκε να βάλει τα UGG μποτάκια της.
Σκύβει το κακόμοιρο να μαζέψει τα σπίρτα, βρήκε ένα εδώ, ένα εκεί κι ένα ακόμη παραπέρα. Μούσκεμα είχαν γίνει και το κοριτσάκι έβαλε τα κλάματα γιατί πώς θα τα πουλούσε τώρα.
Σκούπισε τα ματάκια της, όρθωσε το κεφαλάκι της και τί βλέπει;
Βλέπει πολλά ζευγάρια πόδια να στέκονται μπροστά της. Πόδια περίεργα, αντρικά έμοιαζαν.
Δηλαδή τα ίδια τα πόδια δεν είχαν κάτι περίεργο, οι μπότες και τα ρούχα έμοιαζαν περίεργα. Δεν ήταν σαν αυτά που φορούσαν οι κανονικοί άνθρωποι.
Σηκώνει περισσότερο το κεφάλι της και βλέπει αστυνομικούς!!
- Τί κάνεις εδώ, τη ρώτησαν.
- Πουλάω σπίρτα, απάντησε με τρεμάμενη φωνή το κοριτσάκι.
Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως θα τη μαλώσουν που μικρό παιδί είναι στους δρόμους και θα την έπαιρναν σηκωτή να την επιστρέψουν στο "ζεστό" σπιτικό της, εκεί που η γιαγιά της, λίγο πριν φύγει η μικρή από το σπίτι, είχε βάλει στο νερό να βράσουν 3-4 καστανάκια. Έφτιαχνε καστανόσουπα. Με αυτά τα ωραία κάστανα που πουλούσε ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος λίγο πιο κάτω. Και που η μικρή τα προτιμούσε ψητά αλλά η γιαγιά τα έκανε σούπα για να "φτουρήσουν". Ήταν πολύ ηλικιωμένος αυτός ο κύριος, πολύ πιο ηλικιωμένος απ' τη γιαγιά της. Γέρος σχεδόν. Που όμως κι αυτός, όπως κι αυτή, βαριόταν στο σπίτι του και το 'ριχνε στις πωλήσεις κάστανου.
Σκέφτηκε ακόμη πως οι κύριοι αστυνομικοί θα μάλωναν τη γιαγιά της που την άφησε να βγει με τέτοιο κρύο και μάλιστα χωρίς πανωφόρι και θα τη μάλωναν ακόμη περισσότερο αν τους έλεγε πως δεν είχε καν πανωφόρι και μετά θα πρόσεχαν πως δεν φορούσε ούτε ζεστά παπούτσια παρά μόνο κάτι πολυκαιρισμένα αθλητικά. Στενοχωρήθηκε που θα μάλωναν τη γιαγιά της για "έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο" (κάπου το είχε ακούσει αυτό) κι άρχισε να παρακαλάει τους κυρίους να αφήσουν τη γιαγιά της ήσυχη και πως δεν φταίει, η ίδια αφεαυτού κι από μόνη της βγήκε να πουλήσει σπίρτα επειδή δεν της αρέσει καθόλου η καστανόσουπα.
Αλλά τότε αυτοί οι κύριοι αστυνομικοί άρχισαν να της κάνουν περίεργες ερωτήσεις, που ευτυχώς δεν αφορούσαν τη γιαγιά της, όπως αν έχει παραστατικό, αν κόβει αποδείξεις, αν αποδίδει ΦΠΑ, αν πληρώνει φόρους εισοδήματος, ΟΑΕΕ, εισφορές, τέλος επιτηδεύματος κι άλλα ακαταλαβίστικα.
Κι εκεί πού άρχισε ν' αναρωτιέται τί είναι όλα αυτά που τη ρωτούν και τί είναι ο κάβουρας και τί το ζουμί του άρχισε ν' αναρωτιέται και πού είναι ο καστανάς.

Το τί χαρά έκανε όταν τον είδε να την περιμένει σ' ένα δωμάτιο με κάγκελα που την πήγαν οι αστυνομικοί, με εκείνο το όμορφο λευκό αυτοκίνητο με το κόκκινο και τεράστιο χριστουγεννιάτικο καρούμπαλο/λαμπιόνι στην οροφή του, δεν περιγράφεται.
Κι έτσι, η άταχτη μικρούλα που ξεπόρτισε και ο καστανάς που άλλη δουλειά δεν είχε να κάνει από το να ψήνει στα 75 του κάστανα στις γωνίες, έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα.

Κι οι άλλοι;
Κακό ψόφο να 'χουνε μέρες που είναι.








Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Περί βεβαιότητος...

Μερικές σκέψεις με αφορμή την "επ' αμοιβή" (μάλλον) διατεταγμένη υπηρεσία των απανταχού opinion maker από τους οποίους βρίθουν τα Μέσα Μαζικής Καταστρ... Ενημέρωσης, όπως έντυπα, ηλεκτρονικά και οπτικοακουστικά (βλ. τηλεόραση, ραδιόφωνο). Μέσα, μέσω των οποίων επιχειρείται - και πολλές φορές επιτυγχάνεται - η άλωση ή το "κάψιμο" των εγκεφαλικών κυττάρων δια της διασποράς "ειδήσεων" και όχι ειδήσεων, της "πληροφορίας" και όχι της πληροφορίας, της σπέκουλας εν γένει ως επιβεβαιωμένη και αδιαμφισβήτητη γνώση κάποιου γεγονότος. Πολλές φορές αυτή η προσπάθεια ενδυναμώνεται με επιχειρήματα αντλούμενα τυχαία από τους προπαγανδιστικούς κρουνούς του συστήματος ή "τεκμηριώνεται" με υποτιθέμενα ακλόνητα ιστορικά στοιχεία τα οποία η ίδια η Ιστορία αγνοεί.
Οι σκέψεις αυτές οδηγούν τα δικά μου - καμμένα ή άκαφτα ακόμη - εγκεφαλικά κύτταρα σε περιδίνηση που οδηγεί με τη σειρά της σε δίνη συνειρμών σχετικά με όσα αμολάει ο κάθε ένας που ενδύεται εξουσία (1η, 2η, 3η ή και ...4η ακόμη), αποκτά βήμα έκφρασης και δυνατότητα λόγου και προπαγάνδας μόλις βρεθεί μπροστά σε οτιδήποτε μοιάζει με μικρόφωνο. Από μικρόφωνο "ψείρα" μέχρι μικροφωνική εγκατάσταση συναυλιακών απαιτήσεων.
Ενδέχεται δε, αυτά τα υποτιθέμενα γεγονότα, οι αφελώς (και ψευδώς) τεκμηριωμένες ιστορικές αλήθειες καθώς και οι αμφιλεγόμενες έως κατασκευασμένες "πληροφορίες", να παγιωθούν κι εν τέλει να αποτυπωθούν στο ιστορικό σπιράλ καταγραφής πληροφοριών (DNA) ως αδιάψευστοι κι αδιαμφισβήτητοι μεταφορείς της ιστορικής αλήθειας ή βεβαιότητας.

Στους "Περί Βεβαιότητος Αφορισμούς" του Wittgenstein, ανιχνεύουμε το άβολο φιλοσοφικό ερώτημα: "Πώς ορίζεται η σχέση μας με ό,τι θεωρούμε βέβαιο ενώ δεν το βιώσαμε ποτέ";
«Θεωρητικά η γνώση προκύπτει από τον έλεγχό της. Αλλά ποιά η σχέση μας με προτάσεις για το εξωγλωσσικό περιεχόμενο των οποίων είναι αδύνατον να έχουμε ιδία πείρα, όταν δηλαδή δεν υπάρχει τρόπος αδιαμεσολάβητης εκ μέρους μας επαλήθευσης; Μπορώ να ελέγξω άμεσα την πληροφορία ότι αυτή τη στιγμή βρέχει. Όμως για την επαλήθευση ή διάψευση της πρότασης "ο Μέγας Ναπολέων ενδιαφερόταν για τα μαθηματικά" ή "η Ανταρκτική έχει έκταση 14,0 εκ. τετρ. χιλιόμετρα" δεν αρκούν ίδιες δυνάμεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις η γνώση εν πολλοίς είναι προϊόν εμπιστοσύνης και πίστης, γίνεται έγκυρη χωρίς εξαρχής να είναι τέτοια.
»Πολλές φορές οι πληροφορίες που μεταφέρονται μέσω μιας "εκδοχής" της Ιστορίας βρίσκονται πέραν της επαληθευσιμότητας και διαψευσιμότητας. Με βιττγκενσταϊνικά κριτήρια ανήκουν στην ίδια σφαίρα με προτάσεις όπως "η γη είναι στρογγυλή" και "η Ιαπωνία συνορεύει με την Κίνα". Με έναν λόγο, πιστοποιούνται και κοινοποιούνται ως γνώση όσο προκύπτουν από έναν μηχανισμό που βρίσκουμε ήδη σε λειτουργία. Εξού το παράδοξο: έγκυρη γνώση δεν σημαίνει κατ' ανάγκη βέβαιη γνώση. Σπανίως διακρίνουμε μεταξύ των δύο. Ίσως επειδή συχνά, παρατηρεί ο Wittgenstein, η λέξη γνώση κάνει μάγια1».

»Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης του πολιτισμού, όπως την περιγράφει ο Νόρμπερτ Ελίας2 το πολιτισμικό χάσμα δύο εποχών επιτρέπει την πρόσληψη των κυρίαρχων θυμικών συμπεριφορών μιας παλαιότερης εποχής από μια νεότερη ως ιστορικά ξεπερασμένα, κατώτερα ή γραφικά και ως εκ τούτου αστεία και γελοία. Αυτό συμβαίνει γιατί ο ιστορικός μετασχηματισμός οδηγεί σε κοινωνιογενέσεις και ψυχογενέσεις διαφορετικών ιστορικών θυμικών μοντέλων ανθρώπινης συμπεριφοράς και συγκρότησης3»
Ωστόσο δεν είναι λίγες οι φορές όπου το πολιτισμικό αυτό χάσμα λειτουργεί ως "πλυντήριο" όπου μέσα σε αυτό μπαίνουν οι "βρώμικες ιστορικές αλήθειες ή τα ψέμματα" και βγαίνουν από εκεί ως μοναδικές και πεντακάθαρες ιστορικές αλήθειες ενδεδυμένες τον μανδύα της επιστημονικότητας, της τεκμηρίωσης και της πέραν πάσης αμφιβολίας απόδειξης.



" Έχει και τουμπλέκια ο πούτζος* μου, έχει και τρουμπέττες. 
Όποια θέλω θα μεταχειριστώ"**...
...λέει ο Καραϊσκάκης, δηλαδή θα συμμαχήσει με όποιον του επιτρέψει να κρατήσει το αρματολίκι του. Ο δε εκπρόσωπος της Διοίκησης του απαντά ότι με όποιον και να πάει θα του αφαιρέσουν έτσι κι αλλιώς το αρματολίκι.
(Το επεισόδιο αυτό φαίνεται πως είναι η πηγή έμπνευσης για το τραγούδι " Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω" των Καλογερόπουλου - Παπακωνσταντίνου, από την ταινία "Οι Ιππείς της Πύλου" το οποίο φυσικά ουδέποτε τραγουδήθηκε από τον Καραϊσκάκη αλλά είναι προϊόν μυθοπλασίας. Πολύ βολικής μεν αλλά πάντως μυθοπλασίας). 
Αυτή η ιστορία δεν διαθέτει τίποτε το "εθνικώς υπερήφανον" και τίποτε το ηρωικόν βεβαίως. Παρά πρόκειται για προϊόν εκβιασμού του Έλληνα οπλαρχηγού απέναντι στην Κεντρική Διοίκηση όταν η σύγκρουσή τους πλέον έχει κορυφωθεί. Πιο ...ευγενικά και καθωσπρεπικά πρόκειται για "διαπραγμάτευση" του Καραϊσκάκη σχετικά με το αρματολίκι των Αγράφων. Όμως, με αφορμή αυτήν τη σύγκρουση, τις στιχομυθίες που την επένδυσαν και τους διαλόγους που διημείφθησαν, δημιουργήθηκε ένα τραγούδι το οποίο αποδόθηκε εκ της πλαγίας στον οπλαρχηγό, όχι όμως εκ του πονηρού των δημιουργών του, και το οποίο σιγά σιγά αποτυπώθηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο ως ένα ακόμη λαμπρό πεδίον δόξης, δεκαπεντασυλλαβικού αυτή τη φορά.
«Οι εκδηλώσεις ενθουσιασμού, συγκίνησης, ταύτισης με πρόσωπα και σύμβολα της ιστορίας, χρειάζονται μηχανισμούς πυροδότησης και εύφλεκτη ύλη για την εξάπλωσή τους. Η σημερινή δημόσια πρόταξη της άνευ λόγου βωμολοχίας, η απειλή σεξουαλικής βίας, ο βιασμός, ως ένα ακόμη σκαλοπάτι στην ταπείνωση του αντιπάλου αλλά και στον φρονηματισμό των δικών μας, αποτελεί μέθοδο επιβολής στις παραδοσιακές κοινωνίες. Η αποδοχή και η μαζική υποδοχή της όμως, με το πρόσχημα του πατριωτισμού, του δυναμισμού και της επαναστατικότητας δεν είναι απλώς οπισθοδρόμηση, αλλά άλμα στο βαθύ παρελθόν4.

»Η μαζική κατανάλωση της ιστορίας αλλά πιο έντονα της τοπικής ιστορίας υπακούει σε συγκεκριμένες νόρμες της εθνικής κυρίαρχης ιδεολογίας αλλά και της εξαίρεσης, δηλαδή της ιδιαίτερης και μοναδικής συμβολής του τόπου στο όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης.
Η σύγχρονη αστική δημόσια σφαίρα που συνήθως ξεδιπλώνονταιοι αντιπαραθέσεις, με αφορμή το παρελθόν εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς τη μελέτη της διαμεσολάβησης των Μέσων Μαζική Επικοινωνίας. Μέσω αυτών η δημόσια σφαίρα, σταδιακά στο αστικό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, χάνει τον αυτοπρόσωπο, άμεσο χαρακτήρα της και μεσοποιείται, καθώς η δημόσια συζήτηση και αντιπαράθεση μεταφέρεται από τους φυσικούς δημόσιους χώρους στη δημόσια σφαίρα των Μ.Μ.Ε.».

Έτσι η ταύτιση του μέλους μιας κοινωνίας, που ακόμη δεν έχει "αποκτήσει" τον χαρακτήρα της ούτε έχει "βρει" τον βηματισμό της, και με έστω αμφιλεγόμενες και ατεκμηρίωτες στιγμές του παρελθόντος, ή δοξασίες και εικασίες ή κατασκευασμένα "ντοκουμένα" είναι πολύ θλιβερό να αντικαθιστά τις ιδιαίτερες και μοναδικές προκλήσεις της κάθε εποχής και να αποκτά την επαναστατημένη υποκειμενικότητα του καθενός μας, είτε αυτή εκτονώνεται σε δράση, είτε όχι.

_________________________________________
Κατά πάσαν πιθανότητα θα πει "πηγάδι".
** Από επιστολή του Γ. Καραϊσκάκη της 15/4/1824 στον Στορνάρη στο πλαίσιο επαπειλούμενης εμφύλιας σύγκρουσης. Τουμπλέκια είναι τα όργανα του τουρκικού ιππικού, και τρομπέτες τα ελληνικά όργανα.
(Ν. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεων των Ελλήνων 1821-1833, εισαγωγή - σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννης, τ. Ι, Αθήνα 1939, σ. 401-403). 
_________________________________________
1    Νικήτας Σινιοσόγλου, Μοιχός των Μουσών, στο "Αναπάντεχες Αφηγήσεις του Παρελθόντος"
2    Νόμπερτ Ελίας, Η εξέλιξη του πολιτισμού. 
3,4  Νικήτας Σινιοσόγλου, Μοιχός των Μουσών, στο "Αναπάντεχες Αφηγήσεις του Παρελθόντος"
 

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Είπα να σβήσω τα παλιά, σε ήχο κάθετο...

Αχ πώς χτυπούσε η καρδιά της... το παρελθόν φυγείν αδύνατον τελικά... σκεφτόταν.
Άκουγε την προεκλογική καμπάνια κι αυτή η μάζα αιμοφόρων αγγείων που τη λέμε καρδιά "έκοβε" χιλιόμετρα. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω. Ανατολικά-δυτικά και το αντίστροφο. Τον χάρτη της χώρας τον είχε διασχίσει εκατοντάδες φορές. Απ' άκρη σ' άκρη.
Όπου και να πάω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κάποιος παλιός. Το ίδιο σκεφτότανε και κείνη. Μόνο λίγο διαφορετικά: όπου κι αν ακουμπήσω αυτός ο χάρτης με πληγώνει, σκεφτότανε.
Κολιάτσου-Παγκράτι −που λέγανε παλιά τον είχε κάνει τον χάρτη η καρδούλα της.
"Ξεμπερδεύουμε με το παλιό", άκουγε.
Άκουγε ευρισκόμενη σε απόσταση ασφαλείας, γιατί όσο τα 'λεγαν αυτοί τόσο μεγάλωνε κι η μύτη τους. Κι αν έσπαγε την οθόνη και την πετύχενε στο δόξα πατρί; 
Οι αποστάσεις σώζουν ζωές. Αχ και τί θυμήθηκε μόλις σκέφτηκε τις αποστάσεις.
Τελικά...
Ό,τι και να πω η γλώσσα με πληγώνει, σκέφτηκε. Γιατί είμαι κάθε λέξη του παρελθόντος μου και θα διώξω τον πόνο μ' ένα άρθρο σ' ένα νόμο, ξανασκεφτότανε. Κι έκανε και ρίμα, έτοιμο το ποιηματάκι της. Ό,τι έπρεπε για την πίσω μεριά μιας σελίδας παλιού ημερολογίου.
Ξεμπερδεύουμε με το παλιό, ξαναάκουγε.
Εντάξει, υπερβολές. Αυτοί δεν θα ξεμπερδέψουνε με το παλιό γιατί είναι ήδη οι ίδιοι παλιό. Κανονικά θα 'πρεπε να λένε "ξεμπερδεύουμε το το πιο παλιό". Και καλό θα ήταν να το ονοματίσουν κιόλας. "Ξεμπερδεύουμε με τον τάδε και τον τάδε κ.λπ." έπρεπε να λένε. Αλλά δεν το έλεγαν. Της έβαζαν όμως ιδέες.
Να ξεμπερδέψει η ίδια με το παλιό. Το δικό της παλιό. Αλλά μετά σκέφτηκε πως καραδοκεί το ...νέο κι είπε: ουπς καλά είμαι εδώ. Μια χαρά είναι το παλιό.
Το φωτεινό της παράθυρο βέβαια ήταν πια ερμητικά σκοτεινό. Εκείνη όμως είχε φροντίσει να κλειστεί μέσα του. Ήταν εκεί, παρούσα. Είχε τρυπώσει. Το μόνο που δεν μπορούσε να βγει. Πώς να βρει τον δρόμο προς την έξοδο μέσα από το σκοτάδι; Την έπνιγε αυτό το σκοτάδι, είχε αρχίσει και μύριζε κλεισούρα. Σκοτάδι, γεμάτο εμμονές. Όχι, όχι δικές της. Του άλλου οι εμμονές την έπνιγαν. Μα είναι δυνατόν; σκέφτηκε. 
Εκείνη δεν μπορούσε να βρει διέξοδο επειδή δεν έβλεπε στα σκοτεινά κι εκείνος ενώ μπορούσε κι έβλεπε είχε τελείως τυφλωθεί.
Εγκλωβισμένη, δεν έκανε σπασμωδικές κινήσεις.
Έκανε όμως φωτεινές σκέψεις.
Γενικώς σκεφτότανε πολύ.
Χρόνια τώρα το ίδιο τροπάρι. Το νέο που διώχνει το παλιό, το φρέσκο που διώχνει το μπαγιάτικο. Η φωτιά με τη φωτιά. Κι ο έρωτας με τον έρωτα. Τον άλλον. Ο νέος είναι ωραίος αλλά ο παλιός αλλιώς, λέγανε παλιά.
Γενικώς λέγανε πολλά οι παλιοί.
Τί την έπιασε τώρα να τα θυμηθεί όλα τούτα.
Αν θέλει να ξεμπερδέψει με το δικό της παλιό ας κάνει έναν απολογισμό, μια σούμα. Είχε περάσει και καιρός, εύκολο θα 'ταν. Νόμιζε.
Μια ανακεφαλαίωση χρειάζεται. Να ξαναθυμηθώ για να ξεχάσω.
Tί κόλλημα μ' αυτόν τον άνθρωπο όμως...
Αχ... τί μπέρδεμα τελικά...
Οκτώβρης ήταν ...αλλά μπορεί και Νοέμβρης. Τόσες φορές τα 'χε ξανασκεφτεί, τόσες διαδρομές πίσω στο χρόνο είχε ξανακάνει, τόσες επαναλείψεις, τόσες βουτιές στο χωροχρονικό πηγάδι του παρελθόντος κι όμως δυσκολεύτηκε να θυμηθεί. Οκτώβρης ή Νοέμβρης; Μπορεί όμως και νωρίτερα. Μπορεί η πρώτη σπίθα να άναψε τη φλόγα πιο πριν. Σιγά σιγά. Ύπουλα. 
Μα έχω τα γράμματα, σκέφτηκε. Θα κοιτάξω τα γράμματα. Είπαμε να θυμηθώ για να ξεχάσω αλλά δεν είναι κακό να έχω και κάποια βοήθεια. Τα γράμματα λοιπόν. Πού τα 'χει βάλει όμως τα γράμματα; A ναι, θυμήθηκε. Στο συρτάρι με τα λογιστικά. Κάτω, κάτω. Να μην τα βλέπει και συγχίζεται. Ώπα, σκέφτηκε. Να συγχίζεται; Μα νόμιζε πως τα 'κρυψε εκεί κάτω καλά καλά για να μη στενοχωριέται. Για δες!! Η στενοχώρια που έγινε σύγχιση. Καλά πάμε, σκέφτηκε. 
Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Ο ήχος του δεν της άρεσε. Δεν ήταν πως είχε κάτι διαφορετικό αυτός ο ήχος. Έτσι χτυπούσε πάντα το τηλέφωνο. Με αυτόν τον ήχο χτυπούσε όποιος κι αν ήταν στην άλλη μεριά της "γραμμής". Αλλά αυτό το προαίσθημα... Αυτό το προαίσθημα... Ήξερε πως ήταν κάτι νέο στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Αυτό που φοβόταν δηλαδή.
Κρύφτηκε πίσω από τον καναπέ λες κι η συσκευή είχε κάμερα και θα την έβλεπε κανείς. Κρύφτηκε να μην ακούει αλλά είχε μπερδέψει τις αισθήσεις. Η όραση και η ακοή ένα κουβάρι στο μυαλό της. Ένας χυλός από αναμνήσεις. Μια θάλασσα από φωτιά. Το παλιό, το παλιό, μόνο να 'ναι το παλιό στο τηλέφωνο, παρακάλεσε κάποια άγνωστη δύναμη που όλα τα μπορεί και πάντα τα καταφέρνει αλλά που την θυμόμαστε όταν ξέρουμε πως όλα τ' άλλα πια έχουν σωθεί.
Το παλιό. Ασπίδα προστασίας. Άσυλο. Κύματα αντισωμάτων στις φλέβες της. Αγάπη ατελέσφορη.
Ξεμπερδεύουμε με το παλιό, θυμήθηκε τη φωνή.
Ε όχι ρε φίλε... εγώ δεν θέλω να ξεμπερδέψω με το παλιό. Δεν ήταν μπέρδεμα το παλιό. Και δεν ήταν καθόλου "παλιό".  Ήταν απλώς μια σύντομη (και περίπλοκη) ιστορία αγάπης.
Αυτό το δικό της "παλιό" ήταν το καινούργιο "νέο". Και ήρθε για να μείνει. Αλλά ήταν σίγουρη πως η άγνωστη δύναμη δεν θα της έκανε την χάρη. Δεν θα ήταν αυτό στο τηλέφωνο.
Σήκωσε το ακουστικό και με μια απότομη και κάθετη κίνηση το ξαναέβαλε στη βάση του. Ο ήχος ακούστηκε σαν κραυγή. 
Τελικά;
Τελικά ξεμπερδέψαμε με το νέο.