Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Η ΚοκκινοFundίτσα.

Μια φορά κι έναν γεμάτο-από-ψέματα-καιρό η Κοκκινοσκουφίτσα περπατούσε αμέριμνη. Όταν έφτασε στη μέση του δάσους συνάντησε ένα ξέφωτο και στη μέση ένα όμορφο κτίριο. Απ' έξω έγραφε Τράπεζα. Μη γνωρίζοντας τί είναι αυτό και νομίζοντάς το καταφύγιο για τους κουρασμένους πεζοπόρους του δάσους ή για να προφυλαχθούν από τον κακό τον λύκο, στάθηκε απέξω και χάζευε.
Μέσα είδε πολλά τραπέζια με ανθρώπους να κάθονται σε αυτά. Δηλαδή δεν κάθονταν πάνω στα τραπέζια αλλά στις καρέκλες δίπλα στα τραπέζια.
- Αχά... κάποιοι κουράστηκαν, σκέφτηκε.
- Ή μήπως κυκλοφορεί κάπου εδώ γύρω ο κακός ο λύκος; ξανασκέφτηκε και προτίμησε την ...ασφάλεια του κτιρίου που νόμιζε καταφύγιο. 
Έσπρωξε λοιπόν την πόρτα και μπήκε.
Βρήκε ένα άδειο κάθισμα μπροστά από ένα τέτοιο τραπέζι και κάθισε να ξαποστάσει. Νόμιζε.
Το καλάθι της ήταν βαρύ, είχε πολλά καλούδια μαζέψει, γι' αυτό και το ακούμπησε στο πάτωμα. Ο κύριος απέναντί της αρχικά δεν της έδωσε σημασία κι έτσι η μικρή μας φίλη άρχισε να σκέφτεται τί να κάνει το περιεχόμενο του καλαθιού της.
"Θα τα μοιράσω", σκέφτηκε.
Εκείνη την ώρα ακριβώς, ο κύριος "τραπεζίτης" σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε.
Η μικρή ένοιωσε σα να διάβασε τη σκέψη της, οπότε αμήχανα την επανέλαβε δυνατά.
- Σκέφτομαι να μοιράσω τα παραπάνω καλούδια μου σε άλλους ανθρώπους.  
Και συνέχισε πάλι φωναχτά. 
- Ίσως έχουν κι αυτοί κάτι περισσευούμενο να μου δώσουν. 
- Και γιατί να τα μοιράσεις; Καλύτερα να τα πουλήσεις, της απαντάει ο κύριος.
- Μα δεν μπορώ να γυρνάω από σπίτι σε σπίτι και να παρακαλάω. Και με τί θα με πληρώνουν; Με δικά τους περισσευούμενα; Έρχεστε στην αρχική μου σκέψη.
- Θα σε πληρώνουν με χρήματα. Και δεν χρειάζεται να τριγυρνάς από δω κι από εκεί. Θα σου ετοιμάσουμε έναν χώρο, ένα μαγαζάκι, εκεί θα στέκεσαι εσύ κι εκείνοι θα έρχονται σε σένα. Ό,τι σου περισσεύει πέτα το.
- Ωραία ιδέα, σκέφτηκε η μικρή. Και πώς θα γίνει αυτό; Κι εσείς τί θα κερδίσετε από αυτό;
Tότε, ο κύριος "τραπεζίτης" φώναξε έναν κακόμοιρο που καθόταν σε άλλο τραπέζι και που η μικρή δεν τον είχε προσέξει.
- Κύριε Κακομοίρογλου δώστε μου τα λεφτάκια που σας περίσσεψαν, να σας τα φυλάξω εγώ, κι όχι μόνο δεν θα πληρώσετε "ενοίκιο" ή "φύλαχτρα" αλλά θα σας δώσω και μποναμά στο τέλος του χρόνου. Είμαστε καλοί άνθρωποι εμείς εδώ.
Αφού τελείωσε το αλισιβερίσι γύρισε στη μικρή και της έδωσε τα λεφτά.
- Ορίστε, πάρτα και σε καλή μεριά. Αλλά δεν σου τα χαρίζουμε, θα μας τα επιστρέφεις λίγα λίγα. Όσο πιο λίγα τόσο πιο καλά. Αλλά κάθε "λίγα" θα μας δίνεις και κάτι παραπάνω που σε εξυπηρετήσαμε.
Η μικρή Κοκκινοfundίτσα δεν κατάλαβε τίποτα, ούτε ήθελε να μπλέξει. Είπε ότι θα πάει να ρωτήσει τη γιαγιά της και θα επέστρεφε στο "καταφύγιο" να απαντήσει στον κύριο τραπεζίτη.
...
Τη συνέχεια πάνω κάτω όλοι την ξέρετε...
Στον κόσμο των παραμυθιών η Κοκκινοσκουφίτσα απλά "έσπρωξε την πόρτα και μπήκε". Σκέτο.
Στον πραγματικό όμως κόσμο η Κοκκινοσκουφίτσα "έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στο στόμα του λύκου"
Κι εδώ τη συνέχεια πάνω κάτω την ξέρετε...

Κι έτσι λοιπόν...
Μια φορά κι έναν γεμάτο-από-ψέματα-καιρό πέρασαν αυτοί καλά, ως συνήθως, κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι των παθών μας τον τάραχο.

Αλλά επειδή δεν μας αρέσουν και πολύ τα παραμύθια...
Απλά τα πράγματα. Κατ' αρχήν να συμφωνήσουμε πως η Τράπεζα δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. 'Νταξ'; Η Τράπεζα φτιάχτηκε όταν "είδε" πως κάποιος χρειάζεται λεφτά. Σκέφτηκε λοιπόν να τον "βοηθήσει" έναντι κάποιου αντιτίμου. Αλλά επειδή δεν μπορούσε να βρει πού είναι το δέντρο που βγάζει λεφτά αντί για φύλλα, σκέφτηκε να τα πάρει από κάποιον που τα έχει και κάθονται για να τα δώσει σε κάποιον που να τα χρειάζεται. Με το ανάλογο ίντερεστ βέβαια, βγάζοντας κι αυτή το ...κατιτίς της. Και σε περίπτωση που δεν βρισκόταν κανείς να τα χρειάζεται σκέφτηκε να εφεύρη τρόπους για τον κάνει να τα χρειάζεται τελικά.

Πάμ' παρακάτω.
Σου περισσεύει λοιπόν ένα 1000ρικο-λέμε τώρα. Το δίνεις στην Τράπεζα με κάποιο όφελος χρηματικό ή επιβραβευτικό, τύπου φχαριστώ κι επιφυλάσσομαι ή, τώρα πλέον, φχαριστώ να'στε καλά. Η Τράπεζα - που δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα σας θυμίζω -  δανείζει το 1000ρικο, φυσικά με όφελος μεγαλύτερο από αυτό που δίνει στον 1000ούχο, σε κάποιον άλλον. Αυτός ο άλλος, ως οφειλέτης της μεγάλος, αδυνατεί να αποπληρώσει δάνειο και τόκους. Έτσι η Τράπεζα έχει μια ...τρύπα αφού χρωστάει αυτή το 1000ρικο σε σένα που της το 'δωκες και δεν έχει να στο επιστρέψει, αν το χρειαστείς αλλά αχρείαστο να 'ναι, κι έτσι ζητάει από το κράτος δανεικά κι αγύριστα. Έναντι αυτού εκχωρεί μέρος ή το όλον της κυριαρχίας της και ολο- ή ημι-κρατικοποείται. Το κράτος για να το κάνει αυτό βάνει φόρους σε όλους. Αυτός που είχε το 1000ρικο ξαναβάζει το χέρι στην τσέπη κι αυτός που το δανείστηκε, αν έχει τσέπη ή αν έχει χέρι, το βάζει κι αυτός. Αν όχι, ξαναφεσώνει το κράτος αυτή τη φορά. Κι επειδή το κράτος δεν έχει να πλερώσει υποχρεώσεις ζητάει δανεικά που όμως η Τράπεζα δεν έχει και γι 'αυτό ψάχνει κι άλλο κορόιδο να της τα ακουμπήσει (προς φύλαξιν, μην παίρνουμε και θάρρος)

Η αξία όμως της Τράπεζας, ως πτωχευμένης κόρης, πέφτει κατακόρυφα ώστε να σκέφτεσαι αντί να αγοράσω ένα χωνί κάστανα με χωρίς απόδειξη δεν αγοράζω ένα πακέτο μετοχές με απόδειξη; Έτσι η Τράπεζα ξαναγοράζεται, από ιδιώτες αυτή τη φορά, και όσα δώσαμε για να τις "κάνουμε δικές μας" εξ ολοκλήρου ή εξ ημισίας πάν' καλιά τους και να ζήσουμε να τα θυμόμαστε.

Στον αντίποδα.
Θα μπορούσε το κράτος, αντί να δώσει/κεφαλαιοποιήσει την Τράπεζα, να δώσει σε μένα τα λεφτά να ξοφλήσω τ
ην Τράπεζα και να τα χρωστάω στο κράτος. Η Τράπεζα θα ήταν τότε μια χαρά για να συνεχίσει το θεάρεστο έργο της. Όμως εγώ, ως οφειλέτης, αφού δεν είχα πριν δεν θα έχω ούτε τώρα να πληρώσω το κράτος που μου τα 'δωσε να τα δώσω στην Τράπεζα. Άρα το κράτος πάλι δεν θα έχει να πλερώσει υποχρεώσεις και θα ζητάει πάλι δανεικά που η Τράπεζα θα του τα δώσει απ' το 1000ρικο του γνωστού μαλάκα. 
Που σημαίνει ότι όλο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα κρέμεται από τα φρύδια αυτουνού που του περισσεύει ένα 1000ρικο. 

Και ουπς! μόλις ανακαλύψαμε τον κακό τον λύκο στο πρόσωπο του αφελούς 1000ριούχου που έδωσε ρος φύλαξιν" στην Τράπεζα τις οικονομίες του. Γιατί αν δεν ήταν αυτός η Τράπεζα δεν θα είχε καμία όρεξη να φάει την ...ΚοκκινοFundίτσα.
Όλα εγώ πχιά;

Συμπέρασμα:
Λίγο πριν την εποχή των παγετώνων βιώνουμε την εποχή των τεράτων. 
Των ψεμάτων-τεράτων.


Όμως εμένανε μη μου δίνετε και μεγάλη σημασία. Γιατί εγώ δεν είμαι επιστήμων οικονομολόγα. Εγώ δεν είμαι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από μια αφελής επιστήμων παραμυθατζού. Παιδιόθεν...
 ...όταν ξέραμε πολύ καλά πού σταματάει το παραμύθι και πού αρχίζει το ψέμμα.



  

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Maison "Χ"decoration

Πίσω από θαμπά "μελαγχολικά" τζάμια ένα ψυχρό λευκό φως ξεπροβάλλει μόλις ο ήλιος γείρει οριστικά για τις επόμενες ώρες, μόλις οδηγήσει την εκρηκτική μάζα ατομικών σωματιδίων, σε συσκευασία μπάλας, στο επόμενο γήινο ημισφαίριο. Μόλις ολοκληρώσει το ορατό σε μας τμήμα της φωτεινής τροχιάς του κι αφήσει πίσω του ουρά από φωτόνια κρυμμένα μέσα σε σκοτεινά κουκούλια που μετά από μερικές ώρες θα τ' αποτινάξουν από πάνω τους και θα αναδυθούν από μέσα τους δωρίζοντας το πολύτιμο φορτίο τους στους ταλαίπωρους κατοίκους αυτού του κομματιού γης που κατοικώ κι εγώ.
Αυτό το ψυχρό φως που με το πάτημα ενός κουμπιού πλημμυρίζει το απέναντι δωμάτιο είναι ανάξιος διάδοχος του ηλιακού φωτός, προσβολή στο μεγαλείο του κοχλάζοντος ηλιακού μας "δίσκου". Είναι ένα φως που δεν αξίζει τ' όνομά του. Είναι μόνο το μέσον ώστε το οπτικό νεύρο να διατάζει τον εγκέφαλο κι αυτός να διασχίζει την απόσταση από το μάτι στο αντικείμενο του ενδιαφέροντός του και να το αντιλαμβάνεται. Είναι ένας ψυχρός εκτελεστής συναισθημάτων. Ένας ανάλγητος υλοποιητής πεζών αναγκών.
Στους τοίχους διακρίνονται καναδυό καδράκια. Από τις κορνίζες μπορεί να καταλάβει κανείς και το περιεχόμενο. Είναι σίγουρο πως πρώτα αγοράστηκαν τα πλαίσια και μετά οριοθετήθηκε μέσα τους κάποιο περιεχόμενο αγνώστων στοιχείων. Έτσι, για να σπάει τη μονοτονία του υπόλευκου τοίχου και να αναγκάζεται το βλέμμα να κάνει "παύσεις", "άλματα" από το ένα σημείο στο άλλο. Σημάδια δηλαδή για να βρίσκει το βλέμμα τον δρόμο του προς το χρηστικό αντικείμενο της κάθε στιγμής.
Φαίνεται η ράχη ενός καναπέ. Σίγουρα ριχτάρι έχει πάνω του. Εμπριμέ όπως και η πολυκαιρισμένη στόφα. Από τις κοιλότητες σε κανά δυο σημεία καταλαβαίνεις  ανθρώπινη παρουσία.
Πιο πέρα ντουλάπια κουζίνας. Ενιαίος χώρος. Σάλα, τραπεζαρία ένα. Όπως και η ζωή μέσα του. Σε χρώμα εκρού με πόμολα χρυσαφιά, μαργαρίτες. Όχι παντού. Σε κανά δυο σημεία το πόμολο είναι διαφορετικό. Δεν έβρισκαν το ίδιο. Δεν τα άλλαξαν όλα.
Το σπίτι αυτό δεν είναι φτωχικό. Το σπίτι αυτό είναι μίζερο.
Το σπίτι αυτό θα μπορούσε να είναι το πιο πλούσιο του κόσμου. Θα μπορούσε να είναι ένα "σπιτικό". Αλλά δεν είναι. Το σπίτι αυτό είναι "ένα κεραμίδι στο κεφάλι".
Είναι απλώς ένα διαμέρισμα.

Κάθε χρόνο στολίζουν δέντρο σε αυτό το διαμέρισμα. 
Το ίδιο δέντρο, στο ίδιο ακριβώς σημείο. Να μισοκρύβεται από τον τοίχο, να μισοφαίνεται από την τζαμόπορτα. 
Σαν υπαινιγμός. Μην νομίζετε πως δεν τηρούμε τα έθιμα σ' αυτό το σπίτι. Να, στολίσαμε κι εφέτος. 
Ένα δεντράκι χαμηλό με τα ίδια ακριβώς στολίδια κάθε χρόνο. Λιγότερα έως καθόλου στην "σκοτεινή" πλευρά, αυτήν που δεν φαίνεται. Περισσότερα στην μεριά που θα δει ο "κόσμος" που περνάει απέξω. 
Ένα δυσανάλογα πελώριο, μακρόστενο, στολίδι ισορροπεί μετά βίας στην κορυφή του. Γέρνει λίγο όμως. Σα να μας κουνάει το δάχτυλο "Δείτε με".
Με λαμπιόνια που ανάβουν ακριβώς μόλις ανάψει και το ψυχρό λευκό φως του δωματίου.
Που αναβοσβήνουν πότε ρυθμικά και πότε άρρυθμα σαν τους χτύπους μιας καρδιάς σε απόγνωση.
Το ακούω το δεντράκι. Φωνάζει με όλη του τη δύναμη. Οι ιδιοκτήτες του όμως δεν ακούν. Ή αγνοούν. Κι εγώ δεν έχω το θάρρος να τους χτυπήσω την πόρτα και να τους πω τί λέει.
Γιατί θα το άκουγαν, αν τους ενδιέφερε
Κι εκείνο που λέει είναι κάτι πολύ απλό. 
Μήπως θα μπορούσατε, για όσο καιρό μ' έχετε στολισμένο, να μην ανάβετε άλλο φως παρά μόνο τα λαμπάκια μου; Μήπως θα μπορούσατε να κρατήσετε λίγο σκοτεινή τη γωνιά όπου "για το θεαθήναι" με στριμώξατε, ώστε να μην φαίνεται η μίζερη όψη μου αλλά ν' ακούγεται μόνο η καρδιά μου;

Μίζερες πόλεις, μικρές ή μεγάλες, μίζερα σπίτια πλούσια ή φτωχά.
Ο στολισμός τους δεν κάνει τη γιορταστική διαφορά.
Οι θορυβώδεις παρουσίες την κάνουν.
    

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα να βγάλει τα κάστανα απ' τη φωτιά...



Ήταν ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ.
Αυτή τη χρονιά ο χειμώνας άργησε να έρθει. Δηλαδή ημερολογιακά δεν άργησε, στην ώρα του ήρθε, μόνο που η ουρά του καλοκαιριού παραήταν μακριά αυτή τη χρονιά.
Κι έτσι, η θερμοκρασία βρισκόταν σε υψηλά για την εποχή επίπεδα.
Όμως τελικά τα χιόνια στο καμπαναριό που Χριστούγεννα σημαίνουν δεν άργησαν να έρθουν. Μαζί και οι βροχές και οι αέρηδες και το κρύο. Ειδικά στα βόρεια της χώρας η θερμοκρασία είχε πέσει κατακόρυφα.

Και τότε ένα κοριτσάκι είπε "βαρέθηκα τη θαλπωρή του σπιτιού κι ολημερίς να παίζω με τις κούκλες μου, δεν βγαίνω στους 3º C να πουλήσω κανά σπίρτο μέρες που είναι;"
Πήρε λοιπόν τα σπίρτα της και βγήκε.
Αλλά πάνω στη βιασύνη της δεν ντύθηκε καλά και κρύωνε.
Καλύτερα έτσι, σκέφτηκε. Θα με νομίζουν φτωχούλα και θα μου αγοράσουνε τα σπίρτα μου. Πού να φανταστούν πως εγώ βγήκα στους δρόμους από ανία και πλήξη.

Καθόταν λοιπόν σε μια γωνίτσα, στο τσουχτερό το κρύο και παρατηρούσε τους κατοίκους της πόλης που πηγαινοέρχονταν από βιτρίνα σε βιτρίνα κι από μαγαζί σε μαγαζί χωρίς να ψωνίζουν απολύτως τίποτα.
Καλύτερα, σκέφτηκε. Θα τους μείνουνε λεφτά και θα μου αγοράσουνε τα σπίρτα μου.
Όμως την αγνοούσαν.
Παρότι χωρίς σακούλες με ψώνια στα χέρια, ήταν ζεστά ντυμένοι, με κασκόλ και σκούφους και γάντια και παλτά και μπότες. Οι μύτες τους κατακόκκινες και το βήμα τους βιαστικό.
Δεν έβλεπαν την ώρα να χωθούν μέσα στα σπίτια τους. Γιατί όλη την ημέρα στο σουλάτσο κάποια στιγμή βαριέσαι και θέλεις να μαζευτείς. Όχι σαν το κοριτσάκι που όλη μέρα στο σπίτι το τρώει η βαρεμάρα.
Κόσμος πήγαινε κόσμος ερχότανε αλλά κανείς δεν πρόσεχε τη μικρούλα που τουρτούριζε και με μισοσβησμένη φωνή διαλαλούσε - τρόπος του λέγειν - την πραμάτεια της.
Κάποια στιγμή μια ριπή ανέμου της έριξε τα σπίρτα από την ποδιά πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.
Γιατί δεν φτάνει που έκανε κρύο, δεν φτάνει που φυσούσε, έβρεχε κιόλας. Κι αυτή η ανεπρόκοπη ούτε που σκέφτηκε να βάλει τα UGG μποτάκια της.
Σκύβει το κακόμοιρο να μαζέψει τα σπίρτα, βρήκε ένα εδώ, ένα εκεί κι ένα ακόμη παραπέρα. Μούσκεμα είχαν γίνει και το κοριτσάκι έβαλε τα κλάματα γιατί πώς θα τα πουλούσε τώρα.
Σκούπισε τα ματάκια της, όρθωσε το κεφαλάκι της και τί βλέπει;
Βλέπει πολλά ζευγάρια πόδια να στέκονται μπροστά της. Πόδια περίεργα, αντρικά έμοιαζαν.
Δηλαδή τα ίδια τα πόδια δεν είχαν κάτι περίεργο, οι μπότες και τα ρούχα έμοιαζαν περίεργα. Δεν ήταν σαν αυτά που φορούσαν οι κανονικοί άνθρωποι.
Σηκώνει περισσότερο το κεφάλι της και βλέπει αστυνομικούς!!
- Τί κάνεις εδώ, τη ρώτησαν.
- Πουλάω σπίρτα, απάντησε με τρεμάμενη φωνή το κοριτσάκι.
Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως θα τη μαλώσουν που μικρό παιδί είναι στους δρόμους και θα την έπαιρναν σηκωτή να την επιστρέψουν στο "ζεστό" σπιτικό της, εκεί που η γιαγιά της, λίγο πριν φύγει η μικρή από το σπίτι, είχε βάλει στο νερό να βράσουν 3-4 καστανάκια. Έφτιαχνε καστανόσουπα. Με αυτά τα ωραία κάστανα που πουλούσε ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος λίγο πιο κάτω. Και που η μικρή τα προτιμούσε ψητά αλλά η γιαγιά τα έκανε σούπα για να "φτουρήσουν". Ήταν πολύ ηλικιωμένος αυτός ο κύριος, πολύ πιο ηλικιωμένος απ' τη γιαγιά της. Γέρος σχεδόν. Που όμως κι αυτός, όπως κι αυτή, βαριόταν στο σπίτι του και το 'ριχνε στις πωλήσεις κάστανου.
Σκέφτηκε ακόμη πως οι κύριοι αστυνομικοί θα μάλωναν τη γιαγιά της που την άφησε να βγει με τέτοιο κρύο και μάλιστα χωρίς πανωφόρι και θα τη μάλωναν ακόμη περισσότερο αν τους έλεγε πως δεν είχε καν πανωφόρι και μετά θα πρόσεχαν πως δεν φορούσε ούτε ζεστά παπούτσια παρά μόνο κάτι πολυκαιρισμένα αθλητικά. Στενοχωρήθηκε που θα μάλωναν τη γιαγιά της για "έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο" (κάπου το είχε ακούσει αυτό) κι άρχισε να παρακαλάει τους κυρίους να αφήσουν τη γιαγιά της ήσυχη και πως δεν φταίει, η ίδια αφεαυτού κι από μόνη της βγήκε να πουλήσει σπίρτα επειδή δεν της αρέσει καθόλου η καστανόσουπα.
Αλλά τότε αυτοί οι κύριοι αστυνομικοί άρχισαν να της κάνουν περίεργες ερωτήσεις, που ευτυχώς δεν αφορούσαν τη γιαγιά της, όπως αν έχει παραστατικό, αν κόβει αποδείξεις, αν αποδίδει ΦΠΑ, αν πληρώνει φόρους εισοδήματος, ΟΑΕΕ, εισφορές, τέλος επιτηδεύματος κι άλλα ακαταλαβίστικα.
Κι εκεί πού άρχισε ν' αναρωτιέται τί είναι όλα αυτά που τη ρωτούν και τί είναι ο κάβουρας και τί το ζουμί του άρχισε ν' αναρωτιέται και πού είναι ο καστανάς.

Το τί χαρά έκανε όταν τον είδε να την περιμένει σ' ένα δωμάτιο με κάγκελα που την πήγαν οι αστυνομικοί, με εκείνο το όμορφο λευκό αυτοκίνητο με το κόκκινο και τεράστιο χριστουγεννιάτικο καρούμπαλο/λαμπιόνι στην οροφή του, δεν περιγράφεται.
Κι έτσι, η άταχτη μικρούλα που ξεπόρτισε και ο καστανάς που άλλη δουλειά δεν είχε να κάνει από το να ψήνει στα 75 του κάστανα στις γωνίες, έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα.

Κι οι άλλοι;
Κακό ψόφο να 'χουνε μέρες που είναι.