Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

Rebel... Rebel...


(Ευχαριστώ το https://dimartblog.com που φιλοξένησε αυτό το κείμενό μου. Δείτε κι άλλα "τραγούδια που δεν είναι τραγούδια" εδώ.)

Παραμιλούσε, όχι δεν έφταιγε ο πυρετός, τα λόγια, οι πράξεις έφταιγαν, δεν είχε πυρετό αλλά από τα άλλα δύο έβριθε το σύμπαν και δεν ήταν για καλό.
Το παραμιλητό ή αυτό που έμοιαζε με παραμιλητό τον ξύπνησε, στάθηκε στους αγκώνες του κι έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος της, παραμιλάει, είπε, αλλά δεν καταλαβαίνω τί λέει. Μα ό,τι κι αν είναι αυτό της ανήκει, δεν θα κρυφακούσω τις σκέψεις που δραπέτευσαν από το κεφάλι της κι άταχτα ρίχτηκαν στη μάχη, να πολεμήσουν, να σκοτωθούν ή να νικήσουν, ας σηκωθώ καλύτερα μέχρι να ησυχάσει, κοιμήσου ήρεμα καλή μου, είπε και βγήκε στη βεράντα.
Η νύχτα ήταν γλυκειά, πηχτή όμως, τί θα πει αυτό εκείνη μου το είχε εξηγήσει, το είχα καταλάβει αλλά δεν έβρισκα τα λόγια να το περιγράψω, η μνήμη μου δεν είχε καταγράψει τις όμορφες λέξεις της, να θυμηθώ να τη ρωτήσω να μου τις ξαναπεί, σκέφτηκε.
Η νύχτα ήταν απρόσμενα χλιαρή για νύχτα του Νοέμβρη, έστω και της αρχής του, σαν χάδι πέφτει πάνω μου, θα έρθουν και τα χαστούκια του Δεκέμβρη, ας μην βιάζομαι.
Η νύχτα ήταν διάφανη, μεμβράνη αδιαπέραστη όμως, μόνο το βλέμμα ταξίδευε, η ανάσα σκάλωνε πάνω της, τη θόλωνε και την ξεθόλωνε γρήγορα, το ταξίδι συνεχιζόταν, σαν στεναγμός έφυγε ο Οκτώβρης, μ' έναν "πόνο" θα φύγει κι ο χειμώνας, πότε ήρθε πότε έφυγε, θα πούμε. 
Η νύχτα ήταν λεπτή, σαν χαρτί που όμως φαίνονταν οι ίνες του, τα μόριά του, τα κύτταρά του, κομμάτια δέντρο το καθένα τους, αν συγκεντρωνόταν κανείς θα έβλεπε ένα ιδιόμορφο παζλ, δύσκολο να ενώσεις τα κομμάτια του αν όμως το κατάφερνες θα έβλεπες το δέντρο και θα ήξερες πως λίγο πιο πίσω είναι πυκνό το δάσος νοημάτων κι ιδεών.

Το όνειρο θα έχει σκορπίσει τώρα μαζί και τα ηχητικά ντοκουμέντα αν και συνήθως όσο ακαταλαβίστικο είναι ένα όνειρο δυο φορές ακαταλαβίστικα είναι τα λόγια που μπαίνουν στους ηχότιτλους. Το όνειρο θα σβήσει, ο κοιμισμένος λάθε υποβολέας θα σιωπήσει, ο λαθρακουστής ηθοποιός δεν θα επαναλάβει τα λόγια, ίσως τα ξεχάσει, ίσως τα θυμηθεί όταν ξυπνήσει, την άλλη μέρα το πρωί θα είναι μια άλλη μέρα, τί νόημα έχει να ανατρέχουμε στη νύχτα που προηγήθηκε κι αύριο μέρα είναι γι' αυτό το λένε αύριο με την έννοια του εγγύς μελλοντικού.

Μου το είπε πως παραμίλαγα ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε γιατί όσο ακαταλαβίστικος κι αν ήταν ο λόγος μου μια λέξη εδώ μια λέξη εκεί κάτι θα έπιανε. Μου είπε όμως πως δεν στάθηκε ν' ακούσει μήπως καταλάβει. Δεν ήθελε να καταλάβει.
Θυμόμουν το όνειρο και προτού σκορπίσει, το έγραψα στο μπλοκάκι για τα ψώνια του σούπερ μάρκετ, αυτό βρήκα πρόχειρο.
Δεν είπα τίποτα, τί να διηγηθώ με λέξεις κλεισμένες σε φουσκάλες αέρα, αδιάσπαστες και αδιαπέραστες ή φουσκάλες που άλλα φαίνεται ότι έχουν μέσα τους κι άλλα έχουν τελικά, άλλα να λέω δηλαδή κι άλλα να εννοώ, κάπως σαν τον λόγο της κυβερνητικής εκπροσώπου που τώρα τελευταία θυμίζει όλο και περισσότερο βορειοκορεάτισα εκφωνήτρια ειδήσεων, δε νομίζετε;
Bubble, bubble... Bubble...
Μία ξεφεύγει, άδεια ή γεμάτη ποιός ξέρει, ξεστρατίζει από τον, σαν ατμός, ειρμό της σκέψης μου που προσπαθεί να γίνει λόγος, σα φουσκάλα γεμάτη τρόμο μοιάζει και διατρέχει το σώμα μου.
Bubble, bubble... Bubble... τη νύχτα που μόλις έφυγε γέμισα με αυτές το δωμάτιο ως απάνω που 'λεγε κι ένα τραγουδάκι που κάποτε ήτανε της μόδας.

...
Τους ακούω κι ας κάνω πως δεν, τους βλέπω κι ας προσποιούμαι πως όχι, τίποτε δεν μπορεί να με γλιτώσει από το να διαπερνώ τα προπετάσματα και τα ψέματα και να διακρίνω την αλήθεια. Σαν χαμένη τριγυρνώ κρατώντας τη μαγική μου ακίδα, μη νομίζετε μια απλή βελόνα πλεξίματος είναι, από τις λεπτές για ύφανση ντελικάτη, σπάω τις φούσκες, τις δικές τους - οι δικές μου ξέρω τί έχουν μέσα τους δεν χρειάζεται να "απασφαλίσουν" - και το περιεχόμενο σκορπάει γύρω μου. Μια λέξη εδώ και μία παραπέρα, χωρίς συνοχή, χωρίς ειρμό, χωρίς σκοπό, όμως όλα υπάρχουν στο κεφάλι τους, follow the words και μπήκες μέσα του όμως πρώτα πρέπει να τις βάλεις σε σειρά. Τη σωστή σειρά κι αν ξέρεις τί ψέμα είπαν και γιατί, ξέρεις και τη σειρά και κάνοντας τη διαδρομή ανάποδα ξέρεις και την αλήθεια.
Bubble bubble... πέτρα όμως που αγκομαχάει στον ανήφορο, ολομόναχη, Σίσυφο δεν έχει να τη σπρώχνει, Bubble bubble... πέτρα που κυλάει στον κατήφορο πάλι ολομόναχη αλλά ελεύθερη, σκάει στο πρώτο εμπόδιο που βρίσκει, σύντομα δηλαδή, και το ρίχνει στο τραγούδι σε ρυθμό Rebel Rebel, you've torn your dress... Rebel Rebel, your face is a mess... Rebel Rebel, how could they know?







Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Ήμασταν άοπλοι...

Κι όμως δεν έμαθες ακόμη ποιός ο εχθρός και ποιός ο φίλος, ο συναγωνιστής, μπορεί και να μην σε ενδιαφέρει, ίσως οτιδήποτε απαιτεί να βγεις από το καβούκι σου και το "εγώ" σου να νομίζεις πως δε σε αφορά (προς το παρόν). Η αγκύλωση στο λαιμό καλά κρατεί, πώς να γυρίσεις να κοιτάξεις πλάι σου; Μόνος θέλεις να βρίσκεσαι κάπου εκεί κι όλοι οι άλλοι απέναντι, αυτοί "οι άλλοι" όμως σου 'χουν γυρισμένη την πλάτη, δεν το βλέπεις; Δεν σε νοιάζει, το ξέρω, θέλεις να είσαι ένας μόνος του και απέναντι.

Σου φταίω εγώ, σου φταίει κι αυτός κι αυτός κι αυτός, η γενιά του 20, του 30, του 40, του 50, του 60, του 70 (ανάθεμα την ώρα που γεννήθηκες λες), η γενιά του Πολυτεχνείου, σου φταίμε όλοι για την κατάντια σου λες, απορώ πώς δεν έχεις καταλάβει ότι το θέμα δεν αφορά πρόσωπα.

"Δεκάδες φορές έχω γράψει ότι οι έλληνες ούτε ιστορία ξέρουν αλλά ούτε και ιστορική μεθοδολογία. Γι' αυτό ακούτε συνέχεια για τη γενιά του πολυτεχνείου που στόχο έχει να λοιδωρήσει το ιστορικό γεγονός. Οι πτωχοί τω πνεύματι συμπατριώτες μας αγνοούν ότι ένα ιστορικό γεγονός αυτονομείται απ' τα συμμετέχοντα σε αυτό πρόσωπα, γίνεται αυτεξούσιο και αυτόνομο και καταγράφεται ως μία Στιγμή στην Ιστορία.
Τ
ο μετά, το πριν του κάθε ενός πρωταγωνιστή, δευτεραγωνιστή κ.λπ. ουδεμία επίδραση έχει σε αυτό, καθεαυτό το ιστορικό συμβάν. Δεν απαξιώνεται ο Μάης του 68 επειδή ο Κον Μπεντίντ έγινε αυτό που τότε πολεμούσε. Δεν λοιδωρείται η Γαλλική Επανάσταση επειδή υπήρξε η γκιλοτίνα ή ο Βοναπάρτης. Αυτά, αλλού, τα ξέρουν και τα παιδάκια του νηπιαγωγείου αλλά ξέχασα εκεί τρώγανε βαλανίδια όταν εμείς κάναμε πεντικιούρ"
γράφει η φίλη ΣΛ και δεν μπορώ να συμφωνήσω περισσότερο.

Κάθε γενιά έχει τις δικές της προκλήσεις. Αν οι προηγούμενες γενιές τα έκαναν σκατά, αυτή είναι η πρόκληση της δικής σου. Να τα αλλάξεις.

Η γενιά του πολυτεχνείου (και όχι σύσσωμη, να τα λέμε κι αυτά) που τόσο πολύ αγαπάς να τοποθετείς σε αυτήν κάθε τι που σου τη σπάει και να την κατηγορείς ολάκερη ως ιδιότυπος υπερφίαλος και θεωρητικός γενοκτόνος (ακραίο ε;), "έπραξε" όταν έπρεπε. Αυτό που άλλαξε μετά, αυτό που χάλασε μετά, είναι βέβαια δουλειά όλων μας να το εξηγήσουμε και να το αναστρέψουμε μα πάνω απ' όλα είναι δική σου δουλειά αν νομίζεις πως εκείνη η γενιά, η τόσο ταλαιπωρημένη, πάνω στη "στροφή" τα βρήκε μπαστούνια και τα παράτησε. Κατά τη δική μου γνώμη το μεγάλο της "έγκλημα" είναι ότι σου πρόσφερε αγαθά αντί για εφόδια ν' αντιμετωπίσεις τις δικές σου δύσκολες στιγμές που σίγουρα θα έρχονταν κάποια στιγμή στο μέλλον, γι' αυτό τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, δεν είναι κακό. Και μη ξεχνάς ότι για τη χούντα αλλά και για τη μαύρη περίοδο πριν από αυτήν δεν ευθυνόταν η γενιά του πολυτεχνείου αλλά οι προηγούμενες γενιές, αυτή όμως η γενιά αγωνίστηκε για να την ανατρέψει. Κι η γενιά αυτή δεν είπε στους γονείς της κουνώντας τους το δάχτυλο "τί βάρος μας φορτώσατε ωρέ". Απλά σήκωσε τα μανίκια κι έπιασε δουλειά, όπως άλλωστε κι άλλες γενιές πριν από αυτήν που "κληρονόμησαν" από τους γονείς τους "κακώς κείμενα".

Από την άλλη δεν μπορείς να ξέρεις τί σημαίνει να βρίσκεσαι πάνω στα κάγκελα λίγη ώρα προτού το τανκ συντρίψει τη σιδερένια πόρτα, δεν γίνεται να το ξέρεις, πώς να κατανοήσεις αφού δεν το βίωσες τί σημαίνει ν' αναρωτιέσαι την επόμενη μέρα ποιός να ήταν άραγε εκείνος ο φοιτητής που σε τράβηξε με το ζόρι απομακρύνοντάς σε από το "σημείο" και που οργισμένος (και φοβισμένος) σου 'λεγε πως πρέπει να γυρίσεις σπίτι γιατί είσαι μικρό παιδί κι αν παραμείνεις περισσότερο πρόβλημα θα δημιουργήσεις παρά θα βοηθήσεις. Δεν έχει σημασία όμως, το ότι δεν βιώσαμε το 1821 δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να έχουμε κι άποψη.  
Άποψη ναι, ανάθεμα όχι.

Πάντως εδώ που τα λέμε ένα δίκιο το 'χεις. Όπως πάντα it takes two to tango babe. Φταίμε λοιπόν επειδή αφήνουμε να μας χειραγωγούν, να μας τρομάζουν κι έτσι να μας εξαθλιώνουν σαν πολίτες, σαν εργαζόμενους αλλά κυρίως σαν ανθρώπους, οι καταστάσεις και οι κοινωνικές συνθήκες δεν αλλάζουν αυτόματα και με τον τρόπο που αρέσει στον καθένα μας, αυτό είναι πολύ βολική δικαιολογία για να μην κάνει ποτέ κανείς τίποτα, απαξιώνοντας από την άλλη τους  αγώνες που έκαναν προηγούμενες γενιές για να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα "αφού αυτοί δεν κατάφεραν τίποτα, αφού αυτοί έγιναν αυτό που πολεμούσαν γιατί ν' αγωνιστώ εγώ;" 
Και ψάχνουμε να βρούμε τρόπους και ..."τρόπους", πολλές φορές ξέροντας ενδόμυχα πως εκείνο που ψάχνουμε είναι άλλοθι και μαζί ψάχνουμε στις τσέπες για ένα άλλοθι που κοστίζει ίσα ίσα αυτά που μας μείνανε να βγάλουμε τη βδομάδα.






Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

LUX: Sic luceat*

Το σπίτι της θείας μου στην Πάτρα, τον τόπο καταγωγής μου, ήταν ένα διώροφο κτίριο όπου στον κάτω όροφο έμενε η θεία με την οικογένειά της, εμείς ως φιλοξενούμενοι, κι από πάνω έμεναν άλλοι.
Η είσοδος του σπιτιού ήταν στον δρόμο, τα παράθυρα του υπνοδωματίου του δικού της αλλά και του δικού μου όταν πήγαινα στην Πάτρα, "έβλεπαν" και αυτά στο δρόμο ενώ όλα τα άλλα δωμάτια του σπιτιού, έβλεπαν στην πίσω αυλή, εκεί όπου υπήρχαν και διάφορες άλλες πόρτες και πορτάκια, κάποια από αυτά με παράθυρο, κάποια χωρίς παράθυρο, τα περισσότερα κλειδωμένα με λουκέτο, ήταν οι αποθήκες και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η θεία έλεγε "είναι στην αποθήκη" χωρίς να διευκρινίζει σε ποια απ' όλες τις αποθήκες βρισκόταν αυτό που "ήταν".
Όχι πως απευθυνόταν σε μένα δηλαδή, ακόμη κι αν το έκανε όμως εγώ έκανα πως δεν άκουγα γιατί πίστευα πως σε αυτές τις "αποθήκες" δεν βρίσκονταν κρεμμύδια, πατάτες και λάδι αλλά κρυβόταν ο "μπαμπούλας".
Σε αυτήν την αυλή υπήρχαν διάφορες μυρωδιές, ανάλογα το σημείο, υπήρχε το νυχτολούλουδο, υπήρχε ένα γιασεμί, υπήρχαν γεράνια που δεν μύριζαν αλλά ήταν όμορφα, πολλοί πάρα πολλοί βασιλικοί και μια μυρωδιά άσχημη που έβγαινε από τις κλειστές αποθήκες και που την έλεγαν "κλεισούρα".
Έχω μιλήσει πολλές φορές για τη σχέση μου με τις μυρωδιές που είναι η σχέση με τη μέχρι τώρα ζωή μου, δηλαδή με τον ίδιο μου τον εαυτό, η σχέση αυτή είναι το όχημα για ταξίδια όχι μόνο με μένα και τη ...σχέση μου, δηλαδή με μένα, αλλά ταξίδια στον χρόνο κυρίως, που μπορεί να τον είπανε πανδαμάτορα αλλά σαν προορισμός εξακολουθεί να είναι ελκυστικός.

Οι μυρωδιές λοιπόν με ταξιδεύουν. 
Άλλοτε οι μυρωδιές από τις νεραντζιές της πλατείας Συντάγματος που με κάνουν πάλι παιδί να με κρατάει η μαμά από το χεράκι για να ανέβουμε την Ερμού ως την πλατεία για να παίξω (κάτοικοι του κέντρου τότε) και να μου λέει ιστορίες να μην κουράζομαι στο ανέβασμα, στο κατέβασμα ήταν πιο εύκολο δε χρειαζόταν να μιλάμε. Οι νεραντζιές που μόλις τις μυρίσω κάνω ξανά τσουλήθρα στα μαρμάρινα πλαϊνά από τις σκάλες στην πλατεία κι αν δείτε ποτέ στις μέρες μας μια τρελή που τα 'χει τα χρονάκια της να κάνει τσουλήθρα και να 'ναι άνοιξη, εγώ θα είμαι.
Άλλοτε οι μυρωδιές των φαγητών στις χώρες που έχω ταξιδέψειι ή κάποιες γεύσεις όπως η γκοφρέτα που όταν ανοίγω τη συσκευασία εντελώς ενστικτώδικα ψάχνω για εκείνες τις κάρτες με τις παραδοσιακές φορεσιές από διάφορες χώρες του κόσμου που τις ανταλλάσσαμε κι από τις οποίες εγώ έμαθα γεωγραφία, εκείνη την εποχή όχι ακριβώς πού ήταν η καθεμιά χώρα πάνω στον χάρτη αλλά τουλάχιστον έμαθα πως υπήρχαν χώρες που τις έλεγαν τάδε ή τάδε... Πώς να ξεχάσω τη Δαχομέη, τη Μπούρμα, την Ταγκανίκα, την Υεμένη, την Άνω Βόλτα, την Περσία, τη Γκάνα (εκτός από την Υεμένη, τη Γκάνα και την Ταγκανίκα, οι άλλες λέγονται αλλιώς σήμερα).
Κι άλλοτε, η μυρωδιά από το μπάνιο της θείας.
Πριν βιαστείτε να με κακοχαρακτηρίσετε, το μπάνιο της θείας ήταν στη μέση του σπιτιού, όπου κι αν ήθελες να πας περνούσες από εκεί, η πόρτα κλειστή σήμαινε κάποιος είναι μέσα, η πόρτα ανοιχτή σήμαινε πως μπορούσα να μπω εκατομμύρια φορές να πλύνω τα χέρια μου, εκτός από εκείνη τη μία φορά μέσα στη μέρα που μπανιαριζόμουνα με τις ώρες, έμπαινα λοιπόν στο μπάνιο για τη μυρωδιά που αναδυόταν από εκεί κι έπλενα τα χέρια μόνο και μόνο για να αποθηκεύσω μέσα στα κύτταρά τους αυτήν τη μυρωδιά, όσο τέλος πάντων μπορεί να κρατηθεί η όμορφη μυρωδιά σε παιδικά χέρια. Και ήταν η μυρωδιά από τα σαπούνια Lux.

Εμείς στο σπίτι, στην Αθήνα, χρησιμοποιούσαμε άλλο σαπούνι, παπουτσάνης με το καραβάκι, δεν ξέρω γιατί, ίσως γιατί στη δική μου οικογένεια οι άλλοι εκτός από μένα είχαν διαφορετικά γούστα στη μυρωδιά του σαπουνιού όπως και διαφορετικές απόψεις στο μέγα ζήτημα "τηγανητές πατάτες ή παστίτσιο".
Και μια που μπήκε σφήνα το παστίτσιο θυμήθηκα πως η κουζίνα της θείας μύριζε μονίμως πατάτες τηγανητές αφού καθημερινά έλεγε "φέρε πατάτες από την αποθήκη" - χωρίς να διευκρινίζει σε ποιαν απ' όλες - σε όποιον βρισκόταν στο οπτικό της πεδίο, εκτός κι αν ήμουν εγώ που όπως είπαμε έκανα την πάπια (κι αν δεν βρισκόταν κανείς πήγαινε μόνη της), τις πατάτες όμως τις καταβρόχθιζα με τις χούφτες όχι γιατί μου έλειπαν στο σπίτι μας αλλά επειδή η μαμά πάντα έλεγε "καλύτερα πες μου να σου φτιάξω παστίτσιο παρά μια τηγανιά πατάτες" και για κάποιον λόγο όλοι έλεγαν "παστίτσιο", τώρα βέβαια γιατί τελικά την έφτιαχνε αυτήν την τηγανιά δεν ξέρω, μάλλον θα ήταν πιο εύκολο από το παστίτσιο εγώ όμως είχα πειστεί ότι έπρεπε να τιμήσω τον κόπο της θείας αλλά και να την ευχαριστήσω που δεν μας έβαζε τέτοια διλήμματα.
Έτσι λοιπόν την πρώτη φορά που ζήτησα από τον μπαμπά (εκείνος βλέπετε έκανε τα ψώνια, "τα πολλά" όπως τα έλεγαν) ν' αγοράζει σαπούνι Lux αντί για το σύνηθες ήταν τόση η έκπληξή του που δε με ρώτησε καν τον λόγο μόνο που έφερνε πια στο σπίτι δύο ειδών σαπούνια, δεν χρειάστηκε καν να πω επιχειρήματα, το θέμα θεωρήθηκε λήξαν, ευτυχώς χωρίς διλήμματα.
Από τότε, μέχρι τώρα που είμαι πια μεγάλη, μπορεί όχι σαν την Πελοπόννησο αλλά τα 'χω τα χρονάκια μου, η μυρωδιά του σαπουνιού Lux μου ανοίγει διάπλατα την πόρτα στην παιδική μου ηλικία, τότε που όλα γύρω μου έλαμπαν κι έμοιαζαν ελπιδοφόρα και συναρπαστικά, όχι πως δεν ήταν δηλαδή. Με τη μυρωδιά του βρίσκω τη δική μου λαγότρυπα κι ως άλλη Αλίκη με χαρά κι ευδαιμονία περιδιαβαίνω στον κόσμο των θαυμάτων που ανοίγεται μπροστά μου μόνο που δεν είναι ανεξερεύνητος αλλά απολύτως βιωμένος από μένα, ούτε παράξενος τώρα θα μου πείτε εγώ δεν είμαι κι η Αλίκη.
Ωστόσο κι αυτός ο κόσμος ο δικός μου, που τότε μου φαινόταν μέγας, ήταν γεμάτος παραδοξότητες, αλληγορίες και γρίφους που παρότι τότε δεν το καταλάβαινα εντούτοις βοήθησαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου και στην ανεύρεση μιας ταυτότητας που να ξέρω ότι μου ανήκει πέρα από κάθε αμφιβολία.
Ό,τι δεν λύνεται κόβεται, ό,τι μοιάζει παράδοξο είναι μόνο η πραγματικότητα από άλλη σκοπιά κι ό,τι φαίνεται αλληγορικό δεν είναι παρά η μία όψη της ζωής που κρύβει μέσα της όλες τις άλλες.
Τώρα πια, δίπλα στο κουτί με τα ραφτικά και τα κουμπιά μου, έχω κι ένα κουτί με πάμπολλες "ατομικές" συσκευασίες σαπουνιού Lux*, αυτά τα μικρούλικα σαπουνάκια που μας περιμένουν πολλές φορές στα ξενοδοχεία και που μέσα στις θηκούλες τους κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος ή τουλάχιστον μια πτυχή του κάθε φορά και που μόλις ανοίξουν κι απελευθερωθεί το άρωμα μεταφέρομαι πίσω στα παλιά κι αν ταυτόχρονα ανοίξω και το κουμπόκουτό μου δεν έχετε ιδέα για τί πάρτυ μιλάμε.


*  Lux, sic luceat = Ας λάμψει το φως.
Λίγο η προσπάθεια μου να δημιουργήσω νέες αναμνήσεις για τα γεράματά μου, που ελπίζω να αργήσουν να έρθουν, λίγο οι νέοι καταναλωτικοί πειρασμοί και πειραματισμοί, απαρνήθηκα νωρίς το σαπούνι Lux όταν ήρθε το Dove και το Πετί Μαρσεγιέ στη ζωή μου.