Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Σκηνές πνευματικής γαλήνης

"The Death of the Virgin" (λεπτομέρεια), Michelangelo Merisi da CARAVAGGIO, 1605-06
Λάδι σε καμβά, Λούβρο, Παρίσι.
Εκείνο που επιδιώκουμε είναι με ποιόν τρόπο το πνεύμα θα ακολουθεί πάντοτε μια σταθερή και ούρια διαδρομή, πώς θα είναι ικανοποιημένο με τον εαυτό του, πώς θα βλέπει με χαρά την υπόστασή του και η χαρά του αυτή δε θα διακόπτεται, αλλά το ίδιο θα εξακολουθεί να παραμένει πάντοτε ήρεμο, χωρίς ούτε εξάρσεις ούτε καταποντισμούς. Αυτή ακριβώς η κατάσταση ονομάζεται γαλήνη.

"Περί της πνευματικής γαλήνης", Σενέκας

Δεν ξέρω αν μπορώ να ταυτιστώ με την ουσία της φιλοσοφίας του Σενέκα που αφορά τη γαλήνη - όχι πως δεν θα μου άρεσε, απεναντίας πολύ θα το ήθελα - θα ήταν εξαιρετικά κουραστική η πάντοτε σταθερή και με ούριο άνεμο διαδρομή, χωρίς έναν κυματισμό, ένα πισογύρισμα, ένα βλέμμα από δώ κι από κεί, χωρίς να κοντοστέκομαι πού και πού λέγοντας "χμμμμ", χωρίς τη γκάμα ανάμεσα στα άκρα των συναισθημάτων, αυτήν την υπέροχη χορδή που φθίνοντας οι ταλαντώσεις της γίνονται δίχτυ προστασίας της ψυχικής υγείας, χωρίς ένα ταρακούνημα πότε πότε ίσα για να αναδομούνται τα υλικά που αποτελούν την ύπαρξή μου.
Στην ίδια θέση θα μπουν τα υλικά, το ξέρω, η βαρύτητα διαφωνεί αλλά οι νόμοι του μικρόκοσμου άλλα προστάζουν, σκεφτείτε όμως με όρους μαγειρικής, αν δεν ανακατέψεις την κρέμα, θα κολλήσει, θα "αρπάξει" που λέμε, η γεύση της μετά θα είναι πικρή χωρίς αυτό να σημαίνει πως σε πολλούς από εμάς, και σε μένα, αυτή η πικρή επίγευση του καμμένου δεν είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, οι Γάλλοι το γνωρίζουν καλά και το φτιάχνουν επίτηδες καίγοντας με φλόγιστρο την επιφάνεια της κρεμ μπρουλέ.
Όμως κάτι ξέρουμε κι εμείς από φωτιές.

Είναι φορές, που όλο και πυκνώνουν τώρα τελευταία, που τα όνειρά μου έχουν αυτήν την πικρή επίγευση του καμμένου κι αφορώντας το παρελθόν μου έχω τη σιγουριά πως ο γέγονε γέγονε, ποιά να είναι η ερμηνεία τους άραγε για το μέλλον, βγαίνω από το όνειρο να σκεφτώ αλλά μη μπορώντας να βγάλω άκρη ξαναμπαίνω εκεί απ' όπου είχα αποκοπεί.
Ώσπου ο ορίζοντας ρουφάει τη νύχτα κι αυτή χάνεται αφήνοντας πίσω της πέπλο σε όλες τις αποχρώσεις από το βαθύ μαύρο ως το γαλανόλευκο ανάλογα την εποχή και τα καιρικά φαινόμενα, γήινα, ουράνια και ανθρώπινα.
Ανοίγω τα μάτια μου, προσπαθώντας να σκεφτώ τα αποτελέσματα της σκηνοθεσίας των ονείρων μου, αν βέβαια υπήρξε λόγος να τα σκηνοθετήσω, γιατί τώρα τελευταία τα όνειρά μου δεν χρειάζονται τη δική μου επέμβαση για να με ταράξουν.
Οι μέρες μου πλέον ξεκινούν αργά, ράθυμα, αμήχανα, ελπίζοντας στο αναπάντεχο αν είναι να πάρω μπρος, να ξεκινήσω νέο μικροταξίδι μέσα στην καινούργια μέρα, με κοιτάζει η μέρα, περιμένει από μένα να κάνω το πρώτο βήμα και σιγά σιγά τα βλέμματα που ανταλλάσσουμε μοιάζουν με κείνα των εραστών που μόλις τώρα πρωτοσυναντήθηκαν, που η καινούργια θέαση του γυμνού μοιάζει να δίνει στύση στο βλέμμα, αν είναι να προχωρήσει παρακάτω θα το κάνει, όλα στην ώρα τους, από το βλέμμα ξεκινάνε τα περισσότερα, όσα τουλάχιστον δεν ξεκινάνε από τη γεύση, ή τη μυρωδιά, ή την αφή, ή την αόρατη από μάς κι ακαθόριστη σε μας χημεία ανάμεσα στους εραστές, κανείς δεν ξέρει ποιά τα υλικά της και τί ανακάτεμα χρειάζονται για να μην καούν είτε τα υλικά είτε οι εραστές.
Όμως αν δεν καούν πώς θα μάθουν τί είναι πυρκαγιά.

Τελευταία η μόνη κατάσταση που με κάνει να νοιώθω γαληνεμένη είναι το μεσοδιάστημα που δίνει ανάσες ανάμεσα στις θύελλες, όσο μεγαλύτερη η θύελλα τόσο η ανάσα γίνεται δάκρυ, μετά κλάμα που η βαρύτητα ρουφάει ανελέητα, φυλακίζει στο χωροχρονικό της πλέγμα και με περιδίνηση σφραγίζει τα κενά στο τοίχωμά του, καμία στιγμή να μην διαφύγει, όλα εδώ, η ζωή να είναι πλήρης είτε με γαλήνη είτε με χωρίς.
Νοιώθω πως όλο και κυρτώνει το σώμα μου, όχι δεν οφείλεται σε οστεϊκή συρρίκνωση, αναμενόμενη ωστόσο στην ηλικία μου, φταίει που φυτρώνει σιγά σιγά καβούκι που μέσα του θα βρουν καταφύγιο οι μικροϊστορίες της ύπαρξής μου. Ξεδιπλώνεται η καθεμία μα θέλει τη συνέχειά της ή το ξεκίνημά της, βουτάει στο καβούκι μου και παίρνει από το απόθεμα συνεκτικού ιστού, παζλ το λένε τα μικρά παιδιά, στην τύχη μπαίνουν αρχικά τα κομμάτια μα σιγά σιγά τα κενά λιγοστεύουν κι όσο λιγότερο το κενό τόσο πιο γεμάτη η ζωή μέχρι ν' αρχίσει δειλά δειλά ν' αδειάζει πάλι αφήνοντας τα σημάδια της στο σύμπαν, μια φωτιά εδώ, μια μαύρη τρύπα παραπέρα, ένα γαλαξιακό αχνό φως που πάει να βρει το αρχέγονο φως, να σπρώξει για τη νέα μεγάλη έκρηξη, αυτή που οι εραστές θα ζήσουν χωρίς να το ξέρουν ακόμη. 
Όμως αν δεν είναι οι εκρήξεις που φτιάχνουν την ιστορία τότε τί είναι...

Ο ύπνος μου τα τελευταία χρόνια, κάτω από το προστατευτικό κάλυμμα, που το χειμώνα με ζεσταίνει και το καλοκαίρι με δροσίζει με την παντελή απουσία του, μοιάζει με σπασμένο καθρέφτη, διακόπτονται οι εικόνες, μέσα στις ρωγμές του φεύγει το υλικό τους και χάνεται. Θα επιστρέψει, το ξέρω, είτε σε μένα σαν συνέχεια του ονείρου μου είτε αλλού, εκεί που πρέπει να πηγαίνουν μερικά όνειρα όταν σκορπάνε. Με γερμένο βαρύ το κεφάλι στο προσκέφαλο, ανασαίνω χαμένη στο μη είναι της πραγματικότητας ώσπου τα βλέφαρα να ανοίξουν ξαφνικά σαν παράθυρα στον έξω κόσμο, στην αρχή βλέπω αχνά τα τελευταία επεισόδια του ονείρου μου μετά αυτό εξαερώνεται και σκορπά. Η αγωνία μου να γατζωθώ επάνω του, να το ξαναζήσω ή να το ερμηνεύσω, να μπω ξανά μέσα σε αυτό να πιάσω την ιστορία απ' την αρχή, να παίξω πάλι το έργο, να διορθώσω τα κακώς κείμενα, να κόψω και να ράψω, αλλά αυτά τα πράγματα δεν γίνονται αγάπη μου. Το μόνο που καταφέρνω είναι να γίνομαι ηθοποιός που μόλις τέλειωσε το έργο στο οποίο έπαιξε έναν μονόλογο και νοιώθοντας πως δεν τα είπε όλα σωστά και νοιώθοντας πως μένει κάτι ακόμη για να ειπωθεί ανοίγει και κλείνει την αυλαία συνεχώς μέχρι να δεχθεί πως ως εδώ ήταν. Αυτό το έργο τελείωσε, λέω στον εαυτό μου, μάζεψε το χειροκρότημα και πήγαινε να γράψεις καινούργια επεισόδια, νέες πράξεις με νέους ήρωες και νέους ορίζοντες αλλά με μένα πάντα παρούσα.
Όμως αν δεν έχει η παρουσία μου το ενδεδειγμένο βάρος μιας πολυτάραχης ζήσης τότε για ποιά γαλήνη μιλάμε...

Καμιά φορά πριν κοιμηθώ σκέφτομαι τα πεπραγμένα μου ή/και τα μη πεπραγμένα μου στη διάρκεια της μέρας που προηγήθηκε, υπολογίζω τί θα προλάβω να κάνω τη μέρα που έρχεται σε λίγες ώρες, αγχώνομαι, μετά τα βάζω σε μια σειρά και σε μία τάξη, "φτιάχνω πρόγραμμα" κι έτσι σιγά σιγά ηρεμώ κι αρχίζω να κοιμάμαι λες και υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να συμβούν όπως τα υπολόγισα και στη σειρά και τάξη που τα έβαλα. Κι όταν με το καλό ξυπνάω τα βρίσκω όπως τα άφησα μέσα στο μυαλό μου αλλά όσο η μέρα προχωράει γελώ όπως κάνει ο θεός όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια. Τα πράγματα αλλάζουν από λεπτό λεπτό, η προσαρμοστικότητα και η ευελιξία σε αυτά που προκύπτουν είναι που στο τέλος της μέρας θα με βοηθήσει να νοιώσω έστω ψήγματα γαλήνης ότι τουλάχιστον προσπάθησα
Όμως για ποιά προσπάθεια μιλάμε αν δεν υπάρχει ο καταλύτης της ρήξης σαν επιλογή.


Ἔστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδὼν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι' ἀπαγγελίας, δι' ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν

Υπάρχουν φορές που πριν κοιμηθώ και για να κοιμηθώ σκέφτομαι αριστοτελικά και πως όταν δεν είναι μίμησις αλλά η ίδια η πράξις και μόνον αυτή, τότε να ποιά είναι η ζωή, η ζωή μου, και τί περισσότερο ή λιγότερο θα είναι αυτή η ζωή από σπουδαία και τελεία, με το ξεκίνημά της και μετά το ταξίδι της και φυσικά το αναπόφευκτο τέλος της διαδρομής της αν κι εφόσον δεν βρω τον τρόπο όπου «καθαίρομαι» από το άγχος και τις έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις που με κατακλύζουν, όχι απλά παρακολουθώντας την εξέλιξη του δράματος αλλά ζώντας μέσα σε αυτό, παίρνοντας ενεργό μέρος στην αλληλουχία των γεγονότων με απώτερο σκοπό να τα διαμορφώσω αλλιώς, να τα αλλάξω
Όμως πείτε μου, αν ΚΑΙ αυτό δεν είναι τραγωδία τότε τί μέρος του λόγου είναι το μεσοδιάστημα από τη γέννηση ως το θάνατο και που το λέμε ζωή.

Όταν έρχομαι αντιμέτωπη με την αδυσώπητη πραγματικότητα, ό,τι μέρος του λόγου κι αν είναι η ζωή μου μέσα σε αυτήν, εύχομαι, προτού κλείσω οριστικά τα μάτια μου, να μπορέσω να πω "τα κατάφερα γιατί είχα πρόγραμμα". Κι ας μην είχα...
Γιατί τί να την κάνω την γαλήνη αν σπρώχνω όλα τα ανθρώπινα κάτω από το χαλί, ακροβατώντας πάνω του σε ευθεία γραμμή;





Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Σημαντικές απουσίες, ασήμαντες προσδοκίες...

(Ευχαριστώ το https://dimartblog.com που φιλοξένησε αυτό το κείμενό μου στη στήλη "Αυτό δεν είναι τραγούδι". Δείτε κι άλλα "τραγούδια που δεν είναι τραγούδια" εδώ.)

Πεθαίνουν οι άνθρωποι κι ο λόγος είναι να κάνουν χώρο γι' αυτούς που γεννιούνται.
Πεθαίνουν και οι καλλιτέχνες. Άνθρωποι κι αυτοί. Φθαρτοί. Για τον ίδιο λόγο πεθαίνουν και αυτοί να κάνουν χώρο για καινούργιους.
Μόνο που στις "μέρες μας" ο χώρος που κάνουν μένει κενός. Άδικος κόπος, κανείς δεν τους διαδέχεται και φυσικά κανείς δεν τους αντικαθιστά. Η συνέχεια της προσφοράς τους διακόπτεται μαζί με το νήμα της ζωής τους. Δεν είναι που θα θέλαμε οι καινούργιοι να είναι ίδιοι με αυτούς που φεύγουν. Είναι που θα έπρεπε να είναι το ίδιο ή και περισσότερο σπουδαίοι. Ν' αφήσουν κι αυτοί "κάτι" όταν με το καλό εγκαταλείψουν τον μάταιο τούτο κόσμο.
Αλλά οι σημαντικές φωνές ως συνέχεια της "ποίησης έργου" ανύπαρκτες ή αν κάπου υπάρχουν τηρούν σιγήν ασυρμάτου. Κανείς δεν ξέρει γιατί.
Πεθαίνουν σπουδαίοι άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών. Και παράλληλα με το σπουδαίο τους έργο αφήνουν και μια τεράστια μαύρη τρύπα που καραδοκεί.
Αν δεν επιθυμούμε να μας καταπιεί ας κάνουμε βουτιές πίσω στο χρόνο, στο παρελθόν, να ξαναδούμε, να ξανακούσουμε, να θυμηθούμε, να πάρουμε φόρα για το δικό μας μέλλον που κι αυτό καραδοκεί.
Να μαζέψουμε υλικό, που μας χρειάζεται για τη δική μας ζωή που περιμένει.
Να πάρουμε πολεμοφόδια, που θα μας βοηθήσουν στη δική μας μάχη που προσδοκά να είναι νικηφόρα.

Να ξαναδούμε τον Θίασο του Αγγελόπουλου, να ξανακούσουμε τον Θίασο του Λουκιανού κι αν μετά δεν καταφέρουμε να γίνουμε περισσότερο συνειδητοποιημένοι, πιο καλοί άνθρωποι, τότε ας επιστρέψουμε στο ασήμαντο τώρα κι ας δώσουμε από μόνοι μας μια βουτιά σ' αυτήν τη μαύρη τρύπα που αφήνουν οι σπουδαίοι που φεύγουν και που με χαρά θα μας καταπιεί.


Γιαξεμπόρε...
Ο τίτλος του τραγουδιού είναι μια σύμπτυξη των "γειά σου" και "αμόρε" που προήλθε από τα Μπουλούκια των Ιταλών ηθοποιών που έρχονταν στη χώρα μας στις αρχές του περασμένου αιώνα. "Γειά σου αμόρε" φώναζαν προς τους θαμώνες των καφέ σαντάν και σιγά σιγά πέρασε στους Έλληνες Μπουλουκτσήδες ως "Γιαξεμπόρε". Η λέξη-φράση αυτή έγινε το σήμα κατατεθέν για το κάλεσμα του κοινού...

Σήμερα τα μπουλούκια - αν υπήρχαν - θα φώναζαν στους θαμώνες του ελληνικού κοινοβουλίου και πατέρες της υποκριτικής και του ...έθνους "γειά σου έμπορε".

Γιαξεμπόρε της ελπίδας
τα παιδιά της καταιγίδας
θα 'ρθουνε για να σε διώξουν
τη ζωή τους για να σώσουν 

Οι παραπάνω σκέψεις δεν εκφράζουν επιθυμία για επιστροφή στο παρελθόν ώστε να το ξαναζήσουμε, δε νομίζω πως διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να βιώσουν χωροχρονικές καταστάσεις που διαμορφώθηκαν σε εντελώς διαφορετικές χωροχρονικές συνθήκες. Οι παραπάνω σκέψεις εκφράζουν την επιτακτική ανάγκη (που νοιώθει η γράφουσα) αρχικά για καθοριστική συμμετοχή στη διαμόρφωση εκείνων των συνθηκών που θα μας επιτρέψουν να βιώσουμε καταστάσεις που θα προκύψουν από τις δικές μας προσπάθειες και που θα πάρουν τη θέση που τους αρμόζει στο πλέγμα του κοινωνικού μας γίγνεσθαι ώστε σε δεύτερο (αλλά εξίσου σπουδαίο χρόνο) να ζήσουμε τη ζωή που μας αξίζει κι όχι μια "ζωή" που προχωράει ερήμην μας.
Γιαξεμπόρε του Θιάσου φεύγει η ζωή σου, βιάσου! - Έχετε να πείτε κάτι; - Φύγε! Γέροντα σακάτη.
Πηγή: www.musicpaper.g
ο τραγούδι «Γιαξεμπόρε» ακούγεται στην ταινία «Θίασος». Είναι μία σύμπτυξη των «γειά σου» και «αμόρε» που προήλθε από τα Μπουλούκια των Ιταλών ηθοποιών που ερχόταν στη χώρα μας στις αρχές του περασμένου αιώνα. «Γειά σου αμόρε» φώναζαν προς τους θαμώνες των καφέ σαντάν και σιγά σιγά πέρασε στους Έλληνες Μπουλουκτσήδες ως «Γιαξεμπόρε». Η φράση αυτή, σύντομα έγινε το σήμα κατατεθέν για το κάλεσμα του κοινού...
Πηγή: www.musicpaper.g
ο τραγούδι «Γιαξεμπόρε» ακούγεται στην ταινία «Θίασος». Είναι μία σύμπτυξη των «γειά σου» και «αμόρε» που προήλθε από τα Μπουλούκια των Ιταλών ηθοποιών που ερχόταν στη χώρα μας στις αρχές του περασμένου αιώνα. «Γειά σου αμόρε» φώναζαν προς τους θαμώνες των καφέ σαντάν και σιγά σιγά πέρασε στους Έλληνες Μπουλουκτσήδες ως «Γιαξεμπόρε». Η φράση αυτή, σύντομα έγινε το σήμα κατατεθέν για το κάλεσμα του κοινού...
Πηγή: www.musicpaper.gr
ο τραγούδι «Γιαξεμπόρε» ακούγεται στην ταινία «Θίασος». Είναι μία σύμπτυξη των «γειά σου» και «αμόρε» που προήλθε από τα Μπουλούκια των Ιταλών ηθοποιών που ερχόταν στη χώρα μας στις αρχές του περασμένου αιώνα. «Γειά σου αμόρε» φώναζαν προς τους θαμώνες των καφέ σαντάν και σιγά σιγά πέρασε στους Έλληνες Μπουλουκτσήδες ως «Γιαξεμπόρε». Η φράση αυτή, σύντομα έγινε το σήμα κατατεθέν για το κάλεσμα του κοινού...
Πηγή: www.musicpaper.gr