Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Κάποτε...

Κάποτε τη νύχτα...
«Μετρήσιμο το διάστημα.
Σχετικά όμως με τη διαδρομή του σύμπαντος ανύπαρκτο...
Σχετικά βέβαια με τη δική της διαδρομή ...μερικοί μήνες πίσω...
Περπατούσε στο υγρό περιβάλλον των αγωνιών και της αμφισβήτησης 
πως θα βγει από τη σπηλιά του σκότους που είχε βρεθεί.
Μετρήσιμα τα βήματα.
Σχετικά όμως με την κίνηση των γαλαξιών στάσιμα...
Σχετικά βέβαια με τη δική της πορεία... στάσιμα επίσης.
Θυμός, οργή, ακατάληπτη η γλώσσα των ερωτήσεων που διαμορφώνονταν ερήμην της.
Ήξερε στο βάθος του μυαλού της ότι εκεί βρίσκεται η ουσία. Στις ερωτήσεις. 
Όχι στις απαντήσεις. Αυτές μόνο ως "υποθέσεις εργασίας" μπορούν να ειδωθούν. Στην καλύτερη περίπτωση. Στη δεύτερη επιλογή ποιότητας περίπτωσης η θεώρησή τους ως "εικασία" ήταν παραπάνω από αρκετή.
Η πόρτα που συνάντησε δεν είχε πόμολο. Σκέφτηκε να σπρώξει αλλά δεν είδε πουθενά ταμπέλα "ωθήσατε". Σκέφτηκε να τραβήξει στο πλάι αλλά ούτε ταμπέλα "σύρατε" υπήρχε πουθενά. Η ταμπέλα "έλξατε" για ευνόητους λόγους είχε παραλειφθεί.
Χωρίς να βλέπει έψαχνε τα μυστικά σημεία, χωρίς να νιώθει υπολόγιζε τους μυστικούς κωδικούς. Κάτι έπρεπε να πατήσει.
Οι κινήσεις του χεριού της έμοιαζαν με χάδι. Χαϊδεύεται μια πόρτα άραγε;
Αυτό το χάδι τελικά ήταν ο κωδικός κι η πόρτα άνοιξε. Πιο πολύ το άκουσε παρά το είδε.
Δεν υπήρχε αντίθεση ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Δεν κατάλαβε διαφορά ανάμεσα στο πριν και το μετά.
Την έσπρωξε πάλι, να την κλείσει, να ξαναδοκιμάσει. Ίσως αυτή η πόρτα, ανάλογα τον κωδικό, να άνοιγε αλλού κάθε φορά. Ίσως να ήταν μια multiple choice door.
Ανακάλυψε πως η πόρτα άνοιγε ξανά και ξανά όσες φορές κι αν την έκλεινε. Όπου κι αν την ακουμπούσε, μ' ένα μικρό συριγμό αυτή έλκονταν προς την μόλις διαφαινόμενη παρουσία που αδημονούσε να βρει ένα φως.
Δεν ήξερε όμως πόσες φορές ήταν προγραμματισμένη αυτή η δυνατότητα επανάλειψης. Δεν το ρίσκαρε.
Βγήκε.
Μέσα από δαιδαλώδεις (υπέθεσε) διαδρομές, μέσα από περιπλανήσεις μάλλον άσκοπες, πάνω σε ράγες που λες είχαν δημιουργηθεί ακριβώς να οδηγούν τα βήματά της, προχώρησε χωρίς να βλέπει... γυρνώντας όμως ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο σαν μικροσκοπική κιβωτός αισθήσεων και παραισθήσεων... διαβλέποντας την πρόκληση... τον πειρασμό... να ξαναμπεί εκεί απ' όπου μόλις είχε δραπετεύσει. Αλλά γιατί να το κάνει αυτό; Δεν υπήρχε διαφορά. Σκοτάδι πίσσα μέσα, πίσσα σκοτάδι κι έξω. Ας είναι, σκέφτηκε. Θα το πάω το ταξίδι. 
Χωρίς πυξίδα, χωρίς επίγειο σύστημα εντοπισμού της από υπέργειες δυνάμεις εκτόξευσης μιας τόσης δα ελπίδας. Ήλπιζε πως οι ράγες ακολουθούν αυτήν κι όχι αυτή τις ράγες. Σε μια προσπάθεια χάραξης νέου κόσμου μέσα στον παλιό, σε μια δυνατότητα αμφίδρομης ενέργειας ανάμεσα στο είναι και το χάος περπατούσε γρήγορα να μην τους δώσει χρόνο να την προσπεράσουν, μόνον τρόπο να την οδηγήσουν πίσω. Αν χρειαζόταν. Σαν ένας μεταλλικός μίτος προορισμένος να της δείξει ένα ασφαλές μονοπάτι προς το γνωστό... το μετρήσιμο... το σταθερό.
Άνοιξε τα μάτια... τα ξανάκλεισε. Άπλωσε τα χέρια... τα ξαναμάζεψε. Προχώρησε... σταμάτησε. Και τότε είδε. Ένα φως! Τί να είναι άραγε εκεί; Πλησίασε... τίποτα μεγάλο... τίποτα σπουδαίο περισσότερο από φωτεινό.
Μόλις έφτασε δυο βήματα πιο κεί με δυσκολία είδε να σκιαγραφείται ένα και μοναδικό δωμάτιο. Με ένα και μοναδικό παράθυρο. Με ένα και μοναδικό φως. Με μία και μοναδική σκιά... ενός και μοναδικού ανθρώπου. Μοναδικού και με τις δύο σημασίες της λέξης αυτής. "Ωραία είν' εδώ" σκέφτηκε τότε».

Tη ρώτησε ξανά και ξανά:
- Μα τί είδες;
- Δε σου λέω. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ.
- Γιατί; Αν αξίζει, μοιράσου το.
- Άκου να σου πω  συγγραφέα μου: Αυτό που αξίζει το κρατάς. Το γεύεσαι. Το αγαπάς. Το φροντίζεις. Το σέβεσαι. Το αυγαταίνεις. Το μεγαλώνεις. Μεγαλώνεις κι εσύ μαζί του. Ωριμάζεις. Ψηλώνεις ...θεωρητικά πάντα. Καλυτερεύεις τον εαυτό σου. Τον πληθαίνεις. Αποκτάς υπόσταση πολλών διαστάσεων. Γίνεσαι ένας ολόκληρος κόσμος εσύ. Κρατάς τα απαραίτητα για σένα. Και μοιράζεσαι τ' άλλα. Τα δικά σου μοιράζεσαι όχι τ' αλλουνού. Κατάλαβες;
- Νομίζω πως όχι, γι' αυτό θα γράψω αυτό που θέλω εγώ.

Η ηρωίδα οπλίστηκε με υπομονή, σταύρωσε τα χέρια, έσκυψε πάνω από τον ώμο της δημιουργού της και παρακολουθούσε την ψηφιακή της πένα, τα δάχτυλά της, να χαράσσουν το ψηφιακό της χαρτί, το αρχείο δηλαδή, με μια διαδικασία διαφορετική από τον παραδοσιακό τρόπο γραφής, ανάποδη: Από το μυαλό μ' εντολή στα δάχτυλα, αυτά τις εκτελούν πάνω στα πλήκτρα, από τα πλήκτρα στο "σώμα" του υπολογιστή κι από κεί στη μνήμη του. Αυτός επεξεργάζεται, αναλύει, συνθέτει και σχηματίζει σύμβολα πάνω στην οθόνη του, ακριβείς απεικονίσεις των σκέψεων της γράφουσας την ιστορία της. Θα την άφηνε ν' αυθαιρετήσει. Τίποτε δεν θα έβγαινε στο φως. Ακόμα. Τίποτα προτού η ιστορία κάνει τον κύκλο της. Και κλείσει. Αλλά θα έκλεινε; Καθόλου σίγουρη δεν ήταν. Αλλά δεν το ήθελε κιόλας. Εκείνο που επιθυμούσε ήταν να τελειώσει το ταξίδι της ζωής της με ό,τι είχε αγαπήσει να παραμένει αναλλοίωτο στη μνήμη της, μ' εκείνο το φως άσβηστο στην καρδιά της. Η άλλη έγραφε, έγραφε...

Κάποτε στην Ανατολή...
- Ξημέρωσε.
- Το βλέπω.
- Δεν εννοώ τώρα. Εννοώ τότε. Ζητούσαμε δημοκρατία κι ελευθερία. Ζητούσαμε δικαιώματα. Καλύτερες συνθήκες δουλειάς. Καλύτερες αμοιβές. Αλλά μας ξεγέλασαν. Μέσα στο πακέτο μας έδωσαν και τον Ζονγκ*. Τσοβόλα δώστα όλα. Ναι, αλλά ήδη τα 'χε δώσει. Πού να 'βρισκε περισσότερα; Μα γι' αυτό υπάρχουν τα δάνεια. Διακοπών, εορτών, ονείρων.
- Ακαταλαβίστικα μου τα λες.
- Το ξέρω.

Μια απέραντη πίστα νυχτερινού κέντρου κάποιοι έφτιαξαν. Να χωράει πολλούς ή όλους: ακόμη καλύτερα. "Ανοίξαμε και σας περιμένουμε" κάποιοι έγραψαν. Έτρεξ' η αγέλη... κάποιοι χόρεψαν. Στην αρχή λίγοι... έπειτα τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα... το κακό τρυπάει το βουνό - λένε οι σοφοί. Οι λίγοι έγιναν πολλοί. Κι οι πολλοί έγιναν όλοι... ή σχεδόν. Κι αυτοί οι "σχεδόν" έμειναν απόμακροι και κοιτούσαν γνωρίζοντες. "Τί κοιτάτε ρε;" Δε βρέθηκε ένας να τους φωνάξει. "Βάλτε ένα χεράκι να κατεβούμε. Τί κάθεστε ρε;" Δε βρέθηκε ένας να τους πει. Κι όταν στο τέλος η μουσική τέλεψε κι η ορχήστρα την κοπάνησε από την πίσω πόρτα, έμειναν ξαφνιασμένοι κι απορημένοι, αμήχανοι, πάνω στα τραπέζια της ψεύτικης κι ετοιμόρροπης ζωής τους μη ξέροντας τί ακριβώς να κάνουν. Να μείνουν εκεί; Να κατέβουν; Η ορχήστρα θα γυρίσει; Είναι διάλειμμα;

- Δεν ήταν διάλειμμα. Ήταν το έργο. ΕΙΝΑΙ το έργο.
- Το κατάλαβα. Αλλά εγώ θέλω να μου πεις για την ιστορία... την άλλη ιστορία.
- Ποιά;
- Αυτή με το φωτεινό παράθυρο.
- Είπαμε... ΟΧΙ. Είναι δικό μου.
- Πού βρίσκεται;
- Μέσα μου.
- Αχ δεν βγάζω άκρη με σένα.
- ΟΧΙ.
- Το έργο συνεχίζεται;
- Ω ναι... κι είναι μεγάλο το έργο αυτό.  
- Πώς λέγεται;
- Η Δύση θα κρατήσει πολύ.

Κάποτε στη Δύση...
...ο ήλιος άρχισε να το ξανασκέφτεται.
Αυτό το αστείο πρέπει να τελειώνει. Αυτή η κατάσταση παραπάει. Ή μάλλον δεν πάει. Δεν πάει ΑΛΛΟ. Αυτή η "κρίση" τραπεζική ξεκίνησε... ανθρωπιστική έγινε. Οι μπαταρίες είχαν να φορτιστούν. Και οι άνθρωποι είχαν να παλέψουν.

Το φωτεινό της παράθυρο παραμένει στη θέση του και περιμένει τον ένοικό του.



* Ο όρος σφαγή του Ζονγκ (αγγλικά: Zong Massacre, στο παρελθόν χρησιμοποιούνταν επίσης ο όρος υπόθεση Ζονγκ, Zong Affair) αφορά την μαζική δολοφονία Αφρικανών δούλων που έλαβε χώρα το 1781 στο πλοίο Ζονγκ (Zong) ιδιοκτησίας Τζέιμς Γκρέγκσον. Η υπόθεση αυτή προκάλεσε σάλο στην Βρετανία, ανοίγοντας τον δρόμο για δράσεις σχετικά με την κατάργηση του δουλεμπορίου στη χώρα.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Ο χορός των κυμάτων

«Το 'βλεπα... να πεις πως δεν το 'βλεπα. Αλλά είπα βουρ κι ό,τι θέλει ας γίνει.
Κολυμπούσα στην παραδόξως ήρεμη θάλασσα των Εγκρεμνών. Κολυμπούσα γρήγορα λες κι ήθελα να προλάβω να φτάσω κάπου... να προλάβω να φτάσω κάτι... Άρχισα να συνειδητοποιώ πως αυτό το "κάτι" ήταν ο κυματισμός αυτής της συγκεκριμένης γωνιάς της διαθαλασσιακής υγρής ενέργειας... αυτό το "κάπου" ήταν η στεριά, να προλάβω να βγω σε αυτήν προτού έρθει η ώρα των κυμάτων και των αναμνήσεων. Να προλάβω να βγω "μπροστά". Το 'ξερα πως αυτή η ηρεμία δεν θα κρατούσε για πολύ.
Έστρεψα το βλέμμα προς τα πίσω, εκεί που μόλις είχα αφήσει το σημάδι μου στο υδάτινο στοιχείο, ίσα για να το δω να χάνεται εις τα εξ ων συνετέθη... να "ισιώνει", να γίνεται πάλι ένα με το νερό. Είχα απομακρυνθεί αρκετά από την ακτή. Μη φανταστείτε καμιά τρομερή απόσταση αλλά πάντως δεν ήμουνα και δίπλα. Κοίταξα μακριά στον ορίζοντα, εκεί που το νερό τέμνει τον ουρανό και τον πληγώνει, γύρισα το βλέμμα παραπέρα, εκεί που το νερό ορμά στην απέναντι στεριά και την σφάζει κι ανασηκώνει τα βουνά να τα καμαρώσουμε, τεντώνει τις απέναντι ακτές βοηθώντας τες να δηλώσουν κι αυτές παρουσία.
Κι ενώ οι προθέσεις του νερού είναι άλλες, να ενωθεί με τον ουρανό και τη γη σ' ένα σύνολο αρμονικό κι αδιαίρετο, η δύναμή του είναι τέτοια που τελικά δημιουργεί πληγές. Όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους μερικές φορές.
Κι αν θέλουμε να 'μαστε ειλικρινείς, όλες τις φορές. Αλλά ποιά δύναμη, ποιά ομορφιά και ποιά "ουσία" δεν ολοκληρώνει το μεγαλείο της αν προηγουμένως δεν ματώσει αυτά που λαχταρά.
Να 'τοι, έρχονται οι κυματισμοί, δειλά δειλά, κοντοζυγώνουν. Γαλάζια σώματα γιγάντιων όντων που κυλούν προς εμένα και στροβιλίζονται σε μια χορογραφία υπερκόσμια κι ατέρμονη.
Ήξερα πως μόλις πλησίαζαν θα διαπίστωνα τα μεγάλα αέρινα κενά που ως απόσταση ασφαλείας θα μεσολαβούσαν από τον έναν υδάτινο χορευτή στον άλλον. Θα έβλεπα τα  διαστήματα ηρεμίας ανάμεσα στα μέλη αυτού του θιάσου από νερό όπου εκεί θα με εγκλώβιζαν πρόσκαιρα σαν σε αγκαλιά φιλόξενη και προστατευτική, όμως λόγω μεγέθους και δύναμης, απελπιστικά τρομακτική. Θα έπρεπε να επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις για να αφεθώ διαδοχικά και με ασφάλεια από τον έναν χορευτή στον άλλον, να μην επαναπαυθώ στην πεδιάδα που δημιουργείται ανάμεσά τους και που συνήθως τη λέμε "μήκος κύματος". Το ιδιόμορφο χορευτικό σύνολο ήταν ακόμη μακριά μου κι έτσι δεν μπορούσα ακόμη να το διακρίνω αυτό το μήκος, να το μετρήσω. Θα ήμουν άνετα εκεί; Θα προλάβαινα να ανασυνταχθώ για να σφιχταγκαλιάσω τον επόμενο κυματισμό; Ή θα διαδεχόταν το ένα κύμα το άλλο με ταχύτητες άλλες απ' αυτές που θα μπορούσα ν' αντέξω και που τις λέμε "συχνότητα"; Μου άρεσε αυτό το παιχνίδι φόβου κι απόλαυσης, όποτε στο παρελθόν άπλωσα τα χέρια κι αγκάλιασα μεγάλα κύματα ή/και μεγάλους ανθρώπους. Υπήρξαν φορές που διάλεγα εγώ ένα κύμα/χορευτή για να με πάρει στην αγκαλιά του και μ' αυτόν και κανέναν άλλον έφτανα στην ακτή όπου εκεί με άφηνε απαλά, σαν εραστής που με αγάπησε αλλά που λύγισε τελικά και μ' εγκατέλειψε. Αθόρυβα ...μέχρι να "ανασυνταχθώ" αυτός να έχει φύγει. Με τρόπο... να μην το καταλάβω... να μην λυπηθώ... να μην πονέσω. Του κάκου.
Γι' αυτό ανησυχούσα τούτη τη φορά. Ήθελα να φτάσω στην ακτή προτού βρεθώ πάλι σε κατάσταση επιλογής κύματος για να με συνοδεύσει στην ακρογιαλιά αλλά που τελικά θα με άφηνε εκεί έρμαιο της δύναμης με την οποία υποχωρεί ξανά στη θαλάσσια αγκαλιά και να με παρασύρει και μένα μέσα της, σαν εραστής που με βαρέθηκε και με δίνει "δώρο" στον επόμενο. Μετέωρη, αναποφάσιστη, φοβισμένη, δειλή».

Καλά το πας, συνέχισε, αγαπητή γράφουσα, αλλά τί θα συμβεί μετά; Αυτό να δω, αν έχεις τη φαντασία για να εξιστορήσεις. Γιατί εγώ δεν σου μίλησα ποτέ, μόνη έβγαλες τα συμπεράσματά σου μόλις είδες πως με ασφάλεια έφτασα στην ακρογιαλιά και γραπώθηκα, όσο μπορεί κανείς να γραπωθεί από τμήματα ύλης που άλλες φορές τα λέμε άμμο, άλλες φορές βότσαλο κι άλλες πάλι "βότσαλο λεπτό σαν άμμο" ή "άμμο χοντρή σαν βότσαλο". Για να δούμε λοιπόν πόσο μακριά φτάνει η φαντασία σου, πόσο "μέσα θα πέσεις", πόσο καλά με ξέρεις, γιατί ναι μεν μπορεί να με δημιούργησες αλλά, δεν ξέρω αν το κατάλαβες, εγώ στην πορεία αυτονομήθηκα και δε θα δεχθώ καμία αυθαιρεσία "συγγραφική αδεία". Θα παρεμβαίνω και θα διορθώνω. Μέχρι να ειπωθεί η ιστορία μου όπως ακριβώς θέλω εγώ. Κι όχι εσύ.

«Βρέθηκα σε μια μετέωρη κατάσταση, δεν ήμουν στο νερό ούτε στη στεριά, βύθισα τις παλάμες στο λεπτό βότσαλο, στήριξα τα πόδια στην κατωφέρεια της ακτής, σήκωσα το κεφάλι και μύρισα την αντίθεση, άκουσα την αυταπάτη, ονειρεύτηκα την ομορφιά και παραμένοντας ακουμπισμένη πάνω στις βοτσαλένιες κάψουλες της προηγούμενης ζωής μου, αυτές που τις λέμε "μνήμη", έκλεισα τα μάτια και είδα τον χρόνο.
Αυτό το βοτσαλάκι, μικρό σαν φακή, μου θυμίζει τις αγωνίες μου, αυτό εκεί ανάμεσα στο μεσαίο και το παράμεσο δάχτυλο του ενός χεριού μου θυμίζει ό,τι άγγιξα κι ό,τι άφησα ξανά, να, ένα άλλο, μεγάλο σαν φασόλι, αυτό που μου πιέζει τον μηρό και με πονάει μου θυμίζει τα λάθη μου. Τα βαθουλώματα που δημιουργούν τα δάχτυλα των ποδιών μου κρύβουν επιθυμίες που εγώ και μόνο εγώ πρόδωσα και κανένας άλλος».

Ένα ένα τα γεγονότα έστησαν το σκηνικό στιγμών ικανών να γεμίσουν δυο ζωές. Ή και τρεις. Ένα ένα τα γεγονότα έσυραν βήματα που χορογράφησαν αυτοσχεδιάζοντας λίγο καιρό πριν... λίγο καιρό μετά... 
Μικρές στιγμές μέσα σε μεγάλα βότσαλα που το "βάρος" τους με τραβούσε πίσω στο νερό σαν σε μια ταραγμένη κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Να με ξεπλύνει από τί; Δεν νιώθω βρώμικη. Αντιθέτως. 
Μικρά βότσαλα γεμάτα μεγάλες στιγμές που άφησαν τα σημάδια τους στο σώμα μου γιατί τελικά έμεινα αρκετή ώρα ξαπλωμένη στην υγρή δροσερή αγκαλιά τους κι αυτά μπόρεσαν κι αποτύπωσαν επάνω του την όμορφη ιστορία μου. Να τα κουβαλώ πάντα επάνω μου σαν δεύτερο δέρμα, πάντα μέσα μου σαν δεύτερη ψυχή.
Από κάτω μου το βοτσαλένιο αλφάβητο σχηματίζει λέξεις πυρετωδώς, από πάνω μου οι ηλιαχτίδες με τη θέρμη τους απαλύνουν τις αιχμές της γραφής τους. Το υγρό στοιχείο φτάνει μέχρι τα πόδια μου, μετά υποχωρεί απαριθμώντας τα υπέρ και τα κατά. Μόνο που εγώ ξέρω ότι δεν υπάρχουν "κατά". Μόνο "υπέρ". Δεν υπάρχει συμψηφισμός στην ομορφιά, τίποτα δεν μπορεί να "υπολογίσει" τα συναισθήματα. Δεν γίνεται ισολογισμός γι' αυτά που θέλει η καρδιά και γι' αυτά που προστάζει ο νους. Σ' αυτόν τον απολογισμό δεν υπάρχουν "πλην". Μόνο "συν".

Σηκώθηκα, τίναξα από επάνω μου τα βοτσαλένια γράμματα/στοιχεία, το έργο τους είχε πλέον τελειώσει. Τα σημάδια τους θα υποχωρούσαν σιγά σιγά αφού το νόημά τους θα είχε εισχωρήσει βαθιά στην ύπαρξή μου, να πορεύομαι μαζί  του στο υπόλοιπο της ζωής μου. Μια παρακαταθήκη ακόμη. Μια εμπειρία ακόμη. Ένα "θέλω" που συμπυκνώθηκε σε απειροελάχιστη μορφή ύλης, αδιανόητης δύναμης. Σε ένα και μοναδικό ταξίδι που δεν θα τελειώσει ποτέ. Μετά από εμένα, θα το συνεχίσει κάποιος άλλος, μετά απ' αυτόν κάποιος άλλος ακόμη.

Προχώρησα, σκούπισα από επάνω μου τα περισσεύματα του υδάτινου μελανιού από την θαλάσσια πένα. Για να αναδειχθεί η μορφή που ζωγράφισε στην ψυχή μου. Και που εσύ δεν θα τη δεις ποτέ.

Αγαπητή γράφουσα, σου έδωσα το υλικό μου. Ως εκεί όμως, αυτά σου επιτρέπω να τα γράψεις. Η αλήθεια μου όμως θα παραμείνει επτασφράγιστο μυστικό μέσα μου. Κανείς δεν θα το ξεκλειδώσει ποτέ και κανείς μα κανείς δεν θα μπορέσει ν' αμφισβητήσει την αλήθεια αυτών που έζησα κι αυτών που ένιωσα.

Συνέχισε... δεν σε φοβάμαι πια.

(συνεχίζεται...)

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Παιδία τέχνας κατεργάζεται (γειτονική σύνταξις)

Αγαπώ τα παιδιά. Αλλά πιο πολύ αγαπώ τα παιδάκια. Κι ακόμη περισσότερο τα μωρά ή τα σχεδόν μωρά. Δεν έχω δικά μου αλλά μάλλον αυτό το επέλεξα ακριβώς επειδή τ' αγαπώ. Παράδοξο ε; Αφού λοιπόν δεν με ταλαιπώρησε ποτέ κανένα από αυτά τα αξιολάτρευτα τερατάκια έχω απίστευτη υπομονή, αντοχή κι εφευρετικότητα για να τα κρατώ σε κατάσταση ηρεμίας. Επίσης έχω κι ένα βλέμμα "κεραυνό" που εγώ η ίδια βέβαια δεν μπορώ να το δω απευθείας, όπως κανείς άνθρωπος δεν μπορεί ο ίδιος να δει το βλέμμα του όπως φτάνει σε κάποιον άλλον κι όπως έγραφα παλιότερα εδώ. Το βλέπω όμως εξ αντανακλάσεως στο ύφος του μικρού παιδιού το οποίο εγώ κοιτάζω αυστηρά ή θυμωμένα.
Για την ακρίβεια δεν βλέπω πια ένα "ζωντανό" παιδάκι με σάρκα και οστά αλλά ένα γλυπτό πάγου κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του παιδακίου.

Έχω γειτόνους μια πολύ καλή οικογένεια. Έχουν ένα κοριτσάκι 6-7 χρονών περίπου. Εξαιρετικό παιδάκι, όπως όλα τα παιδάκια. Όσο ήταν μικρούλι το άκουγα που έπαιζε στη βεράντα τους, με κραυγούλες, γελάκια, γκρινίτσες, φωνούλες... όλα σε υποκοριστικό βαθμό -ίτσες, -ούλες, -άκια... άρα διόλου ενοχλητικές εκφράσεις, του πώς αντιλαμβάνεται τον γύρω κόσμο του αλλά πολύ ενδιαφέροντες τρόπους συμμετοχής του στα ελάχιστα δρώμενα που το αφορούν πέρα από μαμ, κακά και νάνι. Ηχητικά ντοκουμένα υψηλοτάτης μεν κλίμακας κι έντασης - αφού αργεί πολύ στον άνθρωπο ν' αναπτυχθεί το περίφημο "volume" - δηλωτικά δε του τρόπου με τον οποίο επιχειρεί να εκφράσει τα συναισθήματά του για ό,τι βιώνει ως μικρό παιδί.

Το κοριτσάκι αυτό εδώ και δύο σχεδόν χρόνια απέκτησε έναν αδελφούλη. Ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ κοντεύει να στείλει στο τρελλοκομείο όλη του την οικογένεια. Την μαμά του κατά προτεραιότητα, τον μπαμπά του αμέσως μετά και τελευταία αλλά όχι έσχατη, οπωσδήποτε πάντως και την επτάχρονη αδελφούλα του. Κι επειδή δεν υπάρχει τρελλοκομείο για παιδιά το κοριτσάκι θα βρεθεί στο έλεος συγγενών, φίλων και γνωστών.
Ο αδελφούλης αυτός, δεν υπάρχει στιγμή της ημέρας που να μην σκούζει/γκρινιάζει/κλαίει δυνατά/χτυπιέται/φωνάζει/σπάζει οτιδήποτε μπορεί να σπάσει/γκρεμίσει και είναι σε ακτίνα βολής του, τρέχει με ταχύτητα που αγγίζει αυτήν του φωτός αλλά κυρίως δεν θέλει να κοιμάται. Όπως είναι επόμενο η ιώβεια υπομονή των γονιών του κάποια στιγμή εξαντλείται όπου αφού μεσολαβήσει ένα τεράστιο διάστημα που ο μικρός λυμαίνεται το σύμπαν ακούγεται κραυγή απόγνωσης θηλυκού είτε αρσενικού γένους. Το κοριτσάκι απλώς κλαίει με παράπονο γιατί ή θα της έχει τραβήξει τα μαλλιά, είτε θα της έχει πετάξει κάτι στο κεφάλι, είτε θα την έχει δαγκώσει.

Όχι, όχι δεν ζω μαζί τους απλώς το διαμέρισμά τους και κυρίως η βεράντα τους είναι πολύ κοντά στο τμήμα εκείνο του σπιτιού μου που περνώ αρκετή ώρα κι εγώ. Δεν ενοχλούμαι, αν και καμιά φορά τρομάζω, όχι από το παιδί - αυτό το έχω ψιλοσυνηθίσει - όσο από την κραυγή της μαμάς ή του μπαμπά που θα ακουστεί όταν πια δεν έχουν άλλη αντοχή και η προσπάθεια να το απασχολούν με διάφορους έξυπνους και δημιουργικούς τρόπους δεν έχει κανένα αποτέλεσμα. Εκείνο που στην πραγματικότητα τρέμω είναι μήπως καμιά φορά ακούσω κανέναν γδούπο... προς την πυλωτή γιατί άνθρωποι είναι κι αυτοί ρε γαμώτο...

Πριν λίγο καιρό λοιπόν, άκουγα απελπισμένο τον μπαμπά που έλεγε στην σύζυγό του "δεν αντέχω άλλο, φύγε από τη δουλειά κι έλα να τον πάρεις, θέλω να δουλέψω, περιμένει το αφεντικό την μελέτη δεν έχω κάνει τίποτα, θα με γαμήσει ο τύπος, θα με γαμήσει". Η σύζυγός του προφανώς δεν μπορούσε να φύγει από την δουλειά της και προκειμένου να γαμήσει τον γείτονά μου το αφεντικό του είπα ν' αναλάβω εγώ δράση.

Μια και δυο του χτυπάω το κουδούνι - έχω το θάρρος - "γειά σου, άθελά μου άκουγα κι είπα να βοηθήσω, να κρατήσω τον μικρό απασχολημένο". Τρελλάθηκε ο μπαμπάς, σταυροκοπιότανε, σημασία δεν μου 'δωσε "κάνε ό,τι σε φωτίσει ο θεός" μου είπε.
Πήρα τον πιτσιρικά από το χέρι, τον έβγαλα στο μπαλκόνι κι άρχισα να τον ρωτώ άχρηστα πράγματα και να του εξιστορώ ακόμη πιο άχρηστα. Για την επόμενη μισή ώρα ο μπόμπιρας δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει από που του 'ρθε αυτό το ξαφνικό και με παρακολουθούσε αμίλητος, ακούνητος κι αγέλαστος. Μόλις πήγαινε να μου ξετσουτσουνέψει και να μου πετάξει καμιά μπουλντόζα στο κεφάλι τάχα μου ότι την έφερνε να μου την δείξει, τον αποπροσανατόλιζα εντελώς δείχοντάς του άσχετα πράγματα που αυτό το τσαμένο πριν γυρίσει να δει δεν ήξερε ότι ήταν άσχετα και τσιμπούσε. Μόλις πέρασε ένα τέταρτο ακόμη ο γείτονας βγάζει το κεφάλι του στη βεράντα και λέει:
- Ζει;

Επειδή τα βεράντια θέματα κόντευαν να εξαντληθούν κι έβλεπα το πιτσιρίκι να έχει οπλίσει κανονικά τον πήρα στο διαμέρισμά μου. Έπαθε έναν ντουβρουτζά, δεν είχε ξανάρθει, έσπασε και κάτι αλλά ο τρόπος που του μίλησα δεν άφηνε περιθώρια για ...παρεξηγήσεις εκ μέρους του. Τον πήρα από το χέρι, βρήκαμε την κόλλα και κόλλησα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του αυτό που μου έσπασε. Έτσι πέρασε άλλη μισή ώρα και μετά είπα να τον πάω μια βόλτα στην πυλωτή προτού τον επιστρέψω.
Κάτω στον κήπο του έλεγα ιστορίες από την κατοχή, τη χούντα, το πολυτεχνείο, το πασόκ και τα μνημόνια... Το παιδάκι είχε αποσβολωθεί. Εκείνη την ώρα χτυπάει το κινητό μου. Ήταν ο μπαμπάς του που ρωτούσε:
- Ζεις;