Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Γλώττα πυρί μιχθήτω...

Χωρίς λόγια

Έχω μια γλώσσα* μέσα στο κεφάλι μου (εκτός από αυτήν που έχω στο στόμα* μου). Και στη καρδιά μου την έχω (αυτήν που έχω στο κεφάλι όχι αυτήν που έχω στο στόμα) αλλά αυτό αναγκαστικά. Αφού: με αυτήν μεγάλωσα (νομίζω δηλαδή), έζησα (και ζω ακόμα ελπίζω όχι εις μάτην), ένιωσα αλλά και δεν ένιωσα καθότι και τα αισθήματα μιλούν κι αυτά μια γλώσσα κι αν δεν τη μιλούν, δεν υπάρχουν. Με αυτήν σκέφτηκα και μίλησα ή και αντίστροφα πολλές φορές, με αυτήν θύμωσα, αγάπησα, μίσησα, οργίστηκα, έβρισα, υπολόγισα, θυσίασα, χάρισα, πήρα, σώπασα. Ναι, με αυτή σώπασα (σπανίως αλλά έγινε). Η σιωπή θέλει κι αυτή μια γλώσσα για να εκφραστεί. ΚΑΙ σε αυτήν την περίπτωση, σίγουρα τότε, η γλώσσα ξεδιπλώνει το μεγαλείο της. Ίσως όταν σιωπούμε μιλάμε καλύτερα κι όχι όταν μιλάμε. Γιατί στη δεύτερη περίπτωση πολλές φορές δεν είναι απαραίτητη η γλώσσα, αρκούν μόνο τα δομικά συστατικά της που εν συντομία λέμε λέξεις. Σε σειρά έστω αλλά πάντως λέξεις. Σε διατεταγμένη υπηρεσία έστω αλλά πάντα λέξεις. Τα νοήματα τα έχει η κραυγή. Κι αυτή, ακόμη κι η άναρθρη, αν βέβαια ξέρεις να την αποκωδικοποιήσεις, μια γλώσσα μιλάει. Στην περίπτωσή μου μιλάει τη γλώσσα που έχω στο κεφάλι μου.

Παίρνω έναν χάρτη: Γι' αρχή έναν παγκόσμιο. Τρυπώ το δάχτυλο με μια καρφίτσα. Σάμπως να έπαιρνα δείγμα αίματος για κάποιον λόγο. Προτού πήξει το αίμα "τρέχω" τον χάρτη. Κι όπου βλέπω πόλεμο το ακουμπώ. Ουκρανία. Παλαιστίνη. Στην περίπτωση της Παλαιστίνης, επειδή έχει συρρικνωθεί τόσο πολύ, επειδή μόνο ως διάσπαρτοι μικρότατοι θύλακες μέσα στο Ισραήλ υπάρχει πια, είναι δύσκολο να "κοκκινίσω" τα σημεία. Στη Λωρίδα της Γάζας ήταν πιο εύκολο. Αυτό λοιπόν το στενό κομμάτι γης που λέτε, για χώρα είναι μικρό αλλά για στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι μεγάλο. Αλλά καθόλου ευρύχωρο ούτε ως χώρα ούτε ως στρατόπεδο. Πρόκειται για μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της γης. Αφού, όσο κι αν ο πληθυσμός βαίνει μειούμενος από τις "ευγενείς" προσπάθειες των Ισραηλινών, σ' αυτό το κομμάτι γης ζουν στοιβαγμένοι πάνω από 1.500.000 ανθρώπινες ψυχές. Σ' ένα κομμάτι γης πάνω κάτω όσο η Λευκάδα ή η Θάσος ή η Άνδρος. Αλλά αν βιαστείτε να μου πείτε πως επάνω στον πλανήτη υπάρχουν κι άλλες περιοχές/πόλεις περισσότερο πυκνοκατοικημένες από τη Γάζα μην ξεχάσετε να συγκρίνετε και τις συνθήκες διαβίωσης σε αυτές τις άλλες περιοχές. Το τραγικό στην περίπτωση της Γάζας, είναι που όταν λέμε πως πρόκειται για  "θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων", μάλλον κυριολεκτούμε. Αφού κάποιοι άλλοι άνθρωποι (;), αυτοί που υποτίθεται για λογαριασμό τους το κράτος τους βομβαρδίζει αμάχους, παίρνουν το καρεκλάκι τους κι ανεβαίνουν στους λόφους να χαζέψουν το θέαμα. Όπως κάνουν οι κανονικοί άνθρωποι που πάνε να χαζέψουν μετεωρίτες.
Κι αυτή η τόση δα κουκκίδα γης που προσπαθεί να υπάρξει ως χώρα, συναγωνίζεται - για να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον μας - μια άλλη πολύ μεγαλύτερη χώρα που υπάρχει ήδη αλλά που και αυτή σπαράσσεται από πόλεμο, τη γειτονική μας Ουκρανία. Κι όταν τα αεροπλάνα πέφτουν το ένα μετά το άλλο και τα "σενάρια" οργιάζουν, εμείς οι κοινοί θνητοί παραζαλισμένοι από την ταχύτητα με την οποία μας προσπερνούν τα γεγονότα, έχουμε πια την πολυτέλεια να διαλέξουμε ποια θεωρία συνωμοσίας ταιριάζει καλύτερα στο ταμπεραμέντο μας. Τη στιγμή που γράφω αυτές τις σκέψεις εκτός από το αεροσκάφος των Μαλαισιανών αερογραμμών που κατερρίφθη έχουν ήδη πέσει δύο άλλα. Ένα στην Ταϊβάν κι ένα στο Μαλί. Ειδικά το δεύτερο τραγικό δυστύχημα ακόμη δεν έχει χαρακτηριστεί ως οφειλόμενο σε μηχανική βλάβη ή ως προϊόν τρομοκρατικής ενέργειας. Γιατί σα να μην έφταναν όσα συμβαίνουν στη γειτονιά μας τώρα πρέπει να μάθουμε - ποτέ δεν είναι αργά - τί γίνεται και στο Μαλί. Βέβαια αυτό είναι πολύ μακριά κι έτσι μπορεί να θεωρηθεί ένα πρόβλημα λιγότερο για μας.
Κι ενώ φρεσκάρουμε τις γνώσεις μας στη γεωγραφία και στην πολιτική κατάσταση διαφόρων χωρών με αφορμή τις αεροπορικές τραγωδίες, το χάος και η ασυνεννοησία καλά κρατούν σχετικά με τους δύο πολέμους εδώ γύρω κυρίως όμως σχετικά με τον πόλεμο που αποσκοπεί σε μια γενοκτονία που συμβαίνει για μια ακόμη φορά στη Λωρίδα της Γάζας.

Κάποιοι τάσσονται με το κράτος του Ισραήλ και υποστηρίζουν την επίθεσή του στη Γάζα θεωρώντας την "αυτοάμυνα" επειδή η Χαμάς είναι ισλαμιστική, δεν κάθεται στ' αυγά της και πετάει κι αυτή ρουκέτες, από την άλλη όμως καταδικάζουν την προσφυγιά στην οποία οδηγούνται τα θύματα αυτού του τελείως άνισου, θα μου επιτρέψετε να πω, πολέμου.
Εν τω μεταξύ άμαχοι, ανάμεσά τους πάρα πολλά παιδιά, σκοτώνονται από το ανελέητο ισραηλινό βομβιστικό σφυροκόπημα.
Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν το μαύρο και φρικτό ISIS επειδή - λέει - τα βάζει με τον σιωνιστικό ιμπεριαλισμό και την σιωνιστική οικονομική κυριαρχία ξεχνώντας να θυμηθούν τί ακριβώς είναι το ISIS, που ναι μεν εναντιώνεται στο Ισραήλ για τελείως δικούς του λόγους, από την άλλη όμως διατάσσει τον ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων των γυναικών στις περιοχές που κάνει κουμάντο.
Οι εγχώριοι και άλλοι φασίστες - που μισούν τους Εβραίους γενικώς - υποστηρίζουν τη Χαμάς αλλά θα σφάξουν τους Παλαιστίνιους που θα τολμήσουν να έρθουν ως πρόσφυγες στη χώρα μας. Όσοι τουλάχιστον από αυτούς δεν πνιγούν στο υγρό νεκροταφείο του πελάγους που βρέχει ολούθε την πατρίδα μας.
Όμως και πολλοί άλλοι που αυτοπροσδιορίζονται αριστεροί (ή άλλο) υποστηρίζουν τη Χαμάς - όχι τον ίδιο τον αγώνα του Παλαιστινιακού λαού - ξεχνώντας και αυτοί να θυμηθούν πως και η ίδια Χαμάς παίζει παιχνίδια εξουσίας και κυριαρχίας.
Εν τω μεταξύ άμαχοι, ανάμεσά τους πάρα πολλά παιδιά, συνεχίζουν να σκοτώνονται από το γειτονικό τους υπερκράτος.
Και φυσικά δεν πρόκειται ούτε για αντίποινα, ούτε για την ασφάλεια των κρατών εν γένει, ούτε για το δικαίωμα ενός κράτους να αμύνεται. Γιατί ποιός θα τολμούσε να τα βάλει με την παντοδυναμία του ώστε να χρειαστεί να "αμυνθεί"; Πρόκειται μόνο για εξουσία κι επεκτατικότητα. Πρόκειται για δύναμη και γη.
Πρόκειται για το "δικαίωμα" του Ισραήλ (από πού προκύπτει άραγε αυτό) να επεκτείνεται καταπατώντας εδάφη και αφανίζοντας τους Παλαιστίνιους. Αρνούμενο εξ αρχής να δεχθεί τις αποφάσεις του ΟΗΕ για δύο ανεξάρτητα κράτη στη συγκεκριμένη χιλιοβασανισμένη και πολύπαθη περιοχή της Δυτικής όχθης του Ιορδάνη.

Οι σκέψεις μου αυτές απέχουν πολύ από το να φιλοδοξούν ν' αποτελέσουν πολιτικό κείμενο ή κοινωνιολογική μελέτη ή επιστημονικό άρθρο. Ενδεχομένως περιλαμβάνουν και λάθη. Η ουσία όμως κι αυτό που εντέλει που με βασανίζει είναι η "γλώσσα" με την οποία σκέφτομαι εγώ και η "γλώσσα" με την οποία σκέφτονται άλλοι. Και στην προσπάθειά μου να βρω τη συνισταμένη των γλωσσών και να κατανοήσω πώς σκέφτονται εκείνοι ώστε να σκέφτομαι πιο σωστά εγώ, χαμένη στη μετάφραση, σκορπίζω λέξεις, με σωστή γραμματική σειρά παραταγμένες αλλά πάντα να παραμένουν λέξεις. Που εναγωνίως αναζητούν συνεκτικό ιστό προκειμένου ν' αποκτήσουν και νόημα.

Η γειτονιά μας φλέγεται, το μουντιάλ τελείωσε κι εγώ δεν νιώθω πολύ καλά τελευταία.
Περιχαράκωσα με μια νοητή γραμμή στον χάρτη την ασφαλή πατρίδα μου. Το αίμα είχε πήξει πια κι έτσι δεν λέρωσα την πλαστικοποιημένη αποτύπωση σε επίπεδη μορφή του πλανήτη στον οποίο βρίσκομαι περαστική και για λίγο. Με την ελπίδα ν' αφήσω κι εγώ το σημάδι μου. Με την προσδοκία πως αυτό το σημάδι, το δικό μου υπαρξιακό αποτύπωμα, θα είναι θετικό.  Εδώ, σε αυτήν την πατρίδα μου, που δεν γίνεται πόλεμος κανονικός, αυτός με τα μπαμπ μπουμ που σκοτώνει τους ανθρώπους αλλά γίνεται πόλεμος-σιγανοπαπαδιά. Οικονομικός πόλεμος, κοινωνική συρρίκνωση και ηθική κατάπτωση. Και σιγά-σιγά... αργά αλλά σταθερά... και χράτσα-χρούτσα, χράτσα-χρούτσα καλά τα καταφέρνει το σύστημα με τη μείωση του πληθυσμού. Άνθρωποι αυτοκτονούν κι αυτοί που όχι, δεν γεννούν. Κάποιοι δεν μπορούν και κάποιοι δεν θέλουν αφού δεν μπορούν.

Λένε πως δεν μπορώ να μετρήσω τα μνημόνια. Πράγματι δεν μπορώ. Γιατί τα μνημόνια δεν είναι μόνο αυτά τα μεγάλα για τα οποία γίνεται ντόρος και για τα οποία λένε "ναι σε όλα" στο κοινοβούλιο. Τα μνημόνια είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις που καμουφλαρισμένες και παραχωμένες ανάμεσα και πίσω από ανώδυνες φράσεις, ως διατάξεις, υποτίθεται ότι ρυθμίζουν εντελώς δευτερεύοντα ή και τριτεύοντα ζητήματα. Αυτά λοιπόν τα μνημόνια/παραλλαγή είναι αμέτρητα θαρρώ. Και δεν μπορώ να τα μετρήσω και για έναν άλλον λόγο. Επειδή δεν υπάρχει πια εισόδημα για μένα που να μπορεί να θεωρηθεί ως έσοδο για την επιβίωσή μου. Το μόνο που δημιουργείται δια των εργασιακών μου προσπαθειών είναι φόροι. ΚΑΙ ΜΌΝΟ. Έτσι από ένα σημείο και μετά είτε 10 είναι τα μνημόνια είτε 100 για μένα δεν έχουν καμία επιπλέον βαρύτητα. Γιατί τί επιβάρυνση να δεχθεί το απόλυτο τίποτα;

Και ο κόσμος ψηφίζει τα ίδια και τα ίδια. Δηλαδή ο κόσμος αποφασίζει δια της ψήφου του τα ίδια και τα ίδια. Δεν ξέρω ποιά είναι τα "διαφορετικά". Δεν ξέρω αν υπάρχουν "διαφορετικά" ή αν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα μιας διαφορετικής πορείας.
Και ο κόσμος πληρώνει όλο και περισσότερα. Κι όσο περισσότερα πληρώνει τόσο περισσότερο αδρανοποιείται. Λες και μαζί με κάθε δολοφονικό μέτρο του δίνουν και μια αδιαφορία ως μπόνους σε συσκευασία δώρου.
Ή κάτι του ρίχνουν στον καφέ, σταγόνες ή μόρια ψυχοτρόπας ουσίας που επιφέρει εγκεφαλική, νοητική παράλυση. Ίσως να εξηγείται έτσι πολύ εύκολα η ταχύτατη εξάπλωση των διαφόρων καφεπωλείων τύπου "Μικέλ". Από την αρχή το είχα καταλάβει πως κάτι δεν πάει καλά με δαύτα. Μετά το όγδοο που είδα ν' ανοίγει έψαξα να βρω τον αυλητή αλλά δεν τον βρήκα. Μάλλον σε αυτήν την περίπτωση τα ποντίκια πήγαιναν μόνα τους για ...καφέ. Γι' αυτό σας λέω. Κάτι βάζουν στον καφέ. Εγώ όμως στα Μικελοπωλεία αυτά δεν πηγαίνω κι ο καφές που αγοράζω για το σπίτι είναι συσκευασμένος και συνήθως τον σιάχνω με τα χεράκια μου. Γι' αυτό κι είμαι μονίμως στη τσίτα και στενοχωρημένη κι έξαλλη με όσα συμβαίνουν. Δε λένε πως ο καφές πειράζει στα νεύρα; Ναι, ο καθαρός καφές όχι ο μούφα. (Αλλά πάλι μπορεί να φταίει και το νερό).

Και μετά σκέψεις γεμίζουν το κεφάλι μου. Σκέψεις που αποκτούν υπόσταση και νόημα χάρη σε αυτήν τη γλώσσα που είπαμε αρχικά πως έχω μέσα σε αυτό και που τις περιμένει να τις φιλοξενήσει ή εγκλωβίσει στα ελάχιστα τετραγωνικά εκατοστά του κρανίου όπου φιλοξενείται και ο εγκέφαλός μου.
Γιατί νιώθω πως δεν αγαπούμε αυτή τη χώρα;  Ξεπουλιέται, παραδίδεται, καταστρέφεται κι εμείς τι; Περίπου ό,τι κι οι πολίτες του κράτους του Ισραήλ με τους βομβαρδισμούς στη Γάζα. Το καρεκλάκι μας λοιπόν και στον ψηφιακό μας λόφο. Παρακολουθούμε. Απλά. Ούτε καν με ενδιαφέρον. Λες και δεν μας αφορά. Λες και δεν μας αφορά καθόλου το γεγονός πως δεν έχουμε το δικαίωμα να μη μας αφορά. Πως δεν έχουμε το δικαίωμα να το δεχόμαστε όλο αυτό το αλισιβερίσι. Κι αφού δεν νοιάζει εμάς γιατί να νοιάζει αυτούς;
Και τελικά γιατί γίνονται όλα αυτά; Ή μάλλον γιατί δεν γίνονται αυτά που θα 'πρεπε; Δεν ξέρω πια. Ίσως επειδή δεν αγαπούμε τη χώρα αφού δεν αγαπούμε τον εαυτό μας. Αλλά πάλι δεν ξέρω.
Πόλεμος, αίμα, καταστροφή, μισαλλοδοξία, οικονομική καταστροφή, κατάργηση δικαιωμάτων, κράτους δικαίου. Η υγεία επαφίεται στον εθελοντισμό των περισσοτέρων γιατρών και νοσηλευτών αλλά κάποιες φορές η ζωή η ίδια επαφίεται στο απλωμένο χέρι κάποιων λίγων. Που ωστόσο είναι αρκετοί για να βοηθήσουν και αυτοί στη μείωση του πληθυσμού με άλλα μέσα. Όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει. Όποιος δεν πληρώνει πεθαίνει και αυτός. Παράνοια. Φασισμός. Ισοπέδωση των πάντων.

Κάποιοι θα μου πείτε πως μια χαρά την ξέρω τη γλώσσα αφού σε αυτήν γράφω.
Αλλά εγώ θα σας πω: Λάθος.
Λέξεις παραθέτω, από ένστικτο, μνήμη, εμπειρία και στη σωστή σειρά για να βγαίνει κάποιο νόημα. Το αν αυτές τις λέξεις θα καταφέρετε εσείς που τις διαβάζετε να τις μεταφράσετε στη γλώσσα που έχετε στο δικό σας κεφάλι ή/και στη καρδιά σας δεν το γνωρίζω. Απλώς το εύχομαι.

* Μία από τις λίγες περιπτώσεις όπου η Αγγλική γλώσσα μας βοηθά να κάνουμε τον διαχωρισμό: Tongues and languages.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Πού πάνε τα όνειρα όταν σκορπάνε;

Ξύπνησε κάθιδρη.
Χριστέ μου δεν μπορεί να το περνάω μόνη μου όλο αυτό. Δεν γίνεται.
Έβαλε τα κλάματα κι ανάμεσα στους πνιχτούς αλλά συμπυκνωμένους λυγμούς της προσπάθησε να φέρει στη μνήμη της το όνειρο. Ήταν ένα όνειρο που ξεκίνησε όμορφα αλλά τελείωσε με απώλεια. Έχασε τον άνθρωπο που πρωταγωνιστούσε στο όνειρό της. Ο τρόπος που τον έχασε όμως ήταν κάπως απροσδιόριστος. Σα να εξαφανίστηκε ως δια μαγείας από το σκηνικό του ονείρου της, σα να εξατμίστηκε. Όμως ο πόνος που ένιωσε, ο τρόπος που τον φώναξε, ο σπαραγμός της όταν συνειδητοποίησε την απώλειά του θύμιζε θάνατο. Ή χωρισμό. Που μερικές φορές είναι το ίδιο. Το γεγονός ότι στεκόταν στην άκρη ενός γκρεμού κι εκεί προσπαθούσε να τον εντοπίσει ...κάπου την έπειθε πως ...μάλλον ...μπορεί δηλαδή και να είχε πέσει και να είχε σκοτωθεί. Όχι, όχι, όχι αυτό... ας είναι καλά κι ας είναι όπου να 'ναι. Καλά να είναι. Αυτό μόνο, μονολογούσε μέσα στο μισοξύπνιο της.
Έφερνε το όνειρο στο μυαλό της ξανά και ξανά προσπαθώντας να μην σβηστεί από τα αποθηκευτικά κύτταρα της μνήμης της. Όμως το όνειρό της ξέφευγε, γινόταν κουβάρι κι εκείνη έπρεπε να το ξετυλίγει πάλι και πάλι από την αρχή. Και μετά αυτό μαζευόταν ξανά. Ώσπου στο τέλος, τα νήματά του ήταν τόσο σφιχτοδεμένα στους νοητούς κύκλους των ονειρικών πλάνων της ώστε ήταν αδύνατο πια να τα ξετυλίξει. Ήξερε πως στον πυρήνα αυτού του ιδιότυπου μικρόκοσμου από ψήγματα μνήμης, ανησυχίας, άγχους, λύπης και έλλειψης βρισκόταν μια απειροελάχιστη εικονική κουκκίδα χρόνου, που συνήθως τη λέμε όνειρο. Ηρέμησε λίγο και προσπάθησε απ' την αρχή. Θυμήθηκε πώς ξεκίνησε το όνειρο και προσπαθώντας να το ανασυνθέσει, κάθε φορά που ανασχημάτιζε την επόμενη σκηνή, ξεχνούσε την προηγούμενη. Αλλά κι ό,τι τελικά θυμόταν, κατέληξε πως νόμιζε ότι το θυμόταν. Και στο τέλος σχηματίστηκε ένα άλλο όνειρο, διαφορετικό από το αρχικό, κάπως σα να την "βόλευε" περισσότερο. Ήταν σαν να σκηνοθετούσε το όνειρό της πάνω σε παραλλαγή του αρχικού σεναρίου. Όμως η απελπιστικά πικρή γεύση του πραγματικού ονείρου είχε μείνει στα χείλη της και στην καρδιά της. Αλλά τ' αλμυρά της δάκρυα που διέσχιζαν το πρόσωπό της πάνω σε αυτοσχέδια αυλάκια έπαιρναν μαζί τις εικόνες, έπνιγαν τα γεγονότα και τελικά το μόνο που έμεινε να της θυμίζει το όνειρο ήταν μια κραυγή. Το όνομά του. Με κατακλείδα το κτητικό "μου" σαν ιδιότυπο στολίδι στο τέλος του ονόματος. Σαν συνοδευτικό άκαιρο κι ανάρμοστο. Σαν το νερό που προσπαθείς να το κρατήσεις ανάμεσα στα δάχτυλα. Όσα "μου" κι αν έλεγε δεν θα άλλαζαν ούτε το αποτέλεσμα ούτε την ουσία. Εξάλλου με τα κτητικά δεν τα πήγαινε πολύ καλά. Μην "αποκτήσεις" ίνα μην "αποκτηθείς", συνήθισε να λέει, παραφράζοντας το χριστιανικό ρητό. Βεβαίως ούτε με τα χριστιανικά τα πήγαινε καλά. Το όνειρο τελικά εξαφανίστηκε, μετά από μερικές ώρες δεν υπήρχε καν παρά μόνο σαν ανάμνηση "πως είχε δει ένα όνειρο που την πόνεσε και την ανησύχησε πολύ". Αλλά το ίδιο το όνειρο δεν το θυμόταν πια παρά μόνο σαν μια κραυγή... ναι, αυτήν την θυμόταν, γιατί αυτή ήταν μια πραγματική κραυγή. Ήταν αυτή που την ξύπνησε. Η τραγική διαπίστωση "δεν μπορεί να το περνάω μόνη μου όλο αυτό ...απλά δεν γίνεται" θα την συνόδευε για καιρό, μέρα-νύχτα, ό,τι κι αν έκανε, όπου κι αν πήγαινε. Και συνεχώς έλεγε στον εαυτό της, ως βεβαιότητα τώρα πια, "όχι, δεν το περνάω μόνη μου όλο αυτό. ΑΠΟ-ΚΛΕΙ-Ε-ΤΑΙ". Να είναι καλά. Μόνο αυτό.
Πού να πήγε άραγε αυτό το όνειρο που την συντάραξε; Σε πιο απόκρυφο σημείο της ύπαρξής της να είχε φωλιάσει; Έπαψε ν' αναρωτιέται. Καλύτερα να το ξεχάσει.

Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τριγύρω.
Ναι, βρισκόταν σε τελείως γνώριμο περιβάλλον, στο δικό της σπίτι, στο δικό της κρεβάτι, υπήρχε ησυχία, τίποτα κακό δεν γινόταν, όλα ήσυχα, καμία ακαταστασία, όλα στη θέση τους όπως πάντα. Στο "άλλο" σπίτι όμως υπήρχε μεγάλη αναστάτωση. Σ' ένα "άλλο" σπίτι που δεν γνώριζε, παρά μόνο "υπέθετε", ούτε της θύμιζε κάποιο άλλο γνώριμό της σπίτι. Ήξερε όμως ποιοί άνθρωποι έμεναν εκεί, σε αυτό το "άλλο" σπίτι που είχε μόλις δει στον ύπνο της. Και το οποίο μόνο να το φανταστεί μπορούσε. Ανάλογα το είδος και το ύφος των ανθρώπων που το κατοικούσαν. Γιατί αυτούς τους ήξερε. Δηλαδή μόνον τον έναν ήξερε, τον άλλον συμπερασματικά κι από τις αφηγήσεις του πρώτου.
Χαμός στο σπίτι αυτό. Φωνές, καβγάδες. Σπασμένα ποτήρια και πιάτα. Αποφάγια στο πάτωμα. Κλάματα. Οργή. Ερωτηματικά. Όλα σε γλώσσα ακατάληπτη. Οι άνθρωποι που καβγάδιζαν, μια γυναίκα κι ένας άντρας, απροσδιόριστη η σχέση τους, χειρονομούσαν και το πρόσωπό τους έπαιρνε εκφράσεις ακραίου θυμού. Τον άντρα τον ήξερε αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε αυτό που έβλεπε. Αδιανόητο.
Ξάφνου ένας απροσδιόριστος ήχος την ανατάραξε. Ξύπνησε. Αρχικά ξύπνησε μέσα στο όνειρο που έβλεπε το άλλο όνειρο. Κι αμέσως μετά ξύπνησε κανονικά.

Άλλη ταραχή αυτή. Αλλά ... από πίτα που δεν τρως μη σε μέλει κι αν καεί λέει ο λαός. Αυτό το όνειρο ήθελε να το ξεχάσει, ένιωθε πως δεν την αφορούσε. Λάθος. Μόνο αυτήν αφορούσε αλλά η ακατάληπτη ονειρική γλώσσα στην οποία γινόταν ο καβγάς δεν της επέτρεπε να το κατανοήσει.
Λίγη ώρα αργότερα δεν θυμόταν τίποτα.
Στο γραφείο της μετά, άνοιξε τον υπολογιστή. Είπε να πει ένα "γειά" στους ψηφιακούς της φίλους. Και τότε... να το, να το. Το σπίτι του ονείρου. Σε μια φωτογραφία αναρτημένη από τον ένοικό του. Τον έναν που γνώριζε... Το όνειρο ζωντάνεψε, κάθε του στοιχείο τοποθετήθηκε στην εικόνα που είχε μπροστά της. Και τότε ήξερε... πως κάτι κακό του είχε συμβεί. Αλλά δεν είχε τρόπο να μάθει. Πάλι λάθος. Γιατί έμαθε. Φρόντισε ο ίδιος γι' αυτό. Φρόντισε να της δώσει μια "ιδέα" πως κάτι είχε πάει πολύ στραβά αλλά τελικά την είχε γλυτώσει. Η πληροφορία για το άσχημο γεγονός που είχε συμβεί της δόθηκε με έμμεσο τρόπο. Αλλά ήταν σαφής. "Άγιο είχαμε" είχε πει στους φίλους του. Κι από κάτω σχόλια από ανθρώπους που γνώριζαν το "κακό" αλλά χωρίς να μιλούν συγκεκριμένα. Δεν έχει σημασία, σκέφτηκε. Σημασία έχει πως έγινε το κακό αλλά όχι ανεπιστρεπτί. Ας είναι καλά οι άνθρωποι. Δηλαδή είτε είναι είτε δεν είναι δεν έχει σημασία. Τρίτο λάθος: αφού δεν έχει σημασία τότε προς τί οι ονειρικές παραστάσεις που πολλά βράδια "ανεβαίνουν" στο υποσυνείδητό της; Αχ δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα, σκέφτηκε. Αλλά αυτό έτσι κι αλλιώς θα συνέβαινε γιατί λίγο αργότερα, η φωτογραφία ξεχάστηκε παίρνοντας μαζί της όλο το κακό περιεχόμενο που της είχε δώσει το όνειρό της.
Ωστόσο αναρωτήθηκε για μια ακόμη φορά. Πού να πήγε αυτό το όνειρο; Στη φωτογραφία μήπως; Αν την ανασύρω θα ανασυρθεί και το όνειρο μαζί;
Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά το απόγευμα που επέστρεφε στο σπίτι της, σταματημένη σε ένα φανάρι, χάζευε τον ουρανό. Είχε πολύ κίνηση και θα χρειάζονταν 3-4 φανάρια μέχρι να περάσει. Ο ουρανός είχε σύννεφα. Αραιά και πολύσχημα σύννεφα. Φαινόταν να έχει αέρηδες εκεί πάνω. Το βλέμμα της καρφώθηκε σ' ένα σύννεφο μεσαίου μεγέθους αλλά μεγάλης πυκνότητας στο κέντρο του, μεγάλης "ευελιξίας" όμως στις άκρες του. Άλλαζε σχήμα πολύ γρήγορα, στρογγύλευε, μάκραινε, ξαναγινόταν ατμός. Και προτού προλάβει ν' αναρωτηθεί "πού πάνε τα σύννεφα όταν διαλύονται", εκείνο έπαιρνε νέα σχήματα, αυτά που αποφάσιζαν να του δώσουν οι συσπειρωμένοι ατμοί του. Ή εκείνα που ήθελε εκείνη να δει. Αγαπημένα πρόσωπα. Αφού δεν μπορώ να τα δω στη γη ας τα δω τουλάχιστον στον ουρανό, σκέφτηκε.
Να λοιπόν... στον ουρανό πηγαίνει ο ατμός που γίνονται τα όνειρά της. Αρκεί να κοιτάζει εκεί ψηλά συχνότερα. Κι αυτό που θέλει να δει θα βρίσκεται εκεί. Αφού η γη δεν μπορεί να της προσφέρει τις συγκινήσεις που εκείνη ξόρκισε κι έδιωξε, θα φρόντιζε ο ουρανός γι' αυτό. Δεν πειράζει. Ας είναι καλά, να πατάει γερά στη γη, να είναι γήινος γι' αυτούς που θέλει κι ας είναι αερικό για κείνη.


Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Ελάτε να τα μαγειρέψουμε

Από του μυαλού τη δίνη
Ένιωσα μια σκοτοδίνη
η έλλειψη τροφής μάλλον θα φταίει
                                                    (από τα χαϊκού της εποχής των Παγετώνων)

Μόλις συνειδητοποίησα λοιπόν ότι κάτι που να θυμίζει τροφή έχει πολλές ώρες να τιμήσει με την παρουσία του το πεπτικό μου σύστημα, πείνασα κι άρχισα τις αδιάκριτες ερωτήσεις περί δημιουργικής μαγειρικής:

Τί να μαγειρέψω σήμερα; 
Αναποφάσιστη κι εδώ. Ωστόσο για την ελαχίστως πιθανή πιθανότητα να αποφασίσω έγκαιρα, just in case που λένε, πήγα στο υπερμαρκέτο να ψωνίσω υλικά για πάσα νόσο και μαλακία και φυσικά κάτι για την λιγούρα. Ξεκίνησα από το τελευταίο. Όχι το τραμ. Το σνακ. Για την λιγούρα που λέγαμε. Και τί άλλο θα διάλεγε ένας άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του εκτός από σοκολάτες; Βέβαια εμένα μου αρέσει κι ο χαλβάς, κάθε είδους, αλλά επειδή τρώγοντάς τον κάνω περίεργους συνειρμούς τον αποφεύγω. Ευτυχώς για μένα, για τον Στουρνάρα, τον Σόιμπλε, την Μέρκελ και το Γιουρογκρούπ εν γένει, είμαι μικρόσωμη, λεπτή και με μεγάλη ανοχή αλλά και αντοχή βεβαίως στις θερμίδες. Δεν με τρομάζουν. Αντιθέτως τρομάζω εγώ αυτές, την κοπανάνε έντρομες, αναγκάζομαι να τη βολεύω με ό,τι προλαβαίνω ν' αρπάξω από δαύτες κι έτσι διατηρώ και τη σιλουέτα μου.
Και όπως κάθε άλλος άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του τη μία από τις σοκολάτες την καταβρόχθισα μέσα στο υπερμαρκέτο, κρατώντας ως τρόπαιο τη συσκευασία της, ώστε οι κάμερες να μην έχουν καμία αμφιβολία ότι την τρώω φανερά (τη σοκολάτα) και δεν έχω σκοπό να ρίξω έξω την επιχείρηση μην πληρώνοντας το αντίτιμό της. Όταν το περιεχόμενο της συσκευασίας ανήκει πια στο παρελθόν την τοποθετώ ευλαβικά στο καρότσι ταυτοχρόνως μ' ένα ιδεατό φλασάτο μπάνερ στον εγκέφαλό μου "μην ξεχάσω να πληρώσω τη σοκολάτα". Απλά, συνηθισμένα, καθημερινά πράγματα δηλαδή, συμπεριφορές κάθε ανθρώπου που σέβεται τον εαυτό του. Αλλά αυτό το 'παμε. Αααα μην ξεχάσω να σας πω ότι το ίδιο κάνω και με τις μπανάνες. Πρώτα τις ζυγίζω, μετά παίρνω μία και την τρώω. Στην περίπτωση όμως της μπανάνας την τρώω πιο διακριτικά - εφόσον έχει ήδη ζυγιστεί άρα θα πληρωθεί μαζί με τις εναπομείνασες άρα δεν έχω λόγο να την επιδεικνύω τύπου "δεν την κλέβω" - επειδή μπορεί να νομίσει κανένας χριστιανός πως "γυρίζω" τίποτε προεκλογικά σποτάκια είτε ενημερωτικού, είτε εκπαιδευτικού περιεχομένου... με τίτλο "όταν την τρώω (την μπανάνα) δημόσια".
Αλλά πάμ' παρακάτω...
Μετά την "να-ζήσουμε-να-τη-θυμόμαστε σοκολατίτσα μου" άρχισα να γεμίζω το καρότσι μου με πιο σοβαρά αγαθά εξακολουθώντας όμως ν' αναρωτιέμαι τί να ψωνίσω αλλά στο πιό επίκαιρο:
Τί να ψηφίσω;
Θα ψηφίσω Ελιά. Βόεια. Κάνει ωραιότατο ραγού.
Αλλά αν δεν έχω τελικά χρόνο; Ας έχω καλού κακού και υλικά για κάτι πιο εύκολο.

Πάμε παρακάτω...
Θα ψηφίσω προβατάκι Νέας Δημοκρατίας. Κάνει ωραιότατο φρικασέ. Με βλήτα.
Τα βλήτα όμως θέλουν πλύσιμο καλό. Απ' την άλλη όμως το βλήτο κι αν το πλένεις τον χρόνο σου χαλάς. Άρα ούτε κι αυτό είναι τόσο εύκολο. Ας είναι όμως...

Συνεχίζουμε...
Θα ψηφίσω Δημάρ Δημάρ. Κάνει ωραιότατο ζελέ. Χωρίς ζάχαρη. Πικρό. Της παρηγοριάς που λέμε. Αυτό είναι πιο εύκολο, θα το φτιάξω. Να υπάρχει. Γιατί δεν ξέρω και ποιός θα μου χτυπήσει το κουδούνι το βράδυ των εκλογών. Να μην έχω κάτι γλυκό, έστω και άγλυκο να τον φιλέψω, να του σμπρώξω τα φαρμάκια;

Ρε μήπως; Μήπως;
Mήπως να ψηφίσω Κουκουέ; Κάνει ωραιότατο τσιμέντο. Σφιχτοδεμένο. Μπετόν αρμέ. Αλλά το τσιμέντο δεν τρώγεται. Δεν έχω και πού να το βάλω κιόλας. Λίγο στόκο χρειάστηκα προ ημερών αλλά αγόρασα από "άλλου είδους" παντοπωλείο. Όχι για να τον φάμε βέβαια.

Προχωρούσα προβληματισμένη στους διαδρόμους του υπερμαρκέτου. Πράγματα έβαζα στο καρότσι, πράγματα έβγαζα απ' το καρότσι. Ωστόσο ένοιωθα πως ήμουν κοντά. Στο να αποφασίσω.

Γιατί καθώς περνούσα ...Σύριζα από τον διάδρομο με τα προϊόντα χαμηλών λιπαρών, κει που πήγαινα να στρίψω για τον διάδρομο με τα γιαούρτια (αχρείαστα να 'ναι) να 'σου ένα πελώριο εμπόδιο. Δηλαδή δύο εμπόδια. Ένα χοντρό κι ένα πιο λεπτό. Δύο, σε συσκευασία ενός. Κολλητά. Σαν σιαμαία. Που μου έφραζαν τον δρόμο και με κοιτούσαν κι απειλητικά από πάνω.
- Πού πας; μου λένε με μια φωνή.
- Να ψωνίσω, τους λέω επίσης με μια φωνή. Τη δική μου.
- Πρόσεξε τί θα ψωνίσεις, μου ξαναλένε.
- Και τί σας νοιάζει εσάς τί θα ψωνίσω εγώ; τους ξαναλέω. Γνωριζόμαστε κι από ...πολίτες;
- Κοίτα να ψωνίσεις σωστά.
- Σωστά για σας ή σωστά για μένα;
- Ψώνισε εσύ τώρα "σωστά" και θα βρούμε μετά το για ποιόν είναι "σωστά".
- Ώπα... αυτά μας τα 'παν άλλοι... Δεν τσιμπάω λέμε. Τους χάνους που τσιμπάνε ψάξτε τους σε κανά Ποτάμι. 
- Αν δεν ψωνίσεις "σωστά" θα πέσει η κυβέρνηση και θα καταστραφεί η χώρα γιατί θα μας βγάλουν από το ευρώ και μετά θα μας βγάλουν κι από την ευρωζώνη και μετά οι κουμμουνιστές θα σας πάρουν τα σπίτια. Και μετά θα καταστραφεί η Ευρώπη ολάκερη και μετά κι ο πλανήτης και μετά και το ηλιακό σύστημα και μετά και ο γαλαξίας και μετά σύμπαν το σύμπαν.
- Δεν ψήνομαι. Αλλά κυρίως δεν ανησυχώ. Αφού έτσι κι αλλιώς χους ειμί και εις χουν απελεύσω (καποια στιγμή...), αφού έτσι κι αλλιώς η αποσύνθεση εις τα εξ ων συνετέθην είναι παραπάνω από βεβαία. Ή στο πιο ρομαντικό: αστερόσκονη είμαι κι αστερόσκονη θα ξαναγίνω.

Τελικά, ασχέτως τί ψήφισα ή τί δεν ψήφισα εγώ, θα πρέπει να κοιμήθηκα πολύ κι έτσι δεν πήρα χαμπάρι πως τελικά έπεσε η κυβέρνηση κι ότι λίγο πριν καταστραφεί η χώρα, ο Σόιμπλε άρχισε τις απειλές πως θα μας βγάλει από το ευρώ και την Ευρώπη γενικότερα οπότε μάλλον είναι προ των πυλών οι καταστροφές που μου "υπόσχονταν" οι κύριοι πρωθυπουργοί μας.
Κι αφού τελικά ξύπνησα, έστω και με καθυστέρηση, κι αφού τελικά θα συμβούν όλα τα παραπάνω γιατί να πάω για ψώνια; Θα βγω τσάρκα στους δρόμους της χώρας μου και θα μαζέψω κουτόχορτα. Που είναι και άφθονα και τσάμπα (μάγκες).



* μερικά κόμματα/μορφώματα/συμμορίες σκοπίμως παρελήφθησαν από το παραπάνω ημερολογιακό μου κείμενο αφού θεωρώ πως αυτά είναι πάρα μα πάρα πολύ σοβαρά "θέματα" για ν' αστειευτεί κανείς, πόσω μάλλον να το ρίξει στην πλάκα.