Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Γαία πυρί ...μοχίτο

Την αγαπάει τη ζωή. Ω ναι, την αγαπάει πολύ. Μα πιο πολύ αγαπάει την ίδια την αγάπη της για τη ζωή. Πώς γίνεται αυτό; Όταν πρόκειται για εκείνη όλα γίνονται. Εν ολίγοις της αρέσει που αγαπάει τη ζωή. Αυτό.

Τα τελευταία χρόνια κάνει πολλές αναδρομές. Πιάνει τα νήματα της ζωής της από την άκρη. Τη μία άκρη, την αρχική. Την άλλη δεν τη βλέπει. Ακόμα. Τα πιάνει απαλά τα νήματα, τα ξεχωρίζει, τα ταξινομεί και μετά τα πλέκει. Πότε ανά χρώμα, πότε ανά μυρωδιά, πότε ανά γεύση, πότε ανά μέγεθος και πότε ανά είδος. Πότε δυό δυό, πότε τρία τρία ή και περισσότερα και μετά αυτές τις μικρές πλεξούδες τις πλέκει σε μεγαλύτερες ώσπου να ενωθούν όλες σε μία. Στο τέλος μένει σκεπτική να την κοιτάζει, να παρατηρεί προσεκτικά τους χρωματισμούς που κάθε φορά είναι διαφορετικοί ανάλογα ποιό νήμα έπλεξε με ποιό, ποιά πλεξούδα ένωσε με ποιά. Με το βλέμμα προσπαθεί να διεισδύσει στην καρδιά της πλεξούδας, στο κέντρο της που αυτή η ίδια δημιούργησε όταν έπιασε τα νήματα ένα ένα. Όμως ανάλογα τις επιλογές των νημάτων το αποτέλεσμα διαφέρει, στο κέντρο δεσπόζουν κάθε φορά διαφορετικά κομμάτια της πορείας της από την πρώτη της μέρα μέχρι την τωρινή της μέρα. Όμως όταν κοιτάζει την πλεξούδα, ό,τι χρώμα κι αν έχει κάθε φορά, ό,τι οσμή και ό,τι γεύση ξέρει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι αυτή είναι η ζωή της. Ακριβέστερα αυτή είναι η πορεία της ζωής της μέχρι εκείνη την πολύ συγκεκριμένη στιγμή που τελείωσε με τα πλεξίματα και παρατηρεί το έργο της. Ό,τι πονηριά κι αν έχει κάνει όσο κι αν προσπάθησε να "χειριστεί" το πλέξιμο, όση δεξιοτεχνία κι αν έβαλε ώστε το αποτέλεσμα το τελικό να είναι περισσότερο επιθυμητό ξέρει πως πίσω από κάθε χρώμα υπάρχει ένα άλλο που ίσως προσπάθησε να κρύψει, ξέρει ότι στην επόμενη προσπάθειά της θα εμφανιστεί αυτό το άλλο πίσω από το προηγούμενο ορατό. Δεν την ξεγελάς την πλεξούδα. Όλα βρίσκονται πάντα κρυμμένα εκεί.

Αυτή λοιπόν είναι η μέχρι τώρα ζωή της. Και χαίρεται κάθε φορά να διαπιστώνει πως τα νήματα έχουν αρχή αλλά δεν έχουν τέλος. Δηλαδή έχουν αλλά δεν είναι ορατό. Όσο καλά κι αν κοιτάξει τα νήματα, αυτά απλώς ξεθωριάζουν προς στο μέλλον. Και ξέρει πως όταν τα νήματα κοπούν και φανεί η άλλη άκρη τους εκείνη δεν θα μπορέσει να τη δει.

Πάντα πίστευε πως οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν διαλείμματα από τη δυστυχία τους. Όπως πρέπει να κάνουν και διαλείμματα από την ευτυχία τους. Όταν βέβαια αυτή τους κάνει την τιμή να χτυπήσει την πόρτα τους. Η δυστυχία δεν ρωτά. Έρχεται ακάλεστη. Σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται τελοσπάντων οι άνθρωποι καλό είναι να κάνουν "στάση" για να κοιτάξουν τριγύρω,  να κάνουν "παύση" για να πάρουν "μυρωδιά" τί γίνεται παραέξω από τον μικρόκοσμό τους. Κι ανάλογα τον χαρακτήρα του ο καθένας να συμπεριφερθεί.

Υπάρχουν άνθρωποι που όντας ευτυχισμένοι - ή που έτσι νομίζουν τουλάχιστον - δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Κι όταν είναι δυστυχισμένοι πάλι το ίδιο κάνουν. Και στις δύο περιπτώσεις το λάθος είναι ένα: νομίζουν πως ακόμα και πέρα από τη "μύτη" τους οι άλλοι άνθρωποι βιώνουν την ίδια κατάσταση με τους ίδιους. Λάθος μέγα. Κανένας άνθρωπος δεν βιώνει την ίδια κατάσταση με κανέναν άλλον. Ο κάθε άνθρωπος βιώνει ΜΙΑ κατάσταση ΣΥΝ τον χαρακτήρα του, την κοσμοθεωρία του, την ιδεολογία του ΚΑΙ έναν καταλύτη δώρο: την προτεραία αυτού κατάσταση.

Ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις, ας πούμε ενός πολέμου - θυμόταν πως της είχε διηγηθεί άπειρες ιστορίες η μητέρα της και η γιαγιά της που βίωσαν πολέμους - οι άνθρωποι προσπαθούν να βρίσκουν τρόπο να απομακρύνουν για λίγο το μυαλό τους από αυτό που βιώνουν. Να απομακρύνουν το μυαλό, όχι το γεγονός. Όχι για να ξεχάσουν ή να μην βλέπουν ή να βλέπουν αλλιώς ή να μην ενδιαφέρονται. Αλλά για να ξεπηδούν για λίγο έξω από το κάδρο. Να το κοιτούν από απόσταση. Να καθαρίζει η ματιά ή να ξεκαθαρίζει το τοπίο. Κάτι σαν "επανεγκατάσταση" που θα λέγαμε και στις μέρες μας. Κι όταν το πράγμα ζορίσει, οι πιο δυνατοί θα μπορούσαν να κάνουν και μία "καθαρή" (εγκατάσταση) που λένε οι πιο προχωρημένοι.

Η ίδια το τηρούσε ευλαβικά. Το προσπαθούσε και το κατάφερνε. Της άρεσαν τα ταξίδια. Και τα βιβλία. Και οι μικροί έξοδοι. Οι μικρές αποδράσεις όπως συνηθίζουν να λένε κάποιοι παρότι οι ίδια σιχαινόταν αυτήν την έκφραση. Δεν ένιωθε φυλακισμένη άρα δεν είχε ανάγκη ν' αποδράσει από κάπου. Δεν ήταν εγκλωβισμένη πουθενά άρα μπορούσε - αν ήθελε - να χρησιμοποιήσει τα φτερά της. Δεν ήταν στριμωγμένη από κάτι άρα είχε χώρο για ν' αφήσει το ταμπεραμέντο της ν' απλωθεί. Και τα παπούτσια της άρεσαν. Είχε σχεδόν 100 ζευγάρια. Αυτά τα τελευταία όμως έγιναν θυσία στο βωμό της απίστευτης οικονομικής κατρακύλας της. Όχι τα παλιά της παπούτσια (που μόνο παλιά δεν ήταν) αλλά η επιθυμία της για καινούργια ήταν αυτό που θυσίασε προκειμένου να: μπορεί να βγει για ένα ποτό, ν' αγοράσει βιβλία, να πάει στη θάλασσα, να ταξιδέψει. Γι' αυτό τα παπούτσια της τα είχε "κοκό κι αυγό", τα πρόσεχε σαν τα μάτια της. Τα καθάριζε, τ' αρωμάτιζε, τα περιποιόταν. Τα είχε δηλαδή ΣΑΝ καινούργια.
Ήξερε πως αυτό το ταξίδι στη Μαδρίτη θα της στοίχιζε τις καλοκαιρινές διακοπές. Το ήξερε και το αποδέχθηκε. Αυτό προτίμησε κι αυτό επέλεξε. Δεν το μετάνιωσε. "Διακοπές" δεν πήγε. Διακοπές με την έννοια που τις εννοεί ο κόσμος. Όχι η ίδια. Είχε άλλη άποψη για το τί είναι οι διακοπές: μια καθαρά εσωτερική υπόθεση. Και καμιά τριανταριά και βάλε θαλασσινά μπάνια. Τα οποία φυσικά και έκανε... Και βάλε... Και μπορεί να μην ΠΗΓΕ, πάντως ΕΚΑΝΕ διακοπές. Κι αφού δεν πήγε άρα δεν επέστρεψε από αυτές κι έτσι είναι σαν να μην τέλειωσαν ποτέ οι διακοπές της. Μόνο με τα ταξίδια ηρεμούσε, μόνο στη θάλασσα σκεφτόταν. Κι όταν έμπαινε πάλι στο κάδρο, στην καθημερινότητά της δηλαδή, είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. Ήξερε ακριβώς τί να κάνει. Κι όταν δεν ήξερε προτιμούσε να μην κάνει τίποτα παρά μόνο να πάρει ένα ποτό (ποτάκι που λένε κι οι άλλοι... τί σιχαμένη λέξη) και να επικοινωνήσει με τη γεύση του ή τη μυρωδιά του όπως ακριβώς επικοινωνούσε και με τη θάλασσα. Να χαζέψει την υγρή υφή του και το χρώμα του, να μιλήσει με τα συστατικά του.

Στον πλανήτη γινόταν το σώσε. Στη χώρα γινόταν το σώσε. Όχι από αυτούς που θα 'πρεπε. Από τους άλλους. Που ετοίμαζαν νέα χτυπήματα, νέες επιθέσεις. Που οργάνωναν ένα "καυτό φθινόπωρο". Αυτή το ήξερε. Αλλά μόνη της δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Γιατί το ήξερε πως ήταν μόνη της. Κι όσους άλλους γνώριζε που βίωναν την ίδια κατάσταση αλλά και την κατανοούσαν με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο κι αυτοί μόνοι τους ήσαν. Πολλοί αλλά σκόρπιοι. Άρα αναποτελεσματικοί.

Έμοιαζαν σε πολλά. Διέφεραν σε περισσότερα. Δεν την πείραζε που οι επιλογές τους δεν ταίριαζαν με τις δικές της. Της έφτανε που όταν ένωναν αυτές τις διαφορετικότητες δημιουργούσαν νέα γλώσσα. Όταν εναρμόνιζαν τις κινήσεις τους σχημάτιζαν στιβαρή χορογραφία. Όταν συντόνιζαν τις ανάσες τους έπαιρναν δύναμη. Όταν έπιναν τα ποτά τους δεν είχε καμία σημασία που εκείνη προτιμούσε μπίρα κι εκείνοι μοχίτο. Το μοχίτο δεν σήμαινε τίποτα γι' αυτήν. Αυτός που το πίνει σημαίνει. Η ματιά του σημαίνει. Αυτό που συμβολίζει ένα μοχίτο σημαίνει. Αν το μοχίτο δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα νόστιμο ποτό δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα καθαρά ποτά που προτιμούσε η ίδια. Τα σκέτα που λέμε.

Και ναι. Πολεμούσαν οι άνθρωποι. Σκοτώνονταν οι άνθρωποι. Δεν είχαν δουλειές οι άνθρωποι, χρωστούσαν οι άνθρωποι. Πεινούσαν κι όλας. Υπέφεραν. Κι όσο εξαθλιώνονταν τόσο ανενεργοί γίνονταν. Παθητικοί, αδιάφοροι, ανήμποροι. Και φυσικά μόνοι. Κι εκείνη ήξερε πως αν θυσίαζε τις "μικρές αναλαμπές/διαλείμματα από την άσχημη καθημερινότητά της" για να βρίσκεται μόνιμα μέσα στο κάδρο στο τέλος θα τρελαινόταν. Ήξερε πως αν ένα ποτό μπορούσε να είναι φάρμακο γι' αυτήν, τότε έπρεπε να το πιεί. Και ποτέ της δεν κατάλαβε γιατί υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τη ζωή τόσο μονοδιάστατα. Που βλέπουν δύο χρώματα μόνο. Που δεν αναγνωρίζουν στον άλλον το δικαίωμα της ανεπάρκειάς του, να μην θέλει ή να μην μπορεί. Που δεν διακρίνουν τί κρύβει το γέλιο από πίσω. Που δεν είναι ικανοί να ξύσουν την επιδερμίδα του φαίνεσθαι για να δουν τί υπάρχει από κάτω. Που το διαζευκτικό "ή" έχει αντικαταστήσει την σκέψη τους. Που συνοψίζουν την πεμπτουσία της πολυδιάστατης εποχής που διανύουμε στη φράση "ή μοχίτο ή επανάσταση".
Ε λοιπόν όχι. Μπορούν να γίνουν και τα δύο.
Αλλά επειδή η ...επανάσταση αργεί ακόμα (αν γίνει δηλαδή ποτέ)... ποτάκι;



Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Γλώττα πυρί μιχθήτω...

Χωρίς λόγια

Έχω μια γλώσσα* μέσα στο κεφάλι μου (εκτός από αυτήν που έχω στο στόμα* μου). Και στη καρδιά μου την έχω (αυτήν που έχω στο κεφάλι όχι αυτήν που έχω στο στόμα) αλλά αυτό αναγκαστικά. Αφού: με αυτήν μεγάλωσα (νομίζω δηλαδή), έζησα (και ζω ακόμα ελπίζω όχι εις μάτην), ένιωσα αλλά και δεν ένιωσα καθότι και τα αισθήματα μιλούν κι αυτά μια γλώσσα κι αν δεν τη μιλούν, δεν υπάρχουν. Με αυτήν σκέφτηκα και μίλησα ή και αντίστροφα πολλές φορές, με αυτήν θύμωσα, αγάπησα, μίσησα, οργίστηκα, έβρισα, υπολόγισα, θυσίασα, χάρισα, πήρα, σώπασα. Ναι, με αυτή σώπασα (σπανίως αλλά έγινε). Η σιωπή θέλει κι αυτή μια γλώσσα για να εκφραστεί. ΚΑΙ σε αυτήν την περίπτωση, σίγουρα τότε, η γλώσσα ξεδιπλώνει το μεγαλείο της. Ίσως όταν σιωπούμε μιλάμε καλύτερα κι όχι όταν μιλάμε. Γιατί στη δεύτερη περίπτωση πολλές φορές δεν είναι απαραίτητη η γλώσσα, αρκούν μόνο τα δομικά συστατικά της που εν συντομία λέμε λέξεις. Σε σειρά έστω αλλά πάντως λέξεις. Σε διατεταγμένη υπηρεσία έστω αλλά πάντα λέξεις. Τα νοήματα τα έχει η κραυγή. Κι αυτή, ακόμη κι η άναρθρη, αν βέβαια ξέρεις να την αποκωδικοποιήσεις, μια γλώσσα μιλάει. Στην περίπτωσή μου μιλάει τη γλώσσα που έχω στο κεφάλι μου.

Παίρνω έναν χάρτη: Γι' αρχή έναν παγκόσμιο. Τρυπώ το δάχτυλο με μια καρφίτσα. Σάμπως να έπαιρνα δείγμα αίματος για κάποιον λόγο. Προτού πήξει το αίμα "τρέχω" τον χάρτη. Κι όπου βλέπω πόλεμο το ακουμπώ. Ουκρανία. Παλαιστίνη. Στην περίπτωση της Παλαιστίνης, επειδή έχει συρρικνωθεί τόσο πολύ, επειδή μόνο ως διάσπαρτοι μικρότατοι θύλακες μέσα στο Ισραήλ υπάρχει πια, είναι δύσκολο να "κοκκινίσω" τα σημεία. Στη Λωρίδα της Γάζας ήταν πιο εύκολο. Αυτό λοιπόν το στενό κομμάτι γης που λέτε, για χώρα είναι μικρό αλλά για στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι μεγάλο. Αλλά καθόλου ευρύχωρο ούτε ως χώρα ούτε ως στρατόπεδο. Πρόκειται για μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της γης. Αφού, όσο κι αν ο πληθυσμός βαίνει μειούμενος από τις "ευγενείς" προσπάθειες των Ισραηλινών, σ' αυτό το κομμάτι γης ζουν στοιβαγμένοι πάνω από 1.500.000 ανθρώπινες ψυχές. Σ' ένα κομμάτι γης πάνω κάτω όσο η Λευκάδα ή η Θάσος ή η Άνδρος. Αλλά αν βιαστείτε να μου πείτε πως επάνω στον πλανήτη υπάρχουν κι άλλες περιοχές/πόλεις περισσότερο πυκνοκατοικημένες από τη Γάζα μην ξεχάσετε να συγκρίνετε και τις συνθήκες διαβίωσης σε αυτές τις άλλες περιοχές. Το τραγικό στην περίπτωση της Γάζας, είναι που όταν λέμε πως πρόκειται για  "θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων", μάλλον κυριολεκτούμε. Αφού κάποιοι άλλοι άνθρωποι (;), αυτοί που υποτίθεται για λογαριασμό τους το κράτος τους βομβαρδίζει αμάχους, παίρνουν το καρεκλάκι τους κι ανεβαίνουν στους λόφους να χαζέψουν το θέαμα. Όπως κάνουν οι κανονικοί άνθρωποι που πάνε να χαζέψουν μετεωρίτες.
Κι αυτή η τόση δα κουκκίδα γης που προσπαθεί να υπάρξει ως χώρα, συναγωνίζεται - για να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον μας - μια άλλη πολύ μεγαλύτερη χώρα που υπάρχει ήδη αλλά που και αυτή σπαράσσεται από πόλεμο, τη γειτονική μας Ουκρανία. Κι όταν τα αεροπλάνα πέφτουν το ένα μετά το άλλο και τα "σενάρια" οργιάζουν, εμείς οι κοινοί θνητοί παραζαλισμένοι από την ταχύτητα με την οποία μας προσπερνούν τα γεγονότα, έχουμε πια την πολυτέλεια να διαλέξουμε ποια θεωρία συνωμοσίας ταιριάζει καλύτερα στο ταμπεραμέντο μας. Τη στιγμή που γράφω αυτές τις σκέψεις εκτός από το αεροσκάφος των Μαλαισιανών αερογραμμών που κατερρίφθη έχουν ήδη πέσει δύο άλλα. Ένα στην Ταϊβάν κι ένα στο Μαλί. Ειδικά το δεύτερο τραγικό δυστύχημα ακόμη δεν έχει χαρακτηριστεί ως οφειλόμενο σε μηχανική βλάβη ή ως προϊόν τρομοκρατικής ενέργειας. Γιατί σα να μην έφταναν όσα συμβαίνουν στη γειτονιά μας τώρα πρέπει να μάθουμε - ποτέ δεν είναι αργά - τί γίνεται και στο Μαλί. Βέβαια αυτό είναι πολύ μακριά κι έτσι μπορεί να θεωρηθεί ένα πρόβλημα λιγότερο για μας.
Κι ενώ φρεσκάρουμε τις γνώσεις μας στη γεωγραφία και στην πολιτική κατάσταση διαφόρων χωρών με αφορμή τις αεροπορικές τραγωδίες, το χάος και η ασυνεννοησία καλά κρατούν σχετικά με τους δύο πολέμους εδώ γύρω κυρίως όμως σχετικά με τον πόλεμο που αποσκοπεί σε μια γενοκτονία που συμβαίνει για μια ακόμη φορά στη Λωρίδα της Γάζας.

Κάποιοι τάσσονται με το κράτος του Ισραήλ και υποστηρίζουν την επίθεσή του στη Γάζα θεωρώντας την "αυτοάμυνα" επειδή η Χαμάς είναι ισλαμιστική, δεν κάθεται στ' αυγά της και πετάει κι αυτή ρουκέτες, από την άλλη όμως καταδικάζουν την προσφυγιά στην οποία οδηγούνται τα θύματα αυτού του τελείως άνισου, θα μου επιτρέψετε να πω, πολέμου.
Εν τω μεταξύ άμαχοι, ανάμεσά τους πάρα πολλά παιδιά, σκοτώνονται από το ανελέητο ισραηλινό βομβιστικό σφυροκόπημα.
Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν το μαύρο και φρικτό ISIS επειδή - λέει - τα βάζει με τον σιωνιστικό ιμπεριαλισμό και την σιωνιστική οικονομική κυριαρχία ξεχνώντας να θυμηθούν τί ακριβώς είναι το ISIS, που ναι μεν εναντιώνεται στο Ισραήλ για τελείως δικούς του λόγους, από την άλλη όμως διατάσσει τον ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων των γυναικών στις περιοχές που κάνει κουμάντο.
Οι εγχώριοι και άλλοι φασίστες - που μισούν τους Εβραίους γενικώς - υποστηρίζουν τη Χαμάς αλλά θα σφάξουν τους Παλαιστίνιους που θα τολμήσουν να έρθουν ως πρόσφυγες στη χώρα μας. Όσοι τουλάχιστον από αυτούς δεν πνιγούν στο υγρό νεκροταφείο του πελάγους που βρέχει ολούθε την πατρίδα μας.
Όμως και πολλοί άλλοι που αυτοπροσδιορίζονται αριστεροί (ή άλλο) υποστηρίζουν τη Χαμάς - όχι τον ίδιο τον αγώνα του Παλαιστινιακού λαού - ξεχνώντας και αυτοί να θυμηθούν πως και η ίδια Χαμάς παίζει παιχνίδια εξουσίας και κυριαρχίας.
Εν τω μεταξύ άμαχοι, ανάμεσά τους πάρα πολλά παιδιά, συνεχίζουν να σκοτώνονται από το γειτονικό τους υπερκράτος.
Και φυσικά δεν πρόκειται ούτε για αντίποινα, ούτε για την ασφάλεια των κρατών εν γένει, ούτε για το δικαίωμα ενός κράτους να αμύνεται. Γιατί ποιός θα τολμούσε να τα βάλει με την παντοδυναμία του ώστε να χρειαστεί να "αμυνθεί"; Πρόκειται μόνο για εξουσία κι επεκτατικότητα. Πρόκειται για δύναμη και γη.
Πρόκειται για το "δικαίωμα" του Ισραήλ (από πού προκύπτει άραγε αυτό) να επεκτείνεται καταπατώντας εδάφη και αφανίζοντας τους Παλαιστίνιους. Αρνούμενο εξ αρχής να δεχθεί τις αποφάσεις του ΟΗΕ για δύο ανεξάρτητα κράτη στη συγκεκριμένη χιλιοβασανισμένη και πολύπαθη περιοχή της Δυτικής όχθης του Ιορδάνη.

Οι σκέψεις μου αυτές απέχουν πολύ από το να φιλοδοξούν ν' αποτελέσουν πολιτικό κείμενο ή κοινωνιολογική μελέτη ή επιστημονικό άρθρο. Ενδεχομένως περιλαμβάνουν και λάθη. Η ουσία όμως κι αυτό που εντέλει που με βασανίζει είναι η "γλώσσα" με την οποία σκέφτομαι εγώ και η "γλώσσα" με την οποία σκέφτονται άλλοι. Και στην προσπάθειά μου να βρω τη συνισταμένη των γλωσσών και να κατανοήσω πώς σκέφτονται εκείνοι ώστε να σκέφτομαι πιο σωστά εγώ, χαμένη στη μετάφραση, σκορπίζω λέξεις, με σωστή γραμματική σειρά παραταγμένες αλλά πάντα να παραμένουν λέξεις. Που εναγωνίως αναζητούν συνεκτικό ιστό προκειμένου ν' αποκτήσουν και νόημα.

Η γειτονιά μας φλέγεται, το μουντιάλ τελείωσε κι εγώ δεν νιώθω πολύ καλά τελευταία.
Περιχαράκωσα με μια νοητή γραμμή στον χάρτη την ασφαλή πατρίδα μου. Το αίμα είχε πήξει πια κι έτσι δεν λέρωσα την πλαστικοποιημένη αποτύπωση σε επίπεδη μορφή του πλανήτη στον οποίο βρίσκομαι περαστική και για λίγο. Με την ελπίδα ν' αφήσω κι εγώ το σημάδι μου. Με την προσδοκία πως αυτό το σημάδι, το δικό μου υπαρξιακό αποτύπωμα, θα είναι θετικό.  Εδώ, σε αυτήν την πατρίδα μου, που δεν γίνεται πόλεμος κανονικός, αυτός με τα μπαμπ μπουμ που σκοτώνει τους ανθρώπους αλλά γίνεται πόλεμος-σιγανοπαπαδιά. Οικονομικός πόλεμος, κοινωνική συρρίκνωση και ηθική κατάπτωση. Και σιγά-σιγά... αργά αλλά σταθερά... και χράτσα-χρούτσα, χράτσα-χρούτσα καλά τα καταφέρνει το σύστημα με τη μείωση του πληθυσμού. Άνθρωποι αυτοκτονούν κι αυτοί που όχι, δεν γεννούν. Κάποιοι δεν μπορούν και κάποιοι δεν θέλουν αφού δεν μπορούν.

Λένε πως δεν μπορώ να μετρήσω τα μνημόνια. Πράγματι δεν μπορώ. Γιατί τα μνημόνια δεν είναι μόνο αυτά τα μεγάλα για τα οποία γίνεται ντόρος και για τα οποία λένε "ναι σε όλα" στο κοινοβούλιο. Τα μνημόνια είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις που καμουφλαρισμένες και παραχωμένες ανάμεσα και πίσω από ανώδυνες φράσεις, ως διατάξεις, υποτίθεται ότι ρυθμίζουν εντελώς δευτερεύοντα ή και τριτεύοντα ζητήματα. Αυτά λοιπόν τα μνημόνια/παραλλαγή είναι αμέτρητα θαρρώ. Και δεν μπορώ να τα μετρήσω και για έναν άλλον λόγο. Επειδή δεν υπάρχει πια εισόδημα για μένα που να μπορεί να θεωρηθεί ως έσοδο για την επιβίωσή μου. Το μόνο που δημιουργείται δια των εργασιακών μου προσπαθειών είναι φόροι. ΚΑΙ ΜΌΝΟ. Έτσι από ένα σημείο και μετά είτε 10 είναι τα μνημόνια είτε 100 για μένα δεν έχουν καμία επιπλέον βαρύτητα. Γιατί τί επιβάρυνση να δεχθεί το απόλυτο τίποτα;

Και ο κόσμος ψηφίζει τα ίδια και τα ίδια. Δηλαδή ο κόσμος αποφασίζει δια της ψήφου του τα ίδια και τα ίδια. Δεν ξέρω ποιά είναι τα "διαφορετικά". Δεν ξέρω αν υπάρχουν "διαφορετικά" ή αν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα μιας διαφορετικής πορείας.
Και ο κόσμος πληρώνει όλο και περισσότερα. Κι όσο περισσότερα πληρώνει τόσο περισσότερο αδρανοποιείται. Λες και μαζί με κάθε δολοφονικό μέτρο του δίνουν και μια αδιαφορία ως μπόνους σε συσκευασία δώρου.
Ή κάτι του ρίχνουν στον καφέ, σταγόνες ή μόρια ψυχοτρόπας ουσίας που επιφέρει εγκεφαλική, νοητική παράλυση. Ίσως να εξηγείται έτσι πολύ εύκολα η ταχύτατη εξάπλωση των διαφόρων καφεπωλείων τύπου "Μικέλ". Από την αρχή το είχα καταλάβει πως κάτι δεν πάει καλά με δαύτα. Μετά το όγδοο που είδα ν' ανοίγει έψαξα να βρω τον αυλητή αλλά δεν τον βρήκα. Μάλλον σε αυτήν την περίπτωση τα ποντίκια πήγαιναν μόνα τους για ...καφέ. Γι' αυτό σας λέω. Κάτι βάζουν στον καφέ. Εγώ όμως στα Μικελοπωλεία αυτά δεν πηγαίνω κι ο καφές που αγοράζω για το σπίτι είναι συσκευασμένος και συνήθως τον σιάχνω με τα χεράκια μου. Γι' αυτό κι είμαι μονίμως στη τσίτα και στενοχωρημένη κι έξαλλη με όσα συμβαίνουν. Δε λένε πως ο καφές πειράζει στα νεύρα; Ναι, ο καθαρός καφές όχι ο μούφα. (Αλλά πάλι μπορεί να φταίει και το νερό).

Και μετά σκέψεις γεμίζουν το κεφάλι μου. Σκέψεις που αποκτούν υπόσταση και νόημα χάρη σε αυτήν τη γλώσσα που είπαμε αρχικά πως έχω μέσα σε αυτό και που τις περιμένει να τις φιλοξενήσει ή εγκλωβίσει στα ελάχιστα τετραγωνικά εκατοστά του κρανίου όπου φιλοξενείται και ο εγκέφαλός μου.
Γιατί νιώθω πως δεν αγαπούμε αυτή τη χώρα;  Ξεπουλιέται, παραδίδεται, καταστρέφεται κι εμείς τι; Περίπου ό,τι κι οι πολίτες του κράτους του Ισραήλ με τους βομβαρδισμούς στη Γάζα. Το καρεκλάκι μας λοιπόν και στον ψηφιακό μας λόφο. Παρακολουθούμε. Απλά. Ούτε καν με ενδιαφέρον. Λες και δεν μας αφορά. Λες και δεν μας αφορά καθόλου το γεγονός πως δεν έχουμε το δικαίωμα να μη μας αφορά. Πως δεν έχουμε το δικαίωμα να το δεχόμαστε όλο αυτό το αλισιβερίσι. Κι αφού δεν νοιάζει εμάς γιατί να νοιάζει αυτούς;
Και τελικά γιατί γίνονται όλα αυτά; Ή μάλλον γιατί δεν γίνονται αυτά που θα 'πρεπε; Δεν ξέρω πια. Ίσως επειδή δεν αγαπούμε τη χώρα αφού δεν αγαπούμε τον εαυτό μας. Αλλά πάλι δεν ξέρω.
Πόλεμος, αίμα, καταστροφή, μισαλλοδοξία, οικονομική καταστροφή, κατάργηση δικαιωμάτων, κράτους δικαίου. Η υγεία επαφίεται στον εθελοντισμό των περισσοτέρων γιατρών και νοσηλευτών αλλά κάποιες φορές η ζωή η ίδια επαφίεται στο απλωμένο χέρι κάποιων λίγων. Που ωστόσο είναι αρκετοί για να βοηθήσουν και αυτοί στη μείωση του πληθυσμού με άλλα μέσα. Όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει. Όποιος δεν πληρώνει πεθαίνει και αυτός. Παράνοια. Φασισμός. Ισοπέδωση των πάντων.

Κάποιοι θα μου πείτε πως μια χαρά την ξέρω τη γλώσσα αφού σε αυτήν γράφω.
Αλλά εγώ θα σας πω: Λάθος.
Λέξεις παραθέτω, από ένστικτο, μνήμη, εμπειρία και στη σωστή σειρά για να βγαίνει κάποιο νόημα. Το αν αυτές τις λέξεις θα καταφέρετε εσείς που τις διαβάζετε να τις μεταφράσετε στη γλώσσα που έχετε στο δικό σας κεφάλι ή/και στη καρδιά σας δεν το γνωρίζω. Απλώς το εύχομαι.

* Μία από τις λίγες περιπτώσεις όπου η Αγγλική γλώσσα μας βοηθά να κάνουμε τον διαχωρισμό: Tongues and languages.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Πού πάνε τα όνειρα όταν σκορπάνε;

Ξύπνησε κάθιδρη.
Χριστέ μου δεν μπορεί να το περνάω μόνη μου όλο αυτό. Δεν γίνεται.
Έβαλε τα κλάματα κι ανάμεσα στους πνιχτούς αλλά συμπυκνωμένους λυγμούς της προσπάθησε να φέρει στη μνήμη της το όνειρο. Ήταν ένα όνειρο που ξεκίνησε όμορφα αλλά τελείωσε με απώλεια. Έχασε τον άνθρωπο που πρωταγωνιστούσε στο όνειρό της. Ο τρόπος που τον έχασε όμως ήταν κάπως απροσδιόριστος. Σα να εξαφανίστηκε ως δια μαγείας από το σκηνικό του ονείρου της, σα να εξατμίστηκε. Όμως ο πόνος που ένιωσε, ο τρόπος που τον φώναξε, ο σπαραγμός της όταν συνειδητοποίησε την απώλειά του θύμιζε θάνατο. Ή χωρισμό. Που μερικές φορές είναι το ίδιο. Το γεγονός ότι στεκόταν στην άκρη ενός γκρεμού κι εκεί προσπαθούσε να τον εντοπίσει ...κάπου την έπειθε πως ...μάλλον ...μπορεί δηλαδή και να είχε πέσει και να είχε σκοτωθεί. Όχι, όχι, όχι αυτό... ας είναι καλά κι ας είναι όπου να 'ναι. Καλά να είναι. Αυτό μόνο, μονολογούσε μέσα στο μισοξύπνιο της.
Έφερνε το όνειρο στο μυαλό της ξανά και ξανά προσπαθώντας να μην σβηστεί από τα αποθηκευτικά κύτταρα της μνήμης της. Όμως το όνειρό της ξέφευγε, γινόταν κουβάρι κι εκείνη έπρεπε να το ξετυλίγει πάλι και πάλι από την αρχή. Και μετά αυτό μαζευόταν ξανά. Ώσπου στο τέλος, τα νήματά του ήταν τόσο σφιχτοδεμένα στους νοητούς κύκλους των ονειρικών πλάνων της ώστε ήταν αδύνατο πια να τα ξετυλίξει. Ήξερε πως στον πυρήνα αυτού του ιδιότυπου μικρόκοσμου από ψήγματα μνήμης, ανησυχίας, άγχους, λύπης και έλλειψης βρισκόταν μια απειροελάχιστη εικονική κουκκίδα χρόνου, που συνήθως τη λέμε όνειρο. Ηρέμησε λίγο και προσπάθησε απ' την αρχή. Θυμήθηκε πώς ξεκίνησε το όνειρο και προσπαθώντας να το ανασυνθέσει, κάθε φορά που ανασχημάτιζε την επόμενη σκηνή, ξεχνούσε την προηγούμενη. Αλλά κι ό,τι τελικά θυμόταν, κατέληξε πως νόμιζε ότι το θυμόταν. Και στο τέλος σχηματίστηκε ένα άλλο όνειρο, διαφορετικό από το αρχικό, κάπως σα να την "βόλευε" περισσότερο. Ήταν σαν να σκηνοθετούσε το όνειρό της πάνω σε παραλλαγή του αρχικού σεναρίου. Όμως η απελπιστικά πικρή γεύση του πραγματικού ονείρου είχε μείνει στα χείλη της και στην καρδιά της. Αλλά τ' αλμυρά της δάκρυα που διέσχιζαν το πρόσωπό της πάνω σε αυτοσχέδια αυλάκια έπαιρναν μαζί τις εικόνες, έπνιγαν τα γεγονότα και τελικά το μόνο που έμεινε να της θυμίζει το όνειρο ήταν μια κραυγή. Το όνομά του. Με κατακλείδα το κτητικό "μου" σαν ιδιότυπο στολίδι στο τέλος του ονόματος. Σαν συνοδευτικό άκαιρο κι ανάρμοστο. Σαν το νερό που προσπαθείς να το κρατήσεις ανάμεσα στα δάχτυλα. Όσα "μου" κι αν έλεγε δεν θα άλλαζαν ούτε το αποτέλεσμα ούτε την ουσία. Εξάλλου με τα κτητικά δεν τα πήγαινε πολύ καλά. Μην "αποκτήσεις" ίνα μην "αποκτηθείς", συνήθισε να λέει, παραφράζοντας το χριστιανικό ρητό. Βεβαίως ούτε με τα χριστιανικά τα πήγαινε καλά. Το όνειρο τελικά εξαφανίστηκε, μετά από μερικές ώρες δεν υπήρχε καν παρά μόνο σαν ανάμνηση "πως είχε δει ένα όνειρο που την πόνεσε και την ανησύχησε πολύ". Αλλά το ίδιο το όνειρο δεν το θυμόταν πια παρά μόνο σαν μια κραυγή... ναι, αυτήν την θυμόταν, γιατί αυτή ήταν μια πραγματική κραυγή. Ήταν αυτή που την ξύπνησε. Η τραγική διαπίστωση "δεν μπορεί να το περνάω μόνη μου όλο αυτό ...απλά δεν γίνεται" θα την συνόδευε για καιρό, μέρα-νύχτα, ό,τι κι αν έκανε, όπου κι αν πήγαινε. Και συνεχώς έλεγε στον εαυτό της, ως βεβαιότητα τώρα πια, "όχι, δεν το περνάω μόνη μου όλο αυτό. ΑΠΟ-ΚΛΕΙ-Ε-ΤΑΙ". Να είναι καλά. Μόνο αυτό.
Πού να πήγε άραγε αυτό το όνειρο που την συντάραξε; Σε πιο απόκρυφο σημείο της ύπαρξής της να είχε φωλιάσει; Έπαψε ν' αναρωτιέται. Καλύτερα να το ξεχάσει.

Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τριγύρω.
Ναι, βρισκόταν σε τελείως γνώριμο περιβάλλον, στο δικό της σπίτι, στο δικό της κρεβάτι, υπήρχε ησυχία, τίποτα κακό δεν γινόταν, όλα ήσυχα, καμία ακαταστασία, όλα στη θέση τους όπως πάντα. Στο "άλλο" σπίτι όμως υπήρχε μεγάλη αναστάτωση. Σ' ένα "άλλο" σπίτι που δεν γνώριζε, παρά μόνο "υπέθετε", ούτε της θύμιζε κάποιο άλλο γνώριμό της σπίτι. Ήξερε όμως ποιοί άνθρωποι έμεναν εκεί, σε αυτό το "άλλο" σπίτι που είχε μόλις δει στον ύπνο της. Και το οποίο μόνο να το φανταστεί μπορούσε. Ανάλογα το είδος και το ύφος των ανθρώπων που το κατοικούσαν. Γιατί αυτούς τους ήξερε. Δηλαδή μόνον τον έναν ήξερε, τον άλλον συμπερασματικά κι από τις αφηγήσεις του πρώτου.
Χαμός στο σπίτι αυτό. Φωνές, καβγάδες. Σπασμένα ποτήρια και πιάτα. Αποφάγια στο πάτωμα. Κλάματα. Οργή. Ερωτηματικά. Όλα σε γλώσσα ακατάληπτη. Οι άνθρωποι που καβγάδιζαν, μια γυναίκα κι ένας άντρας, απροσδιόριστη η σχέση τους, χειρονομούσαν και το πρόσωπό τους έπαιρνε εκφράσεις ακραίου θυμού. Τον άντρα τον ήξερε αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε αυτό που έβλεπε. Αδιανόητο.
Ξάφνου ένας απροσδιόριστος ήχος την ανατάραξε. Ξύπνησε. Αρχικά ξύπνησε μέσα στο όνειρο που έβλεπε το άλλο όνειρο. Κι αμέσως μετά ξύπνησε κανονικά.

Άλλη ταραχή αυτή. Αλλά ... από πίτα που δεν τρως μη σε μέλει κι αν καεί λέει ο λαός. Αυτό το όνειρο ήθελε να το ξεχάσει, ένιωθε πως δεν την αφορούσε. Λάθος. Μόνο αυτήν αφορούσε αλλά η ακατάληπτη ονειρική γλώσσα στην οποία γινόταν ο καβγάς δεν της επέτρεπε να το κατανοήσει.
Λίγη ώρα αργότερα δεν θυμόταν τίποτα.
Στο γραφείο της μετά, άνοιξε τον υπολογιστή. Είπε να πει ένα "γειά" στους ψηφιακούς της φίλους. Και τότε... να το, να το. Το σπίτι του ονείρου. Σε μια φωτογραφία αναρτημένη από τον ένοικό του. Τον έναν που γνώριζε... Το όνειρο ζωντάνεψε, κάθε του στοιχείο τοποθετήθηκε στην εικόνα που είχε μπροστά της. Και τότε ήξερε... πως κάτι κακό του είχε συμβεί. Αλλά δεν είχε τρόπο να μάθει. Πάλι λάθος. Γιατί έμαθε. Φρόντισε ο ίδιος γι' αυτό. Φρόντισε να της δώσει μια "ιδέα" πως κάτι είχε πάει πολύ στραβά αλλά τελικά την είχε γλυτώσει. Η πληροφορία για το άσχημο γεγονός που είχε συμβεί της δόθηκε με έμμεσο τρόπο. Αλλά ήταν σαφής. "Άγιο είχαμε" είχε πει στους φίλους του. Κι από κάτω σχόλια από ανθρώπους που γνώριζαν το "κακό" αλλά χωρίς να μιλούν συγκεκριμένα. Δεν έχει σημασία, σκέφτηκε. Σημασία έχει πως έγινε το κακό αλλά όχι ανεπιστρεπτί. Ας είναι καλά οι άνθρωποι. Δηλαδή είτε είναι είτε δεν είναι δεν έχει σημασία. Τρίτο λάθος: αφού δεν έχει σημασία τότε προς τί οι ονειρικές παραστάσεις που πολλά βράδια "ανεβαίνουν" στο υποσυνείδητό της; Αχ δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα, σκέφτηκε. Αλλά αυτό έτσι κι αλλιώς θα συνέβαινε γιατί λίγο αργότερα, η φωτογραφία ξεχάστηκε παίρνοντας μαζί της όλο το κακό περιεχόμενο που της είχε δώσει το όνειρό της.
Ωστόσο αναρωτήθηκε για μια ακόμη φορά. Πού να πήγε αυτό το όνειρο; Στη φωτογραφία μήπως; Αν την ανασύρω θα ανασυρθεί και το όνειρο μαζί;
Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά το απόγευμα που επέστρεφε στο σπίτι της, σταματημένη σε ένα φανάρι, χάζευε τον ουρανό. Είχε πολύ κίνηση και θα χρειάζονταν 3-4 φανάρια μέχρι να περάσει. Ο ουρανός είχε σύννεφα. Αραιά και πολύσχημα σύννεφα. Φαινόταν να έχει αέρηδες εκεί πάνω. Το βλέμμα της καρφώθηκε σ' ένα σύννεφο μεσαίου μεγέθους αλλά μεγάλης πυκνότητας στο κέντρο του, μεγάλης "ευελιξίας" όμως στις άκρες του. Άλλαζε σχήμα πολύ γρήγορα, στρογγύλευε, μάκραινε, ξαναγινόταν ατμός. Και προτού προλάβει ν' αναρωτηθεί "πού πάνε τα σύννεφα όταν διαλύονται", εκείνο έπαιρνε νέα σχήματα, αυτά που αποφάσιζαν να του δώσουν οι συσπειρωμένοι ατμοί του. Ή εκείνα που ήθελε εκείνη να δει. Αγαπημένα πρόσωπα. Αφού δεν μπορώ να τα δω στη γη ας τα δω τουλάχιστον στον ουρανό, σκέφτηκε.
Να λοιπόν... στον ουρανό πηγαίνει ο ατμός που γίνονται τα όνειρά της. Αρκεί να κοιτάζει εκεί ψηλά συχνότερα. Κι αυτό που θέλει να δει θα βρίσκεται εκεί. Αφού η γη δεν μπορεί να της προσφέρει τις συγκινήσεις που εκείνη ξόρκισε κι έδιωξε, θα φρόντιζε ο ουρανός γι' αυτό. Δεν πειράζει. Ας είναι καλά, να πατάει γερά στη γη, να είναι γήινος γι' αυτούς που θέλει κι ας είναι αερικό για κείνη.