Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ο θεός των κανονικών πραγμάτων*



Ακολουθία του Νιπτήρος

Η μπίρα έρεε στο ποτήρι και κατόπιν έρεε στο λαρύγγι μου και μετά έρεε στο αίμα μου κι ύστερα κάνοντας μια στάση στο νεφρό μου για ...ξενέρωμα κατέληγε στην κύστη μου. Την ουροδόχο. Από εκεί και πέρα η πορεία των μπιρικών πλην όμως διυλισμένων και μεταλλαγμένων σε κάτουρο - κοινώς τσίσα - υγρών μου ήταν προδιαγεγραμμένη και μη αναστρέψιμη. Η δε ανάγκη για την ταχύτατη εκπλήρωση του προορισμού τους μέγιστη.

Αφού τακτοποιήθηκαν τα υγρά μου κι ενώθηκαν με τόνους λίτρα από αλλωνών υγρά ή άλλου είδους υγρά, ώστε όλα μαζί ν' αποτελέσουν μια υγρή ιδιότυπη στρατιά λυμάτων δίχως στόχο και δίχως σκοπό, ήρθε η ώρα να αξιοποιήσω τις ευεργετικές ιδιότητες κάποιου άλλου υγρού, συστατικού βεβαίως αυτού που μόλις εγκατέλειψε την κύστη μου και που το λέμε συνήθως νερό. Να χρησιμοποιήσω δηλαδή νερό για να αφαιρέσω μηχανικώς από τα χέρια μου τυχόν υπολείμματα μορίων υγρού από αυτά που μόλις προολίγου κατοικούσαν υδαρώς εντός μου. Κοινώς: να πλύνω τα χέρια μου.

Στέκομαι ωσάν ηλίθια μπροστά σε κάτι που έμοιαζε με νιπτήρα - και μάλλον ήταν δηλαδή - αν και περισσότερο παρέπεμπε σε έργο μοντέρνας και βεβαίως αφηρημένης τέχνης ή στην καλύτερη περίπτωση παρέπεμπε σε φουτουριστικό δρώμενο τύπου "έτσι θα είναι κάποτε οι νιπτήρες". Κοιτάζω γύρω μου και γεμάτη προσμονή πως οι υποψίες μου ότι "κάπου θα υπάρχει υγρό σαπούνι" θα αποδειχθούν σωστές, σκανάρω το ...τοπίο, ανακαλύπτω ομοίωμα σαπουνοϋποδοχέα σαν γλυπτό του Henry Moore και όλο αισιοδοξία τοποθετώ τα χέρια μου από κάτω του. Σκεφτόμενη πως όσο καλός γλύπτης να είναι κάποιος δεν θα μπορούσε να τα βάλει και με την βαρύτητα. Πράγματι, ενώ ψάχνω τί σκατά να πατήσω για να αποκτήσω λίγο τέτοιο υγρό ακούγεται ένα "φσσσστ" και η χούφτα μου γεμίζει αφρό. Αυτό το λέμε φωτοκύτταρο. Τοποθετώ κατόπιν τα χέρια μου σε θέση μάχης, έτοιμα να δεχθούν τα ευεργετήματα και τις απολυμαντικές ιδιότητες του νερού που ανακατευόμενο με τον σαπουνοαφρό θα δημιουργήσουν πλούσια καθαριστική κρέμα και θα κάνουν την πιθανή ρυπαρότητα των χεριών μου παρελθόν. Ναι, αλλά πώς θα τρέξει το νερό; Και από πού;

Κοιτάζω εκεί που κανονικά θα έπρεπε να είναι η νεροέξοδος, δηλαδή η βρύση αλλά το μόνο που είδα ήταν ένα μαρτζαφλάρι που μόλις προεξείχε απειλητικά αλλά με νόημα από τον τοίχο. Σκύβω λίγο, βλέπω ότι από κάτω έχει τρυπούλες, λέω "ααααα από εδώ θα τρέξει το νερό" αλλά το θέμα εξακολουθεί να είναι ΠΏΣ ΘΑ ΤΡΈΞΕΙ ΕΠΙΤΈΛΟΥΣ ΤΟ ΓΑΜΗΜΈΝΟ. Αρχίζω να κουνάω τις ενωμένες χούφτες μου δεξιά αριστερά και πάνω κάτω, προσπαθώντας να κρατήσω ακόμη φυλακισμένον τον σαπουνοαφρό σκεφτόμενη πως κάπου θα υπάρχει φωτοκύτταρο ΚΑΙ για τη ροή του νερού. Υποθέτοντας δε πως το φωτοκύτταρο δεν μπορεί να βρίσκεται τοποθετημένο στο ταβάνι ή στο πάτωμα κουνούσα τη χουφτίτσα μου γύρω γύρω από την υποτιθέμενη βρύση. Τότε είδα μια μεταλλική βουλίτσα σφηνωμένη στον τοίχο κι αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου εκεί. Πιέζοντάς την με το χέρι μου αυτή υποχώρησε και το νεράκι άρχισε να ρέει. Αλλά ταυτόχρονα άρχισε να ρέει κι ο αφρός και να εγκαταλείπει άρον άρον την χούφτα μου προτού προλάβει να ενωθεί εις υγρόν ένα με το νεράκι. Την ώρα δε που ετοιμαζόμουνα να αποκτήσω νέον αφρό κι ενώ δεν είχαν περάσει παρά μόνο μερικά νανοσεκόντ η ροή του νερού σταμάτησε. Τελικά έβαλα αφρό στο ένα χέρι και πάτησα το κουμπάκι με το άλλο. Με όσο νεράκι έτρεξε κατάφερα να πασαλείψω τα χέρια μου με το γλιτσερό πράγμα που σχηματίστηκε, για να καταφέρω να τα ξεβγάλω ούτε λόγος, τα σκούπισα με τόσο χαρτί ικανό να γεμίσει ένα τσουβάλι και θεώρησα το περιστατικό λήξαν. Και φυσικά είπα: τα επόμενα τσίσα σπίτι.

...
Το κρασάκι εύφραινε την ψυχούλα μου και την καρδούλα μου, όπως άλλωστε είναι δουλειά του να κάνει κι ακολουθώντας τη συνήθη διαδρομή που κάνουν όλα τα υγρά και που ανέφερα παραπάνω επέμενε να καταλήξει κι αυτό σε μια λεκάνη τουαλέτας. Βεβαίως κάθε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος διαθέτει τουαλέτα. Εκείνο που δεν διαθέτει όμως είναι ...ομοιομορφία στα γούστα των διακοσμητών.
Αυτή τη φορά το σαπούνι δεν ήταν αφρός, ήταν κρεμοσάπουνο που έβγαινε από ένα λεπτό ματσουκάκι που προεξείχε από το γείσο του επίσης ντιζαϊνάτου νιπτήρα. Που όμως ήταν τόσο ρηχός ώστε τα χέρια μου έπρεπε ν' ακουμπήσουν τον πάτο του προκειμένου ν' αποκτήσουν λίγο υγρό σαπούνι. Κι όταν είναι κανείς σιχασιάρης καταλαβαίνετε πως δεν είναι και το καλύτερό του ν' ακουμπήσει έναν νιπτήρα δημόσιας χρήσης. Κρατώντας το πολύτιμο υγρό στα χέρια ψάχνω ένα σημάδι για έναν τρόπο που θα μου δώσει μικρή έστω ποσότητα από το πολυπόθητο νεράκι. Στην περίπτωση αυτή το νερό θα έτρεχε - υπέθεσα - από ένα ανάλογο ματσουκάκι που προεξείχε πάλι από το γείσο αλλά στο κέντρο του νιπτήρα. Το ότι τα χέρια μου και σε αυτήν την περίπτωση θ' ακουμπούσαν τον πάτο του νιπτήρα είναι από τα ευκόλως εννοούμενα που παραλείπονται ωστόσο. Αλλά πώς θα έκανα το νερό να τρέξει; Δεν υπήρχε κάποιο ορατό κουμπί σε αυτήν την περίπτωση. Αλλά κάνοντας πέρα δώθε τα χέρια μου ψάχνοντας τον ΤΡΌΠΟ τον γαμημένο που θα μετέτρεπε το ματσουκάκι σε βρύση άρχισε επιτέλους το νερό να ρέει! Αχά... εδώ υπάρχει φωτοκύτταρο, σκέφτηκα. Το νερό έτρεχε λεπτό σαν κλωστούλα και για μερικά μιλισεκόντ είχα την ψευδαίσθηση πως θα πλύνω τα χέρια μου. Μετά από καμιά δεκαριά προσπάθειες κατάφερα να μετατρέψω αυτήν την ψευδαίσθηση σε γεγονός.


Χορεύοντας στο σκοτάδι

Ο φρέντος ξεσήκωνε το αποκοιμισμένο νευρικό μου σύστημα κι έφερνε σε κατάσταση πλήρους εγρήγορσης τα χαμένα στη ραστώνη του μεσημεριού εγκεφαλικά μου κύτταρα. Ο σερβιτόρος σε μια προσπάθεια να μου πει τ' ανείπωτα - ήθελα να πιστεύω η αφελής - γέμιζε ξανά και ξανά το ποτήρι μου με νερό. Κι εγώ - ακόμη πιο αφελής - το έπινα για να μου το ξαναγεμίσει. Η φίλη μου με κοίταζε με μίσος κι εγώ με τρόμο ένιωθα την κύστη μου να γεμίζει ταχύτατα. Και καθώς μια γεμάτη κύστη είναι το τελευταίο που μπορείς να αγνοήσεις όταν ο σερβιτόρος σου ρίχνει ματιές πιο επικίνδυνες για τους πάγους της Ανταρκτικής κι από την ίδια την υπερθέρμανση του πλανήτη, σηκώθηκα όλο χάρη αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στην ξενέρωτη φίλη μου. Αφού όλο το νερό βλέπετε το είχα πιεί εγώ. Με ύφος που ξέρει τα πάντα, με ύφος που γνωρίζει όχι μόνο ποιός είναι θαμμένος στον τάφο της Αμφίπολης αλλά και τη θέση της γάτας του Σρέντιγκερ ακόμη, δεν θα καταδεχόμουνα ποτέ να ρωτήσω "πού είναι η τουαλέτα σας καλέ". Σκάναρα τον χώρο, είδα μια σκάλα που πήγαινε προς τα πάνω κι άλλη μία που πήγαινε προς τα κάτω, έριξα τη νοερή ζαριά μου και ξεκίνησα για κάτω μέχρι που την τελευταία στιγμή είδα το πινακιδάκι "WC" που έδειχνε όμως προς τα πάνω. Και κάνοντας μια στροφή όλο νάζι τύπου "και βέβαια ξέρω πού είναι η τουαλέτα σας καλέ" ανέβηκα. Κι εδώ αρχίζει η υπερπαραγωγή "Τρόμος στον Δρόμο για την Τουαλέτα". Ανεβαίνοντας τη σκάλα κι αμέσως μετά την πρώτη στροφή έσβησε το πίσω φως και πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα προτού "διαβάσει" την παρουσία μου ο ανιχνευτής και μου κάνει τη χάρη ν' ανάψει το εμπρός. Μόλις έφτασα στο κεφαλόσκαλο έσβησε πάλι το πίσω φως αλλά έχοντας πια σακουλευτεί τη δουλειά με τους "μηχανισμούς του διαβόλου" κοντοστάθηκα μέχρι να με αντιληφθεί το γαμημένο το φωτοκύτταρο και μου φωτίσει τον δρόμο. Μπήκα στον προθάλαμο της τουαλέτας. Εκεί υπήρχε μόνιμα αναμμένο φως. Υποψία φωτός αλλά πάντως υπήρχε "κάτι σε φως". Προχωρώ στα ενδότερα, με ανιχνεύει ο μηχανισμός και ανάβει το φως αλλά την κρίσιμη στιγμή της αυτοσυγκέντρωσης προκειμένου το εγκλωβισμένο κυστικό υγρό να πάρει εγκεφαλική άδεια προς απελευθέρωσίν του αλλά κυρίως να βρει τον στόχο του, τη λεκάνη της τουαλέτας δηλαδή, σε αυτό λοιπόν το σημείο κι ενώ οι πρώτες σταγόνες έκαναν την ηρωική τους έξοδο, σβήνει το φως! Και σε αυτό ακριβώς το σημείο του πρόσεσινγκ εγώ να πρέπει να κρατώ με το ένα χέρι το φόρεμά μου ψηλά, με το άλλο χέρι το βρακί μου χαμηλά, την ανάσα μου γενικώς και την προσοχή μου παντού μην τυχόν κι ακουμπήσει κάτι από τα προαναφερθέντα σε ανεπιθύμητες επιφάνειες. Το μόνο που θα μπορούσα να κουνήσω ελαφρά και μόνο ήταν το κεφάλι μου προκειμένου ο ανιχνευτής να με ξανααντιληφθεί και ν' ανάψει το φως ώστε να μπορέσω να συνεχίσω την δουλειά μου. Του κάκου. Ο γαμίδης ήθελε χέρι. Αναγκάστηκα να απελευθερώσω ένα χέρι και να το κουνήσω για να λάβουν χώρα αμέσως μετά απείρου κάλλους χορευτικές φιγούρες που θα τις ζήλευε - είμαι σίγουρη - κι ο Άλβιν Έιλι και που δεν χρειάζεται να σας τις περιγράψω. Στο σημείο αυτό μπορείτε ν' αφήσετε ελεύθερη την φαντασία σας. Επιτρέπω δε στη φαντασία σας να οργιάσει για εκείνες τις περιπτώσεις (ούτε μία ούτε δύο) που και να ήθελα δεν μπορούσα να κουνήσω το κεφάλι μου αφού στην κορυφή του είχα στερεώσει τα γυαλιά μου. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα γαμοσταυρίδια, εκτός από τον designer της τουαλέτας, τα εισέπραξε και ο οπτικός που όχι μόνο δεν τα έκανε τα γυαλάκια σφιχτά σαν μέγκενη αλλά ειρωνεύεται κι από πάνω: "γυαλιά θέλεις ή στέκα;". Αφού τελείωσε μισοεπιτυχώς αυτός ο εφιάλτης, εννοείται πως θέλησα να πλύνω τα χέρια μου όπου εκεί αρχίζει ένας δεύτερος. Και σε αυτό το σημείο σκέφτηκα την φίλη μου που θα κάνει "ανενόχλητη" παιχνίδι με τον σερβιτόρο ΜΟΥ κι άρχισα βιαστικά να ψάχνω για το τρίπτυχο σαπούνι-βρύση-νερό. Το σαπούνι - υγρό βεβαίως - ήταν εύκολη υπόθεση. Τοποθετημένο κλασικά στο ειδικό δοχείο μετά του ντισπένσερ φυσικά. Καλά πάμε σκέφτηκα. Το ίδιο κλασική θα είναι και η βρύση, σκέφτηκα. Αλλά φευ... Αυτό που είδα καθόλου δεν έμοιαζε με βρύση. Ήξερα όμως ότι είναι κι έτσι ξεκίνησα να ψάχνω αρχικά ένα μπουτόν που θα της επέτρεπε να μου δώσει το νεράκι που επιθυμούσα. Αλλά δεν βρήκα μπουτόν. Άρχισα λοιπόν να κουνάω τις γεμάτες υγροσάπουνο χούφτες μου "κούνια μπέλα" θεωρώντας ότι κάπου υπάρχει ανιχνευτής κίνησης. Αλλά δεν υπήρχε ανιχνευτής κίνησης. Και σε μια κρίση διαύγειας κοιτάζω προς τα κάτω κι επιτέλους βλέπω ένα μεγαλούτσικο κουμπί στο πάτωμα. Το πατάω με λύσσα αλλά με όση λύσσα κι αν το πάτησα η ποσότητα νερού που μου έδωσε η βρύση δεν ήταν περισσότερη απ' όση χωρούσε σε μια δαχτυλήθρα. Διέταξα τον εγκέφαλό μου να θεωρήσει τα χέρια μου πλυμένα και θέλησα να τα σκουπίσω. Αλλά δεν υπήρχαν ούτε χαρτοχειροπετσέτες, ούτε αερόθερμο αλλά μια πάνινη χειροπετσέτα με την οποία είχε σκουπιστεί άγνωστος αριθμός ανθρώπων. Έμειναν λοιπόν τα χέρια μου με το νεράκι τους αλλά μέχρι να πάρω αργά - αργά, βαριά - βαριά τον δρόμο της επιστροφής και να κατέβω τη σκάλα τόσα σκαλοπάτια όσα μου επέτρεπε κάθε φορά η ποσότητα φωτός που εναλλασσόταν με σκοτάδι, τα χέρια μου είχαν στεγνώσει. Εν τω μεταξύ ο σερβιτόρος είχε σχολάσει - ή έτσι μου είπε η φίλη μου τελοσπάντων - και η ίδια είχε φτάσει πια στο απροχώρητο με τη συσσώρευση υγρών στη δική της κύστη όπου με μια διάθεση απίστευτης κακίας την άφησα να ζήσει το δικό της δράμα χωρίς καμία διάθεση όμως προειδοποίησης από μέρους μου.


Όμορφος κόσμος, υλικός, κανονικά φτιαγμένος

Αυτή τη φορά ήθελα ουίσκι. Ον δι ρακς!! Έχοντας πάρει όρκο ότι δεν θ' αγγίξω τα συνοδευτικά ξηροκάρπια μια φωνή ανεξέλεγκτη βγήκε από μέσα μου κι άκουσα τον εαυτό μου να λέει "εκτός από φιστίκια και πατατάκια έχετε κάτι άλλο να μου φέρετε;" Είχαν. Αγγουράκια και καροτάκια τουρσί. Τα οποία όμως έπρεπε να τα πιάσω με τα χέρια. Φίνγκερ φουντ βλέπετε, μη χέσω. Αλλά επειδή είμαι σιχασιάρα κι επειδή προηγουμένως είχα πιάσει χρήματα κι ακόμη πιο προηγουμένως είχα πιάσει κι άλλα χρήματα θέλησα να πλύνω τα χέρια μου. (Θα μπορούσα εναλλακτικά να ζητήσω πιρουνάκι ή οδοντογλυφίδα) Ήπια μια γουλιά από το κίτρινο νερό που καίει για να πάρω θάρρος και μια και δυο ξεκινάω για τις τουαλέτες έχοντας κατά νου ότι θα ζήσω τον μύθο μου και σε αυτές με αξέχαστες εμπειρίες να με περιμένουν και εκεί. Παρακάμπτω το γεγονός ότι στην πόρτα της τουαλέτας στο συγκεκριμένο μαγαζί δεν υπήρχε "έλξατε" ή "ωθήσατε" αλλά υπήρχε "σύρατε" και μάλιστα χωρίς να το γράφει ή έστω να το υπονοεί και χωρίς - το τονίζω - χωρίς να ρίξω κάτω την πόρτα του τουαλετικού χώρου σε μια σπάνια στιγμή αναλαμπής έσυρα την πόρτα και μπήκα. Και όντας πανέτοιμη να λύσω έναν ακόμη γρίφο που αφορά το τρίπτυχο σαπούνι-βρύση-νερό και νιώθοντας εντελώς Ιντιάνα Τζόουνς κι εντελώς σίγουρη πως
θ' ανακαλύψω εύκολα το Ιερό Δισκοπότηρο της καθαριότητας των χεριών μου και με τη σιγουριά ότι είμαι αρκούντως εκπαιδευμένη να φέρω εις πέρας μια ακόμη επικίνδυνη αποστολή "Καθαρά Χέρια" στέκομαι ευθυτενής κι αποφασισμένη μπροστά στον εχθρό Νιπτήρα.
Και ω θεοί της καταστροφικής κι αδιευκρίνιστης απλότητας και ω δαίμονες της φαυλοποίησης του κανονικού και της κανονικοποίησης του φαύλου, ω ανείπωτα ξόρκια που αφήνουν Γόρδιους δεσμούς δεμένους στην ανέμη τυλιγμένους και χιλιοειπωμένα "άμπρα κατάμπρα" σε λάθος χρόνος και για λάθος τόπο, ω απίστευτα ξωτικά του Ιερού Συνηθισμένου, ω μάγισσες και χαρτορίχτρες που ρίχνεστε καθημερινά στη Μάχη της Ρουτίνας τί είδαν τα ματάκια μου;
Μία κανονική βρύση!!!! Την άνοιγα και την έκλεινα με τη συχνότητα και τον ρυθμό που άνοιγα κι έκλεινα τα μάτια μου προσπαθώντας ν' ανοίξει τελείως το μυαλό μου και να κατανοήσει το ακατανόητο. Μια κανονική βρύση σε τουαλέτα μοδάτου all day (and night) bar/restaurant? Πού ακούστηκε; Κι εγώ τώρα να μπορώ να πλύνω τα χέρια μου τόσο απλά και τόσο εύκολα; Και να ξοδέψω όσο νερό θα θεωρούσα απαραίτητο για να έχω χέρια καθαρά και σένια για να πιάσω τα τουρσιά; Και να τα σκουπίσω με χαρτοχειροπετσέτα από αυτές που υπήρχαν σωρός τακτοποιημένες δίπλα στον Νιπτήρα; Δεν ξανάγινε!
(Καλού κακού έριξα μια ματιά και στις τουαλέτες όπου το σταθερά αναμμένο φως ήταν γεγονός!).
Αναφωνώντας λοιπόν "ω Θεέ των Kανονικών Πραγμάτων σ' ευχαριστώ", κλίνοντας το γόνυ στη Μεγάλη Ιδέα του Απλού και υποκλινόμενη στο υπέροχο και Υπέρτατο Δημιούργημα μιας "κανονικής βρύσης" αποχώρησα μεγαλοπρεπώς. Και κυρίως έχοντας πεντακάθαρα χέρια. Το ότι πάνω στον ενθουσιασμό μου ξέχασα το "σύρατε" και συμπεριφέρθηκα στην πόρτα ως "έλξατε" κι έπειτα δοκίμασα το "ωθήσατε" με παρολίγον τραγικές συνέπειες για την μύτη μου ας μην το κάνουμε θέμα. Γιατί εγώ πριν λιώσουν τα παγάκια στο ποτό μου είχα ήδη επιστρέψει στο τραπέζι μου. Όπου βεβαίως οι τουρσολιχουδιές είχαν κάνει φτερά αλλά τί σημασία είχε; Εγώ είχα καθαρά χέρια. Και το κατάστημα μία σταθερή πελάτισσα.

* Ο τίτλος μου είναι εμπνευσμένος από τον τίτλο του βιβλίου της Arundhati Roy Ο Θεός των μικρών πραγμάτων


Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Γαία πυρί ...μοχίτο

Την αγαπάει τη ζωή. Ω ναι, την αγαπάει πολύ. Μα πιο πολύ αγαπάει την ίδια την αγάπη της για τη ζωή. Πώς γίνεται αυτό; Όταν πρόκειται για εκείνη όλα γίνονται. Εν ολίγοις της αρέσει που αγαπάει τη ζωή. Αυτό.

Τα τελευταία χρόνια κάνει πολλές αναδρομές. Πιάνει τα νήματα της ζωής της από την άκρη. Τη μία άκρη, την αρχική. Την άλλη δεν τη βλέπει. Ακόμα. Τα πιάνει απαλά τα νήματα, τα ξεχωρίζει, τα ταξινομεί και μετά τα πλέκει. Πότε ανά χρώμα, πότε ανά μυρωδιά, πότε ανά γεύση, πότε ανά μέγεθος και πότε ανά είδος. Πότε δυό δυό, πότε τρία τρία ή και περισσότερα και μετά αυτές τις μικρές πλεξούδες τις πλέκει σε μεγαλύτερες ώσπου να ενωθούν όλες σε μία. Στο τέλος μένει σκεπτική να την κοιτάζει, να παρατηρεί προσεκτικά τους χρωματισμούς που κάθε φορά είναι διαφορετικοί ανάλογα ποιό νήμα έπλεξε με ποιό, ποιά πλεξούδα ένωσε με ποιά. Με το βλέμμα προσπαθεί να διεισδύσει στην καρδιά της πλεξούδας, στο κέντρο της που αυτή η ίδια δημιούργησε όταν έπιασε τα νήματα ένα ένα. Όμως ανάλογα τις επιλογές των νημάτων το αποτέλεσμα διαφέρει, στο κέντρο δεσπόζουν κάθε φορά διαφορετικά κομμάτια της πορείας της από την πρώτη της μέρα μέχρι την τωρινή της μέρα. Όμως όταν κοιτάζει την πλεξούδα, ό,τι χρώμα κι αν έχει κάθε φορά, ό,τι οσμή και ό,τι γεύση ξέρει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι αυτή είναι η ζωή της. Ακριβέστερα αυτή είναι η πορεία της ζωής της μέχρι εκείνη την πολύ συγκεκριμένη στιγμή που τελείωσε με τα πλεξίματα και παρατηρεί το έργο της. Ό,τι πονηριά κι αν έχει κάνει όσο κι αν προσπάθησε να "χειριστεί" το πλέξιμο, όση δεξιοτεχνία κι αν έβαλε ώστε το αποτέλεσμα το τελικό να είναι περισσότερο επιθυμητό ξέρει πως πίσω από κάθε χρώμα υπάρχει ένα άλλο που ίσως προσπάθησε να κρύψει, ξέρει ότι στην επόμενη προσπάθειά της θα εμφανιστεί αυτό το άλλο πίσω από το προηγούμενο ορατό. Δεν την ξεγελάς την πλεξούδα. Όλα βρίσκονται πάντα κρυμμένα εκεί.

Αυτή λοιπόν είναι η μέχρι τώρα ζωή της. Και χαίρεται κάθε φορά να διαπιστώνει πως τα νήματα έχουν αρχή αλλά δεν έχουν τέλος. Δηλαδή έχουν αλλά δεν είναι ορατό. Όσο καλά κι αν κοιτάξει τα νήματα, αυτά απλώς ξεθωριάζουν προς στο μέλλον. Και ξέρει πως όταν τα νήματα κοπούν και φανεί η άλλη άκρη τους εκείνη δεν θα μπορέσει να τη δει.

Πάντα πίστευε πως οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν διαλείμματα από τη δυστυχία τους. Όπως πρέπει να κάνουν και διαλείμματα από την ευτυχία τους. Όταν βέβαια αυτή τους κάνει την τιμή να χτυπήσει την πόρτα τους. Η δυστυχία δεν ρωτά. Έρχεται ακάλεστη. Σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται τελοσπάντων οι άνθρωποι καλό είναι να κάνουν "στάση" για να κοιτάξουν τριγύρω,  να κάνουν "παύση" για να πάρουν "μυρωδιά" τί γίνεται παραέξω από τον μικρόκοσμό τους. Κι ανάλογα τον χαρακτήρα του ο καθένας να συμπεριφερθεί.

Υπάρχουν άνθρωποι που όντας ευτυχισμένοι - ή που έτσι νομίζουν τουλάχιστον - δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Κι όταν είναι δυστυχισμένοι πάλι το ίδιο κάνουν. Και στις δύο περιπτώσεις το λάθος είναι ένα: νομίζουν πως ακόμα και πέρα από τη "μύτη" τους οι άλλοι άνθρωποι βιώνουν την ίδια κατάσταση με τους ίδιους. Λάθος μέγα. Κανένας άνθρωπος δεν βιώνει την ίδια κατάσταση με κανέναν άλλον. Ο κάθε άνθρωπος βιώνει ΜΙΑ κατάσταση ΣΥΝ τον χαρακτήρα του, την κοσμοθεωρία του, την ιδεολογία του ΚΑΙ έναν καταλύτη δώρο: την προτεραία αυτού κατάσταση.

Ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις, ας πούμε ενός πολέμου - θυμόταν πως της είχε διηγηθεί άπειρες ιστορίες η μητέρα της και η γιαγιά της που βίωσαν πολέμους - οι άνθρωποι προσπαθούν να βρίσκουν τρόπο να απομακρύνουν για λίγο το μυαλό τους από αυτό που βιώνουν. Να απομακρύνουν το μυαλό, όχι το γεγονός. Όχι για να ξεχάσουν ή να μην βλέπουν ή να βλέπουν αλλιώς ή να μην ενδιαφέρονται. Αλλά για να ξεπηδούν για λίγο έξω από το κάδρο. Να το κοιτούν από απόσταση. Να καθαρίζει η ματιά ή να ξεκαθαρίζει το τοπίο. Κάτι σαν "επανεγκατάσταση" που θα λέγαμε και στις μέρες μας. Κι όταν το πράγμα ζορίσει, οι πιο δυνατοί θα μπορούσαν να κάνουν και μία "καθαρή" (εγκατάσταση) που λένε οι πιο προχωρημένοι.

Η ίδια το τηρούσε ευλαβικά. Το προσπαθούσε και το κατάφερνε. Της άρεσαν τα ταξίδια. Και τα βιβλία. Και οι μικροί έξοδοι. Οι μικρές αποδράσεις όπως συνηθίζουν να λένε κάποιοι παρότι οι ίδια σιχαινόταν αυτήν την έκφραση. Δεν ένιωθε φυλακισμένη άρα δεν είχε ανάγκη ν' αποδράσει από κάπου. Δεν ήταν εγκλωβισμένη πουθενά άρα μπορούσε - αν ήθελε - να χρησιμοποιήσει τα φτερά της. Δεν ήταν στριμωγμένη από κάτι άρα είχε χώρο για ν' αφήσει το ταμπεραμέντο της ν' απλωθεί. Και τα παπούτσια της άρεσαν. Είχε σχεδόν 100 ζευγάρια. Αυτά τα τελευταία όμως έγιναν θυσία στο βωμό της απίστευτης οικονομικής κατρακύλας της. Όχι τα παλιά της παπούτσια (που μόνο παλιά δεν ήταν) αλλά η επιθυμία της για καινούργια ήταν αυτό που θυσίασε προκειμένου να: μπορεί να βγει για ένα ποτό, ν' αγοράσει βιβλία, να πάει στη θάλασσα, να ταξιδέψει. Γι' αυτό τα παπούτσια της τα είχε "κοκό κι αυγό", τα πρόσεχε σαν τα μάτια της. Τα καθάριζε, τ' αρωμάτιζε, τα περιποιόταν. Τα είχε δηλαδή ΣΑΝ καινούργια.
Ήξερε πως αυτό το ταξίδι στη Μαδρίτη θα της στοίχιζε τις καλοκαιρινές διακοπές. Το ήξερε και το αποδέχθηκε. Αυτό προτίμησε κι αυτό επέλεξε. Δεν το μετάνιωσε. "Διακοπές" δεν πήγε. Διακοπές με την έννοια που τις εννοεί ο κόσμος. Όχι η ίδια. Είχε άλλη άποψη για το τί είναι οι διακοπές: μια καθαρά εσωτερική υπόθεση. Και καμιά τριανταριά και βάλε θαλασσινά μπάνια. Τα οποία φυσικά και έκανε... Και βάλε... Και μπορεί να μην ΠΗΓΕ, πάντως ΕΚΑΝΕ διακοπές. Κι αφού δεν πήγε άρα δεν επέστρεψε από αυτές κι έτσι είναι σαν να μην τέλειωσαν ποτέ οι διακοπές της. Μόνο με τα ταξίδια ηρεμούσε, μόνο στη θάλασσα σκεφτόταν. Κι όταν έμπαινε πάλι στο κάδρο, στην καθημερινότητά της δηλαδή, είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. Ήξερε ακριβώς τί να κάνει. Κι όταν δεν ήξερε προτιμούσε να μην κάνει τίποτα παρά μόνο να πάρει ένα ποτό (ποτάκι που λένε κι οι άλλοι... τί σιχαμένη λέξη) και να επικοινωνήσει με τη γεύση του ή τη μυρωδιά του όπως ακριβώς επικοινωνούσε και με τη θάλασσα. Να χαζέψει την υγρή υφή του και το χρώμα του, να μιλήσει με τα συστατικά του.

Στον πλανήτη γινόταν το σώσε. Στη χώρα γινόταν το σώσε. Όχι από αυτούς που θα 'πρεπε. Από τους άλλους. Που ετοίμαζαν νέα χτυπήματα, νέες επιθέσεις. Που οργάνωναν ένα "καυτό φθινόπωρο". Αυτή το ήξερε. Αλλά μόνη της δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Γιατί το ήξερε πως ήταν μόνη της. Κι όσους άλλους γνώριζε που βίωναν την ίδια κατάσταση αλλά και την κατανοούσαν με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο κι αυτοί μόνοι τους ήσαν. Πολλοί αλλά σκόρπιοι. Άρα αναποτελεσματικοί.

Έμοιαζαν σε πολλά. Διέφεραν σε περισσότερα. Δεν την πείραζε που οι επιλογές τους δεν ταίριαζαν με τις δικές της. Της έφτανε που όταν ένωναν αυτές τις διαφορετικότητες δημιουργούσαν νέα γλώσσα. Όταν εναρμόνιζαν τις κινήσεις τους σχημάτιζαν στιβαρή χορογραφία. Όταν συντόνιζαν τις ανάσες τους έπαιρναν δύναμη. Όταν έπιναν τα ποτά τους δεν είχε καμία σημασία που εκείνη προτιμούσε μπίρα κι εκείνοι μοχίτο. Το μοχίτο δεν σήμαινε τίποτα γι' αυτήν. Αυτός που το πίνει σημαίνει. Η ματιά του σημαίνει. Αυτό που συμβολίζει ένα μοχίτο σημαίνει. Αν το μοχίτο δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα νόστιμο ποτό δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα καθαρά ποτά που προτιμούσε η ίδια. Τα σκέτα που λέμε.

Και ναι. Πολεμούσαν οι άνθρωποι. Σκοτώνονταν οι άνθρωποι. Δεν είχαν δουλειές οι άνθρωποι, χρωστούσαν οι άνθρωποι. Πεινούσαν κι όλας. Υπέφεραν. Κι όσο εξαθλιώνονταν τόσο ανενεργοί γίνονταν. Παθητικοί, αδιάφοροι, ανήμποροι. Και φυσικά μόνοι. Κι εκείνη ήξερε πως αν θυσίαζε τις "μικρές αναλαμπές/διαλείμματα από την άσχημη καθημερινότητά της" για να βρίσκεται μόνιμα μέσα στο κάδρο στο τέλος θα τρελαινόταν. Ήξερε πως αν ένα ποτό μπορούσε να είναι φάρμακο γι' αυτήν, τότε έπρεπε να το πιεί. Και ποτέ της δεν κατάλαβε γιατί υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τη ζωή τόσο μονοδιάστατα. Που βλέπουν δύο χρώματα μόνο. Που δεν αναγνωρίζουν στον άλλον το δικαίωμα της ανεπάρκειάς του, να μην θέλει ή να μην μπορεί. Που δεν διακρίνουν τί κρύβει το γέλιο από πίσω. Που δεν είναι ικανοί να ξύσουν την επιδερμίδα του φαίνεσθαι για να δουν τί υπάρχει από κάτω. Που το διαζευκτικό "ή" έχει αντικαταστήσει την σκέψη τους. Που συνοψίζουν την πεμπτουσία της πολυδιάστατης εποχής που διανύουμε στη φράση "ή μοχίτο ή επανάσταση".
Ε λοιπόν όχι. Μπορούν να γίνουν και τα δύο.
Αλλά επειδή η ...επανάσταση αργεί ακόμα (αν γίνει δηλαδή ποτέ)... ποτάκι;



Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Γλώττα πυρί μιχθήτω...

Χωρίς λόγια

Έχω μια γλώσσα* μέσα στο κεφάλι μου (εκτός από αυτήν που έχω στο στόμα* μου). Και στη καρδιά μου την έχω (αυτήν που έχω στο κεφάλι όχι αυτήν που έχω στο στόμα) αλλά αυτό αναγκαστικά. Αφού: με αυτήν μεγάλωσα (νομίζω δηλαδή), έζησα (και ζω ακόμα ελπίζω όχι εις μάτην), ένιωσα αλλά και δεν ένιωσα καθότι και τα αισθήματα μιλούν κι αυτά μια γλώσσα κι αν δεν τη μιλούν, δεν υπάρχουν. Με αυτήν σκέφτηκα και μίλησα ή και αντίστροφα πολλές φορές, με αυτήν θύμωσα, αγάπησα, μίσησα, οργίστηκα, έβρισα, υπολόγισα, θυσίασα, χάρισα, πήρα, σώπασα. Ναι, με αυτή σώπασα (σπανίως αλλά έγινε). Η σιωπή θέλει κι αυτή μια γλώσσα για να εκφραστεί. ΚΑΙ σε αυτήν την περίπτωση, σίγουρα τότε, η γλώσσα ξεδιπλώνει το μεγαλείο της. Ίσως όταν σιωπούμε μιλάμε καλύτερα κι όχι όταν μιλάμε. Γιατί στη δεύτερη περίπτωση πολλές φορές δεν είναι απαραίτητη η γλώσσα, αρκούν μόνο τα δομικά συστατικά της που εν συντομία λέμε λέξεις. Σε σειρά έστω αλλά πάντως λέξεις. Σε διατεταγμένη υπηρεσία έστω αλλά πάντα λέξεις. Τα νοήματα τα έχει η κραυγή. Κι αυτή, ακόμη κι η άναρθρη, αν βέβαια ξέρεις να την αποκωδικοποιήσεις, μια γλώσσα μιλάει. Στην περίπτωσή μου μιλάει τη γλώσσα που έχω στο κεφάλι μου.

Παίρνω έναν χάρτη: Γι' αρχή έναν παγκόσμιο. Τρυπώ το δάχτυλο με μια καρφίτσα. Σάμπως να έπαιρνα δείγμα αίματος για κάποιον λόγο. Προτού πήξει το αίμα "τρέχω" τον χάρτη. Κι όπου βλέπω πόλεμο το ακουμπώ. Ουκρανία. Παλαιστίνη. Στην περίπτωση της Παλαιστίνης, επειδή έχει συρρικνωθεί τόσο πολύ, επειδή μόνο ως διάσπαρτοι μικρότατοι θύλακες μέσα στο Ισραήλ υπάρχει πια, είναι δύσκολο να "κοκκινίσω" τα σημεία. Στη Λωρίδα της Γάζας ήταν πιο εύκολο. Αυτό λοιπόν το στενό κομμάτι γης που λέτε, για χώρα είναι μικρό αλλά για στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι μεγάλο. Αλλά καθόλου ευρύχωρο ούτε ως χώρα ούτε ως στρατόπεδο. Πρόκειται για μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της γης. Αφού, όσο κι αν ο πληθυσμός βαίνει μειούμενος από τις "ευγενείς" προσπάθειες των Ισραηλινών, σ' αυτό το κομμάτι γης ζουν στοιβαγμένοι πάνω από 1.500.000 ανθρώπινες ψυχές. Σ' ένα κομμάτι γης πάνω κάτω όσο η Λευκάδα ή η Θάσος ή η Άνδρος. Αλλά αν βιαστείτε να μου πείτε πως επάνω στον πλανήτη υπάρχουν κι άλλες περιοχές/πόλεις περισσότερο πυκνοκατοικημένες από τη Γάζα μην ξεχάσετε να συγκρίνετε και τις συνθήκες διαβίωσης σε αυτές τις άλλες περιοχές. Το τραγικό στην περίπτωση της Γάζας, είναι που όταν λέμε πως πρόκειται για  "θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων", μάλλον κυριολεκτούμε. Αφού κάποιοι άλλοι άνθρωποι (;), αυτοί που υποτίθεται για λογαριασμό τους το κράτος τους βομβαρδίζει αμάχους, παίρνουν το καρεκλάκι τους κι ανεβαίνουν στους λόφους να χαζέψουν το θέαμα. Όπως κάνουν οι κανονικοί άνθρωποι που πάνε να χαζέψουν μετεωρίτες.
Κι αυτή η τόση δα κουκκίδα γης που προσπαθεί να υπάρξει ως χώρα, συναγωνίζεται - για να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον μας - μια άλλη πολύ μεγαλύτερη χώρα που υπάρχει ήδη αλλά που και αυτή σπαράσσεται από πόλεμο, τη γειτονική μας Ουκρανία. Κι όταν τα αεροπλάνα πέφτουν το ένα μετά το άλλο και τα "σενάρια" οργιάζουν, εμείς οι κοινοί θνητοί παραζαλισμένοι από την ταχύτητα με την οποία μας προσπερνούν τα γεγονότα, έχουμε πια την πολυτέλεια να διαλέξουμε ποια θεωρία συνωμοσίας ταιριάζει καλύτερα στο ταμπεραμέντο μας. Τη στιγμή που γράφω αυτές τις σκέψεις εκτός από το αεροσκάφος των Μαλαισιανών αερογραμμών που κατερρίφθη έχουν ήδη πέσει δύο άλλα. Ένα στην Ταϊβάν κι ένα στο Μαλί. Ειδικά το δεύτερο τραγικό δυστύχημα ακόμη δεν έχει χαρακτηριστεί ως οφειλόμενο σε μηχανική βλάβη ή ως προϊόν τρομοκρατικής ενέργειας. Γιατί σα να μην έφταναν όσα συμβαίνουν στη γειτονιά μας τώρα πρέπει να μάθουμε - ποτέ δεν είναι αργά - τί γίνεται και στο Μαλί. Βέβαια αυτό είναι πολύ μακριά κι έτσι μπορεί να θεωρηθεί ένα πρόβλημα λιγότερο για μας.
Κι ενώ φρεσκάρουμε τις γνώσεις μας στη γεωγραφία και στην πολιτική κατάσταση διαφόρων χωρών με αφορμή τις αεροπορικές τραγωδίες, το χάος και η ασυνεννοησία καλά κρατούν σχετικά με τους δύο πολέμους εδώ γύρω κυρίως όμως σχετικά με τον πόλεμο που αποσκοπεί σε μια γενοκτονία που συμβαίνει για μια ακόμη φορά στη Λωρίδα της Γάζας.

Κάποιοι τάσσονται με το κράτος του Ισραήλ και υποστηρίζουν την επίθεσή του στη Γάζα θεωρώντας την "αυτοάμυνα" επειδή η Χαμάς είναι ισλαμιστική, δεν κάθεται στ' αυγά της και πετάει κι αυτή ρουκέτες, από την άλλη όμως καταδικάζουν την προσφυγιά στην οποία οδηγούνται τα θύματα αυτού του τελείως άνισου, θα μου επιτρέψετε να πω, πολέμου.
Εν τω μεταξύ άμαχοι, ανάμεσά τους πάρα πολλά παιδιά, σκοτώνονται από το ανελέητο ισραηλινό βομβιστικό σφυροκόπημα.
Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν το μαύρο και φρικτό ISIS επειδή - λέει - τα βάζει με τον σιωνιστικό ιμπεριαλισμό και την σιωνιστική οικονομική κυριαρχία ξεχνώντας να θυμηθούν τί ακριβώς είναι το ISIS, που ναι μεν εναντιώνεται στο Ισραήλ για τελείως δικούς του λόγους, από την άλλη όμως διατάσσει τον ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων των γυναικών στις περιοχές που κάνει κουμάντο.
Οι εγχώριοι και άλλοι φασίστες - που μισούν τους Εβραίους γενικώς - υποστηρίζουν τη Χαμάς αλλά θα σφάξουν τους Παλαιστίνιους που θα τολμήσουν να έρθουν ως πρόσφυγες στη χώρα μας. Όσοι τουλάχιστον από αυτούς δεν πνιγούν στο υγρό νεκροταφείο του πελάγους που βρέχει ολούθε την πατρίδα μας.
Όμως και πολλοί άλλοι που αυτοπροσδιορίζονται αριστεροί (ή άλλο) υποστηρίζουν τη Χαμάς - όχι τον ίδιο τον αγώνα του Παλαιστινιακού λαού - ξεχνώντας και αυτοί να θυμηθούν πως και η ίδια Χαμάς παίζει παιχνίδια εξουσίας και κυριαρχίας.
Εν τω μεταξύ άμαχοι, ανάμεσά τους πάρα πολλά παιδιά, συνεχίζουν να σκοτώνονται από το γειτονικό τους υπερκράτος.
Και φυσικά δεν πρόκειται ούτε για αντίποινα, ούτε για την ασφάλεια των κρατών εν γένει, ούτε για το δικαίωμα ενός κράτους να αμύνεται. Γιατί ποιός θα τολμούσε να τα βάλει με την παντοδυναμία του ώστε να χρειαστεί να "αμυνθεί"; Πρόκειται μόνο για εξουσία κι επεκτατικότητα. Πρόκειται για δύναμη και γη.
Πρόκειται για το "δικαίωμα" του Ισραήλ (από πού προκύπτει άραγε αυτό) να επεκτείνεται καταπατώντας εδάφη και αφανίζοντας τους Παλαιστίνιους. Αρνούμενο εξ αρχής να δεχθεί τις αποφάσεις του ΟΗΕ για δύο ανεξάρτητα κράτη στη συγκεκριμένη χιλιοβασανισμένη και πολύπαθη περιοχή της Δυτικής όχθης του Ιορδάνη.

Οι σκέψεις μου αυτές απέχουν πολύ από το να φιλοδοξούν ν' αποτελέσουν πολιτικό κείμενο ή κοινωνιολογική μελέτη ή επιστημονικό άρθρο. Ενδεχομένως περιλαμβάνουν και λάθη. Η ουσία όμως κι αυτό που εντέλει που με βασανίζει είναι η "γλώσσα" με την οποία σκέφτομαι εγώ και η "γλώσσα" με την οποία σκέφτονται άλλοι. Και στην προσπάθειά μου να βρω τη συνισταμένη των γλωσσών και να κατανοήσω πώς σκέφτονται εκείνοι ώστε να σκέφτομαι πιο σωστά εγώ, χαμένη στη μετάφραση, σκορπίζω λέξεις, με σωστή γραμματική σειρά παραταγμένες αλλά πάντα να παραμένουν λέξεις. Που εναγωνίως αναζητούν συνεκτικό ιστό προκειμένου ν' αποκτήσουν και νόημα.

Η γειτονιά μας φλέγεται, το μουντιάλ τελείωσε κι εγώ δεν νιώθω πολύ καλά τελευταία.
Περιχαράκωσα με μια νοητή γραμμή στον χάρτη την ασφαλή πατρίδα μου. Το αίμα είχε πήξει πια κι έτσι δεν λέρωσα την πλαστικοποιημένη αποτύπωση σε επίπεδη μορφή του πλανήτη στον οποίο βρίσκομαι περαστική και για λίγο. Με την ελπίδα ν' αφήσω κι εγώ το σημάδι μου. Με την προσδοκία πως αυτό το σημάδι, το δικό μου υπαρξιακό αποτύπωμα, θα είναι θετικό.  Εδώ, σε αυτήν την πατρίδα μου, που δεν γίνεται πόλεμος κανονικός, αυτός με τα μπαμπ μπουμ που σκοτώνει τους ανθρώπους αλλά γίνεται πόλεμος-σιγανοπαπαδιά. Οικονομικός πόλεμος, κοινωνική συρρίκνωση και ηθική κατάπτωση. Και σιγά-σιγά... αργά αλλά σταθερά... και χράτσα-χρούτσα, χράτσα-χρούτσα καλά τα καταφέρνει το σύστημα με τη μείωση του πληθυσμού. Άνθρωποι αυτοκτονούν κι αυτοί που όχι, δεν γεννούν. Κάποιοι δεν μπορούν και κάποιοι δεν θέλουν αφού δεν μπορούν.

Λένε πως δεν μπορώ να μετρήσω τα μνημόνια. Πράγματι δεν μπορώ. Γιατί τα μνημόνια δεν είναι μόνο αυτά τα μεγάλα για τα οποία γίνεται ντόρος και για τα οποία λένε "ναι σε όλα" στο κοινοβούλιο. Τα μνημόνια είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις που καμουφλαρισμένες και παραχωμένες ανάμεσα και πίσω από ανώδυνες φράσεις, ως διατάξεις, υποτίθεται ότι ρυθμίζουν εντελώς δευτερεύοντα ή και τριτεύοντα ζητήματα. Αυτά λοιπόν τα μνημόνια/παραλλαγή είναι αμέτρητα θαρρώ. Και δεν μπορώ να τα μετρήσω και για έναν άλλον λόγο. Επειδή δεν υπάρχει πια εισόδημα για μένα που να μπορεί να θεωρηθεί ως έσοδο για την επιβίωσή μου. Το μόνο που δημιουργείται δια των εργασιακών μου προσπαθειών είναι φόροι. ΚΑΙ ΜΌΝΟ. Έτσι από ένα σημείο και μετά είτε 10 είναι τα μνημόνια είτε 100 για μένα δεν έχουν καμία επιπλέον βαρύτητα. Γιατί τί επιβάρυνση να δεχθεί το απόλυτο τίποτα;

Και ο κόσμος ψηφίζει τα ίδια και τα ίδια. Δηλαδή ο κόσμος αποφασίζει δια της ψήφου του τα ίδια και τα ίδια. Δεν ξέρω ποιά είναι τα "διαφορετικά". Δεν ξέρω αν υπάρχουν "διαφορετικά" ή αν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα μιας διαφορετικής πορείας.
Και ο κόσμος πληρώνει όλο και περισσότερα. Κι όσο περισσότερα πληρώνει τόσο περισσότερο αδρανοποιείται. Λες και μαζί με κάθε δολοφονικό μέτρο του δίνουν και μια αδιαφορία ως μπόνους σε συσκευασία δώρου.
Ή κάτι του ρίχνουν στον καφέ, σταγόνες ή μόρια ψυχοτρόπας ουσίας που επιφέρει εγκεφαλική, νοητική παράλυση. Ίσως να εξηγείται έτσι πολύ εύκολα η ταχύτατη εξάπλωση των διαφόρων καφεπωλείων τύπου "Μικέλ". Από την αρχή το είχα καταλάβει πως κάτι δεν πάει καλά με δαύτα. Μετά το όγδοο που είδα ν' ανοίγει έψαξα να βρω τον αυλητή αλλά δεν τον βρήκα. Μάλλον σε αυτήν την περίπτωση τα ποντίκια πήγαιναν μόνα τους για ...καφέ. Γι' αυτό σας λέω. Κάτι βάζουν στον καφέ. Εγώ όμως στα Μικελοπωλεία αυτά δεν πηγαίνω κι ο καφές που αγοράζω για το σπίτι είναι συσκευασμένος και συνήθως τον σιάχνω με τα χεράκια μου. Γι' αυτό κι είμαι μονίμως στη τσίτα και στενοχωρημένη κι έξαλλη με όσα συμβαίνουν. Δε λένε πως ο καφές πειράζει στα νεύρα; Ναι, ο καθαρός καφές όχι ο μούφα. (Αλλά πάλι μπορεί να φταίει και το νερό).

Και μετά σκέψεις γεμίζουν το κεφάλι μου. Σκέψεις που αποκτούν υπόσταση και νόημα χάρη σε αυτήν τη γλώσσα που είπαμε αρχικά πως έχω μέσα σε αυτό και που τις περιμένει να τις φιλοξενήσει ή εγκλωβίσει στα ελάχιστα τετραγωνικά εκατοστά του κρανίου όπου φιλοξενείται και ο εγκέφαλός μου.
Γιατί νιώθω πως δεν αγαπούμε αυτή τη χώρα;  Ξεπουλιέται, παραδίδεται, καταστρέφεται κι εμείς τι; Περίπου ό,τι κι οι πολίτες του κράτους του Ισραήλ με τους βομβαρδισμούς στη Γάζα. Το καρεκλάκι μας λοιπόν και στον ψηφιακό μας λόφο. Παρακολουθούμε. Απλά. Ούτε καν με ενδιαφέρον. Λες και δεν μας αφορά. Λες και δεν μας αφορά καθόλου το γεγονός πως δεν έχουμε το δικαίωμα να μη μας αφορά. Πως δεν έχουμε το δικαίωμα να το δεχόμαστε όλο αυτό το αλισιβερίσι. Κι αφού δεν νοιάζει εμάς γιατί να νοιάζει αυτούς;
Και τελικά γιατί γίνονται όλα αυτά; Ή μάλλον γιατί δεν γίνονται αυτά που θα 'πρεπε; Δεν ξέρω πια. Ίσως επειδή δεν αγαπούμε τη χώρα αφού δεν αγαπούμε τον εαυτό μας. Αλλά πάλι δεν ξέρω.
Πόλεμος, αίμα, καταστροφή, μισαλλοδοξία, οικονομική καταστροφή, κατάργηση δικαιωμάτων, κράτους δικαίου. Η υγεία επαφίεται στον εθελοντισμό των περισσοτέρων γιατρών και νοσηλευτών αλλά κάποιες φορές η ζωή η ίδια επαφίεται στο απλωμένο χέρι κάποιων λίγων. Που ωστόσο είναι αρκετοί για να βοηθήσουν και αυτοί στη μείωση του πληθυσμού με άλλα μέσα. Όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει. Όποιος δεν πληρώνει πεθαίνει και αυτός. Παράνοια. Φασισμός. Ισοπέδωση των πάντων.

Κάποιοι θα μου πείτε πως μια χαρά την ξέρω τη γλώσσα αφού σε αυτήν γράφω.
Αλλά εγώ θα σας πω: Λάθος.
Λέξεις παραθέτω, από ένστικτο, μνήμη, εμπειρία και στη σωστή σειρά για να βγαίνει κάποιο νόημα. Το αν αυτές τις λέξεις θα καταφέρετε εσείς που τις διαβάζετε να τις μεταφράσετε στη γλώσσα που έχετε στο δικό σας κεφάλι ή/και στη καρδιά σας δεν το γνωρίζω. Απλώς το εύχομαι.

* Μία από τις λίγες περιπτώσεις όπου η Αγγλική γλώσσα μας βοηθά να κάνουμε τον διαχωρισμό: Tongues and languages.