Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

"Παιδίον" μάχης

Όχι πως δεν μ' αγαπούσανε οι δικοί μου. Όχι πως δεν με είχανε κοκό κι αυγό όταν ήμουνα μικρούλα. Όχι πως δεν φρόντιζαν να μη μου λείψει τίποτα. Όχι... όχι, φωτιά να πέσει να με κάψει. Μεγαλώνοντας όμως σιγά σιγά άρχισε να μου δημιουργείται η εντύπωση πως όλα αυτά τα έκαναν επειδή φρόντιζαν περισσότερο τον εαυτό τους. Και να περνάνε καλά. Μαζί μου. Αλλιώς δεν εξηγείται που σφάζονταν "στην ποδιά μου" για το ποιός θα αλιεύσει πρώτος κάθε μαργαριτάρι που έβγαινε από το παιδικό μου στόμα ή ποιός θ' απαθανατίσει στιγμιότυπα από τις γραφικές συμπεριφορές μου ή ποιός θα καταγράψει τα τερατώδη μυθεύματα, προϊόντα της τερατώδους φαντασίας μου. Σκοτωμός γινόταν πάνω στην παιδική πλην αφελή ψυχή που φιλοξενούνταν στο μικροσκοπικό σαρκίο μου.

Έχω μια αδελφή. Να την έχω και να την χαίρομαι θα μου πείτε. Κι αυτή εμένα, θα μου πείτε ξανά. Γεννήθηκα 9 και μισό χρόνια μετά από εκείνη. Κι όταν έγινε περί τα 16, αντί να παίζει με άλλα πράγματα έπαιζε μαζί μου. Και δεν ήταν η μόνη. Ήμουνα το παιχνίδι όλης της οικογένειας. Στερνοπούλι βλέπετε. Έτσι μ' έλεγαν. Τότε δεν ήξερα τί θα πει αυτό, καταλάβαινα όμως ότι δεν πρόκειται για κάτι ...καλό. Γιατί ναι μεν ένοιωθα την απέραντη αγάπη που μου είχαν, δεν έπαυαν όμως να είναι άκρως εκνευριστικό ν' ασχολούνται συνεχώς με τα "καμώματά" μου που και πάλι καλά καλά δεν είχα συναίσθηση ότι επρόκειτο περί "καμωμάτων". Τα θυμάμαι ακόμη όλα όσα μου έκαναν. Δεν τα ξεχνούσα καθώς μεγάλωνα και πολλές φορές έλεγα "η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο" ή "πίσω έχει η αχλάδα την ουρά" (παροιμίες που τις είχα φρεσκομάθει και μου άρεσε πολύ να τις αμολάω από καιρού εις καιρόν). Περίμενα δηλαδή υπομονετικά την ευκαιρία να πάρω το αίμα μου πίσω. Από την άλλη μεριά όμως με έπιαναν τα γέλια καθώς τα θυμόμουν (και καθώς τα θυμάμαι κι ακόμη δηλαδή) κι ήταν σα να είχαν συμβεί σε άλλο παιδάκι όλα αυτά κι εγώ απλώς διασκέδαζα με τα παθήματά του. Άρα δεν είχα δικαίωμα να θυμώνω. Τώρα πια βέβαια έχουν περάσει χρόνια, ο μπαμπάς δεν ζει, το ίδιο και η μαμά. Η αδελφή όμως ζει και βασιλεύει και στο τσακ είμαι, κάθε φορά που με ρωτάει κάτι, να της δώσω την πιο κουφή απάντηση που μου 'ρχεται στο νου. Αλλά δεν το κάνω. Γιατί πάνω απ' όλα ολάκερη η οικογένειά μου άλλο στόχο δεν είχε παρά να με κάνει έναν ανώτερο κι αξιοπρεπή άνθρωπο.

Όταν η αδελφή έφτασε σε ηλικία βόλτας με την μικρή της αδελφή, πολλές φορές χρησιμοποιούσαμε το λεωφορείο για να πάμε κάπου. Τότε οι άνθρωποι μιλούσαν - αλλά κυρίως έγραφαν - μια γλώσσα λίγο διαφορετική από αυτή που μιλάμε σήμερα και που τη λέγαν "καθαρεύουσα". Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί την έλεγαν έτσι ούτε κι ενδιαφέρθηκα ιδιαιτέρως να μάθω αργότερα.
Εγώ παιδάκι περίεργο και φιλόμαθες είχα απορίες. Όπως κάθε παιδάκι που σέβεται τον εαυτό του είχα μια έμφυτη τάση στις αδιάκριτες ερωτήσεις. Γιατί τούτο και γιατί το άλλο. Τι θα πει εκείνο και τί σημαίνει το παράλλο. Άλλες φορές έπαιρνα απάντηση, άλλες όχι. Άλλες φορές έπαιρνα κανονική απάντηση άλλες πάλι όχι. Πολλές φορές όμως την απάντηση την έδινα μόνη μου και φυσικά η απάντηση αυτή ήταν "ό,τι να 'ναι". Όπως κάθε απάντηση που θα έγινε κάθε παιδάκι αφεαυτού του δηλαδή.
Σε ένα λοιπόν από αυτά τα λεωφορεία "της βόλτας με την μικρή αδελφή" ήταν η πρώτη μου φορά. Πριν βιαστείτε να τρομάξετε και να βγάλετε άδικα συμπεράσματα για την οικογένειά μου, να σας πω ότι αυτή η πρώτη φορά αφορούσε τη συνήθεια, που με ακολούθησε έκτοτε για αρκετά χρόνια, να διαβάζω δυνατά οτιδήποτε διαβαζότανε. Βλέπετε είχα μόλις μάθει να διαβάζω.
"ΚΡΑΤΕΙΣΘΕ ΑΠΟ ΤΑΣ ΧΕΙΡΟΛΑΒΑΣ" έλεγε μια ταμπελίτσα που κρεμόταν από την οροφή του λεωφορείου. Και φυσικά εγώ, δυνατά, ΔΥΝΑΤΑ επαναλαμβάνω, διάβασα αυτό που έγραφε η ταμπέλα λες κι αν το διάβαζα ΔΥΝΑΤΑ θα καταλάβαινα τί σημαίνουν αυτές οι λέξεις. Από αυτή τη φράση το μόνο που καταλάβαινα ήταν η λέξη "ΑΠΟ". Ούτε το "ΚΡΑΤΕΙΣΘΕ", ούτε το "ΤΑΣ", ούτε βεβαίως το "ΧΕΙΡΟΛΑΒΑΣ". Δεν υπήρχε περίπτωση αυτό το "ΤΑΣ" να το μπερδέψω με το λακωνικό "Ή ΤΆΝ Ή ΕΠΊ ΤΆΣ" για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχαμε φθάσει ακόμη σε αυτό το ...μάθημα.

ΟΜΩΣ...
Επειδή η φρασούλα ήταν γραμμένη στα κεφαλαία δεν μπορούσα να ξέρω πού τονίζονται οι λέξεις κι έτσι αυτοσχεδίασα. Συμπτωματικά το "ΚΡΑΤΕΊΣΘΑΙ" το τόνισα σωστά, το ίδιο και το "ΑΠΌ". Το "ΤΑΣ" ως μονοσύλλαβο δεν μου άφηνε περιθώρια επιλογής τονισμού. Αλλά το "ΧΕΙΡΟΛΑΒΑΣ"; Ποια δύναμη μ' έσπρωξε να τονίσω αυτή τη λέξη στο "ΛΆ"; Ίσως γιατί θεώρησα πως πήγαινε πολύ να τονίζονται τρεις συνεχόμενες λέξεις στην τελευταία συλλαβή. Ίσως επειδή μου θύμιζε η λέξη τον χαλβά και θέλησα να καταστήσω σαφές πως δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω... δεν θυμάμαι καθόλου. Κι έτσι, loud and clear που λέμε σήμερα στην καθομιλουμένη, το διάβασα "Κρατείσθαι από τας χειροΛΆβας".
Η αδελφή μου έβαλε τα γέλια, το ίδιο και κάποιοι επιβάτες αλλά κανείς - ΚΑΝΕΙΣ γαμώ το έστω και μη πρωθυπουργικό κεφάλι μου - δεν με διόρθωσε. Βεβαίως ρώτησα τί σημαίνει και η απάντηση που πήρα ήταν πως "πρέπει να κρατιόμαστε από τούτο δω". Το "τούτο δω" μου το έδειξε η αδελφή κουνώντας το, αφού από εκείνο το "τούτο δω" κρατιότανε με το ένα της χέρι. Με το άλλο της κρατούσε το δικό μου ένα χέρι γιατί με το άλλο μου κρατιόμουνα στην πλάτη ενός καθίσματος. Μου άρεσε αυτή η φράση κι έτσι την αποστήθισα. Κι όταν επιστρέψαμε σπίτι την έλεγα ξανά και ξανά. Κι έτσι μια νέα λέξη προστέθηκε στο λεξιλόγιο της οικογένειάς μου "οι χειροΛΆβες". Γιατί έτσι τις έλεγε από τότε και μετά η οικογένειά μου κι εγώ κόντεψα να τελειώσω το σχολείο για να μάθω ότι λέγονταν "χειρολαβές" κι όχι "χειρολάβες"... συνοδευόμενες πάντοτε από χαριτωμένα χαμόγελα γεμάτα υπονοούμενα για το τρισχαριτωμένο του πράγματος.

Αυτό θα μπορούσα να τους το συγχωρήσω, αν ήταν το μόνο.
Πάλι σε λεωφορείο, υπεραστικό αυτή τη φορά, με τη μαμά αυτή τη φορά πηγαίναμε στην Πάτρα. Στη μισητή μου τότε Πάτρα που παρότι είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου, ο τόπος καταγωγής μου δηλαδή, εγώ την είχα ταυτίσει με τις τρικλοποδιές που μου έβαζε ο ξάδελφός μου και με τις σοκολάτες που έτρωγα κατά δεκάδες στο κεφάλι κατά τη διάρκεια του καρνάβαλου. Μέσα στο υπεραστικό λεωφορείο λοιπόν, πηγαίνοντας στην Πάτρα, ήταν η δεύτερή μου φορά. Περνούσαμε διάφορα μέρη, η μαμά μου έλεγε εδώ είναι η Κόρινθος, εδώ το Ξυλόκαστρο (πολύ μου άρεσε η λέξη "Ξυλόκαστρο"), εδώ το Κιάτο (που παρολαυτά με βόλευε να το λέω ΚΊατο,) κ.λπ. κ.λπ. Εννοείται πως ρωτούσα γιατί την Κόρινθο την λένε έτσι, γιατί το Ξυλόκαστρο και γιατί το Κιάτο. Μάλιστα την Κόρινθο δυσκολευόμουνα να την πω σωστά και την έλεγα Κόρνιθο. Η μαμά γελούσε - και ο μπαμπάς όταν αργότερα του το διηγιότανε - ωστόσο ευτυχώς ήξερα πώς ήταν η σωστή ονομασία γιατί της είχε ξεφύγει της μαμάς όταν μου έδειχνε τ' αξιοθέατα. Όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο - ω ναι - κάποτε το Κιάτο ήταν αξιοθέατο. Αλλά μπορεί και να το νομίζω αυτό. Δεν είμαι και σίγουρη. Αν όμως είχα προλάβει εγώ να διαβάσω ΔΥΝΑΤΑ την ταμπέλα ως ΚΟΡΝΙΘΟ νομίζω πως η μαμά ποτέ δεν θα με διόρθωνε και θα μάθαινα την σωστή ονομασία πολύ αργότερα.

Ωστόσο υπήρχε ένα ...μέρος που το συναντούσαμε πολύ συχνά στη διαδρομή με το ίδιο ακριβώς όνομα. Το μέρος αυτό λεγόταν "ΣΥΧΝΑΙ". Εννοείται πώς ρώτησα: Γιατί μαμά οι "ΣΎΧΝΑΙ" είναι πολλές; Από ένστικτο και μόνο κατάλαβα πως πρόκειται για όνομα γένους θηλυκού στον πληθυντικό αριθμό. Κι εννοείται πως το τόνισα και αυτό "κατά το δοκούν": "ΣΎΧΝΑΙ". Παραλίγο να φτάσω στο πανεπιστήμιο για να μάθω ότι επρόκειτο για τη λέξη "ΣΥΧΝΑΊ" η οποία ενώ σωστά είχα καταλάβει το γένος της και τον αριθμό της όμως τονιζόταν στη λήγουσα κι όχι αλλού. Εκείνο δε που υπονοούνταν αλλά δεν κατονομαζόταν σε αυτήν την επιγραφή ευθέως ήταν οι λέξεις "ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΠΕΖΩΝ": Δηλαδή "Συχναί διαβάσεις πεζών". Αλλά για κάποιον λόγο που μέχρι και σήμερα αγνοώ αυτές οι δύο λέξεις έπρεπε να παραμένουν επτασφράγιστο μυστικό χωμένες και προφυλαγμένες μέσα σε μία και μόνη λέξη: τη λέξη "ΣΥΧΝΑΙ". Κι όταν βεβαίως η μαμά διευκρίνισε πως η λέξη αυτή δεν ήταν κάποια ονομασία τοποθεσίας έκρινε σκόπιμο να μου εξηγήσει πως σημαίνει "διαβάσεις" άρα ο οδηγός πρέπει να οδηγεί πιο προσεκτικά. Δεν θεώρησε όμως απαραίτητο ναμου εξηγήσει και όσα υπονοούνταν. Και παραλίγο να τελειώσω και το πανεπιστήμιο για να μάθω ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ.

Ακόμα και αυτό θα μπορούσα να το συγχωρήσω αν δεν υπήρχε και τρίτο κρούσμα. Και θανατηφόρο. Ως προς την παιδική μου ψυχή εννοώ.
Ενώ για τις hot απορίες ρωτούσα τον μπαμπά ή την αδελφή, για κάποιον λόγο, που οι επιστήμονες ακόμη τον ψάχνουν, ρώτησα τη μαμά τί θα πει "λεωφορείο". Δηλαδή για ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ το έλεγαν έτσι. Εννοούσα πως ήθελα να μάθω την ετυμολογία της λέξης αλλά τότε δεν γνώριζα την "ετυμολογία" ούτε ως λέξη, ούτε ως έννοια. Βλέπετε είχα και τέτοιου είδους απορίες. Δεν ξέρω αν αυτό σας λέει τίποτα για τον παλιοχαρακτήρα μου εμένα πάντως μου λέει πολλά.
- Γιατί το λεωφορείο λέγεται λεωφορείο μαμά;
Κι αντί η μαμά να πει "ρώτα τον μπαμπά" ή "θα σου πω άλλη φορά", προκειμένου να μην εκτεθεί στα μάτια μου ότι δεν ξέρει, απάντησε:
- Λεωφορείο λέγεται γιατί πηγαίνει πάνω στη λεωφόρο!!! 
Σιγά το δύσκολο, αυτό το καταλάβαινα και μόνη μου. Βλέπετε είδα δει και είχα ακούσει να λένε για τη λεωφόρο Αμαλίας, τη λεωφόρο Βασ. Σοφίας, τη λεωφόρο ΣΠΑΤΏΝ και άλλες τέτοιες. Δεν ξέρω αν προσέξατε: ΣΠΑΤΏΝ και όχι ΣΠΆΤΩΝ. Βέβαια, αυτό, ακόμη και σήμερα, πολλοί άνθρωποι το λένε έτσι. Κι όχι μόνο αυτό αλλά και προχθές άκουσα να λένε σ' ένα ρεπορτάζ σε κάποιο κανάλι "οι εξερευνητές των Λευκών Όρεων της Κρήτης". Τουλάχιστον εγώ τότε ήμουνα 6 χρονών παιδάκι ενώ αυτοί που λένε αυτές τις μπαρούφες είναι πολύ πολύ πολύ μεγαλύτεροι... ένα Πανεπιστήμιο, ένα ΤΕΙ, ένα Λύκειο, ένα Γυμνάσιο ένα Δημοτικό βρε αδελφέ το 'χουν τελειώσει.

Στο θέμα μας...
- Ναι μαμά μου, αλλά γιατί τη λεωφόρο τη λένε λεωφόρο;
Η απάντηση;
- Γιατί τα παλιά τα χρόνια σε αυτούς τους δρόμους, επειδή ήταν φαρδιοί, έτρεχαν λέοντες, λιοντάρια δηλαδή, κι έτσι τους έμεινε, οπότε το αυτοκίνητο που κινείται στο δρόμο που παλιά έτρεχαν λέοντες, λιοντάρια δηλαδή, λέγεται λεωφορείο!!!!!
- Πόσο παλιά χρόνια δηλαδή;
- Ξέρω γω; Καμιά δεκαριά χιλιάδες χρόνια;

Εγώ βεβαίως, απτόητη συνέχισα τις ερωτήσεις επειδή ήθελα να μάθω τη διαδρομή της ονοματοδοσίας της λεωφόρου σε ...λεωφόρο στα βάθη του χρόνου.
- Και πολύ πιο παλιά μαμά; Πριν από έναν αιώνα ας πούμε... πώς λεγόταν;

Και ξαφνικά η μαμά συνειδητοποίησε τρία πράγματα:
1ον: ότι έπρεπε και η ίδια να μάθει τα περί "λαοφόρου-λεωφόρου,
2ον: ότι το παιδί της έπρεπε κατεπειγόντως να μάθει τις υποδιαιρέσεις του χρόνου και
3ον: πως πρέπει να σταματήσουν πια αυτοί οι εξυπνακισμοί σε βάρος μου.

Νομίζω πως αν δεν είχα κάνει εκείνη την κρίσιμη ερώτηση θεωρώντας τον αιώνα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τα δέκα χιλιάδες χρόνια, ίσως μέχρι σήμερα να πίστευα τη θεωρία της μαμάς για τους λέοντες, δηλαδή λιοντάρια, στους δρόμους της Αθήνας.
Όσο για "τας χειρολάβας" και τις "Σύχνες"; Αυτά τα έμαθα μόνη μου στην πορεία.
Κι όσο καλή ήμουνα στο να μαθαίνω μόνη μου διάφορα πράγματα στην πορεία, άλλο τόσο έμαθε η οικογένειά μου πως ήμουνα καλή στο να μαθαίνω "μπινελίκια" και να τα λέω όταν, όποτε και όπου χρειάζεται. Απέξω κι ανακατωτά.
Αυτά.










Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Η χαμένη Ατλαντίδα των ονείρων

"No turning back*"
"Συνηθίζουμε κι αυτό μας κάνει ακίνδυνους", μου είπε κάποιος σύγχρονος.
Να συνηθίζεις να μην συνηθίζεις τίποτα, προτρέπω εγώ τον εαυτό μου.
"Έξις δευτέρα φύσις", διαπίστωνε ο Αριστοτέλης.
Έξις και ξερός, δηλώνω σήμερα εγώ.
Και ξυπνώντας ο ποιητής μέσα μου γράφει όπως σκέφτεται και σκέφτεται όπως γράφει.
Αλλά ξυπνώντας οι πραγματικοί ποιητές μέσα μου συναγωνίζονται ποιός θα μου βουλώσει καλύτερα το στόμα, ποιός θα σταματήσει πρώτος την ασέλγεια σε βάρος των λέξεων και των εννοιών.
Κανείς...
Σταμάτα να μιλάς, λέει μια φωνή
Αλλά αρχίζω να μιλώ κι έτσι η φωνή σιωπά.

Στην άκρη της θάλασσας
απλώσαμε την πετσέτα των ονείρων μας
με την "καλή" ακουμπώντας στα βότσαλα
ν' ακούει τις ιστορίες τους
και την ανάποδη να στεγνώνει
την υγρή μετουσίωση της απελπισίας μας...
Κι η υγρή αγκαλιά της μάνας
κράτησε το μικρό της πέλαγο σφιχτά
με συμβουλές και νουθεσίες,
να μην πάρει τα χούγια της,
σιμά στο αυτί του.
Αυτό ξέφυγε και λεύτερο νόμιζε
άπλωσε το ίδιο τα μόριά του
κάλυψε με αυτά την απόσταση των ανθρώπων
να μη βλέπουν, να μην ξέρουν, να σιωπούν,
να ξεχνούν
πως ο θεός της φιλοξενίας των νεκρών
μας κλείνει πονηρά το μάτι:
"Εδώ είμαι εγώ, ο Ξένιος Φονεύς"
Κι ήρθα για να μείνω.

Και πνίγουν στο νερό οι άνθρωποι την ανεπάρκειά τους
Και κρύβουν στη ρευστότητά του την άγνοια
Από πού ήρθαμε, γιατί και πού πάμε.
Κι αυτό, πηχτό στην επιφάνεια, καθρεφτίζει δημίους
Κι ο πλαστός βυθός εμποδίζει
Τα μάτια να δουν
Το μυαλό να καταλάβει
Την καρδιά να νιώσει
Την ύπαρξη ν' αποφασίσει
ποιό μονοπάτι θα περάσει,
ποιά πόρτα θ' ανοίξει
ποιούς κωδικούς θα βάλει
στην είσοδο της γνώσης του καλού και του κακού.

Άνθρωποι από κάτω
ματωμένο και μακάβριο χαλί
νεκρούς δεν τους λες
κι η ιστορία να επαναλαμβάνεται:
Nεκροί να κατοικούν τη στεριά του ευρωπαϊκού ιδεώδους
Νεκροί να καίνε ζωντανούς και ζωντανοί να πνίγουν νεκρούς.
Αλλά η γη δεν θα μας κάνει τη χάρη.
Θα συνεχίζει την προδιαγεγραμμένη πορεία της
λίγο μετά τη μεγάλη έκρηξη στο λίγο μετά,
στη μεγάλη σύνθλιψη.

Μετανάστευση λοιπόν.

Η ιστορία του ανθρώπου απ' όταν σηκώθηκε όρθιος στα δυό του πόδια και μην ξέροντας τί να κάνει τα άκρα που περίσσευαν ανέπτυξε δεξιότητες και με αυτές ακόνισε το μυαλό του και ανέπτυξε σκέψεις. Υποτίθεται. Και μετά το 'ριξε στα ταξίδια αναζητώντας μια "καλύτερη τύχη". Και γέμισε τον πλανήτη με την παρουσία του σε όλες τις γνωστές της παραλλαγές και με όλες τις γνωστές μας (αλλά και άγνωστες προς το παρόν) συνέπειες. Αυτό δεν υποτίθεται. Το έκανε πράγματι.
Άρα...
...τί άλλο είναι η ιστορία του ανθρώπινου είδους από μια ιστορία διαρκούς μετανάστευσης;


Ναι, ναι το ξέρω. Το ανθρώπινο είδος τώρα πια υποτίθεται πως ζει σε οργανωμένες κοινότητες κι όχι σε αγέλες. 
Υποτίθεται πως ανέπτυξε τις σύγχρονες κοινωνίες όπου μέσα σε αυτές διάγει τον βίο του και διαμορφώνει τα συστήματα αξιών του αναπτύσσοντας ταυτόχρονα την ικανότητα να αποτυπώνει, ως δημιουργήματα της φαντασίας του, τις σκέψεις του, τις ανησυχίες του, τις ελπίδες του, τις αγωνίες του, τα όνειρά του. 
Να δημιουργεί δηλαδή "έργα τέχνης" ή/και να μετατρέπει τον λόγο και τη γλώσσα σε κώδικες έκφρασης της ψυχής του. 
Άρα να δημιουργεί πολιτισμό και με αυτόν εφόδιο και "όπλο" υποτίθεται πως απολαμβάνει το κορυφαίο δημιούργημά του, το κοινωνικό κράτος δικαίου και δεν άγεται μόνο από τα ορμέμφυτά του. Να δημιουργεί πολιτισμό για να ωφεληθεί ο ίδιος αλλά και ως κληροδότημα στους απογόνους του οι οποίοι με τη σειρά τους, αφού επηρεαστούν από αυτόν, είτε θετικά είτε αρνητικά, να δημιουργήσουν τον δικό τους. Να δημιουργεί πολιτισμό για να ανταλλάξει στοιχεία του με άλλους πολιτισμούς που δημιούργησαν άλλοι άνθρωποι σε άλλες κοινότητες/κοινωνίες/κράτη δικαίου.
Υποτίθεται ακόμα πως επέλεξε να αυτοπεριοριστεί δημιουργώντας ο ίδιος τους κανόνες με τους οποίους θα το επιτύχει αλλά όμως δημιούργησε και σύνορα.
Ναι, ναι το ξέρω. Τα σύνορα τα έφτιαξε για την προστασία του. Όμως αυτά τα σύνορα είναι επίσης "κανόνες". Που λένε πως μέχρι εδώ εγώ και μέχρι εκεί εσύ. 
Όταν όμως ο ίδιος που φτιάχνει αυτούς τους κανόνες/σύνορα τα καταστρατηγεί ασύστολα αν πρόκειται για κανόνες/σύνορα που έφτιαξαν άλλοι, τί γίνεται;
Πόλεμος γίνεται. Είτε κανονικός πόλεμος, αυτός με τα μπαμ μπουμ που σκοτώνει τους ανθρώπους, είτε οικονομικός πόλεμος, αυτός που τους φτωχαίνει, είτε καθόλου πόλεμος αλλά η ακόμη χειρότερη κι εντελώς "ειρηνική" εκμετάλλευση οτιδήποτε έχει αξία μέσα στα σύνορα/κανόνες των άλλων χωρίς καν να τα παραβιάσει. Αυτό το τελευταίο λέγεται "διακρατικές συμφωνίες". Που μέσα στο φτωχό μου μυαλό μοιάζουν με επικίνδυνα ακροβατικά που επιβάλλονται σε ακροβάτες οι οποίοι εκτελούν τα νούμερα χωρίς τη θέλησή τους και κυρίως χωρίς δίχτυ ασφαλείας. 
Και τί γίνεται όταν αυτοί οι ακροβάτες/μέλη αυτών των άλλων κοινωνιών/κρατών αποστραγγίζονται από πόρους επιβίωσης, οι όροι της διαβίωσής τους γίνονται αβάστακτοι και η ζωή τους εξαθλιώνεται; Αν δεν μπορούν ν' αντιδράσουν ή δεν ξέρουν πώς, φεύγουν. Αυτό κάνουν. 
Ή τουλάχιστον αυτό προσπαθούν.
Γιατί κάποιοι θα "φτάσουν" αλλά θα βρεθούν σε χειρότερη κόλαση απ' αυτήν την οποία εγκατέλειψαν είτε δεν θα "φτάσουν" ποτέ γιατί θα πνιγούν αφού το καράβι της ελπίδας θα αποδειχθεί σάπιο κι ο υποτιθέμενος "χορηγός μιας άλλης ζωής με το αζημίωτο" θα τους εγκαταλείψει στη μοίρα τους έχοντας φυσικά τσεπώσει το παραδάκι που αναλογεί σε κάθε κεφάλι. Ελάχιστοι είναι οι τυχεροί για τους οποίους θα ξημερώσει μια άλλη μέρα σε μια άλλη πατρίδα για να κάνουν άλλα όνειρα.
Ο κόσμος μας, μέσα στον οποίο "πιάνουμε" μια απειροελάχιστη κουκίδα, κάποτε στο μακρινό μέλλον θα καταστραφεί ή θα αλλάξει αν προτιμάτε. Σε "λίγο" θ' αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για τη μεγάλη σύνθλιψη όπου κατόπιν κάτι άλλο θα δημιουργηθεί (προς το παρόν αγνοώ τον τρόπο αλλά τον ψάχνω) στη θέση του.
Μέχρι τότε, εμείς οι άνθρωποι, σε αυτήν την απειροελάχιστη συμπαντική κουκίδα που τη λέμε πλανήτη γη, θα εξακολουθήσουμε να γεννιόμαστε και να πεθαίνουμε, ν' αγαπάμε και να μισούμε όπως επίσης θα εξακολουθήσουμε να δημιουργούμε αλλά και να καταστρέφουμε. Εκείνο όμως που μάλλον δεν θα συνειδητοποιήσουμε ποτέ είναι η ομορφιά που μας παραχωρήθηκε να την κάνουμε (προσωρινά) σπίτι μας, σαν ιδιότυποι ενοικιαστές με ενοικιοστάσιο περιορισμένου και περίπου προκαθορισμένου χρόνου. Όπως δεν θα κατανοήσουμε μάλλον ποτέ ότι τίποτε δεν μας ανήκει και πως ακόμη και η ίδια η γη μας είναι απλώς φιλοξενούμενη κι αυτή στο αχανές σπίτι που το ξέρουμε ως σύμπαν.
Ακόμη μέχρι τότε, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να ψάχνουν την αιτία της ύπαρξής τους και τον σκοπό της, θα συνεχίσουν να ελπίζουν και να κάνουν όνειρα και σχέδια για να γελάει ο θεός τον οποίον οι ίδιοι επίσης εκ παραδρομής δημιούργησαν.
Κυρίως όμως θα συνεχίσουν να ψάχνουν τη χαμένη Ατλαντίδα που δεν θα έχουν όμως καμία ελπίδα να τη βρουν έτσι θαμμένη κάτω από σωρούς νεκρών δυστυχισμένων ανθρώπων.


*Σχετικά με τη φωτό: Από τη συλλογή υποθαλάσσιας τέχνης του Βρετανού γλύπτη Jason deCaires Taylor ο οποίος την παρουσίασε στο Museo Subacuatico de Arte, το υποβρύχιο μουσείο που ίδρυσε το 2009 στα ανοικτά της ακτής του Κανκούν στο Μεξικό. Ένα από τα γλυπτά, το οποίο φέρει το όνομα No Turning Back, απεικονίζει μία γυναίκα που έχει σκύψει κι έχει χυθεί πάνω της τσιμέντο και παραπέμπει στην απώλεια των κοραλλιογενών υφάλων της Καραϊβικής.



Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Ο κόσμος που αγαπώ

Edvard Munch: The Dance of Life, Nasjonalgalleriet, Oslo


Ο κόσμος που αγάπησα 
Οριοθέτησα τις επιθυμίες μου
σε διαστάσεις υπερκόσμιες
για να χωρά η ζωή μου.
Ανακάλυψα τις διαστάσεις του φωτός
που γέμιζε τον υπερσυμπάντιο χώρο
για να φωτίζεται ο κόσμος μου.
Παρέμεινα πιστή στις υποσχέσεις μου
προς εμένα.
Περιόρισα τις αυταπάτες μου
σε διαφημιστικό κουτί από σπίρτα
επαρχιακού ταχυφαγείου
Πίστεψα στις δυνάμεις μου
ότι αυτές είναι
η βασιλεία των ουρανών
που νόμιζα σύμπαν μου.
Μπήκα
φορώντας τα διορατικά γυαλιά
των θολών προσδοκιών μου
ότι σ’ αυτό που δημιούργησα
κατοικούν μικροί θεοί των μεγάλων ανθρώπων
μεγάλοι θεοί των μικρών πραγμάτων
της ευτυχίας μου.
Κι όμως
Όσο κι αν έψαξα μέσα του
Ανακάλυψα το άδειο
κιβώτιο του θησαυρού
Που είχαν βρει προηγουμένως άλλοι
κι είχαν κάνει κρυψώνα τους.
Περπάτησα πάνω σε κύματα
που υψώνονταν θεόρατα
Κάθε φορά που τα διάβαινε η αύρα των ανθρώπων
Αναζητώντας την περιπέτεια των ψυχών τους.
Μα όσο κι αν κοίταξα μέσα του
Είδα μόνο το κενό μιας παρουσίας
Που αυτόφωτη αυτή το μετέτρεπε
σε ετερόφωτο άυλο σώμα.
Όσο κι αν φώναξα
Ξεχώρισα τη σιωπή
Που μου επέστρεψε
Ως ηχώ
τις βασανιστικές σκέψεις
για το ανέλπιστο δώρο
Μιας απέλπιδας ωστόσο προσπάθειας
Που δεν ευδοκίμησε
Να δώσει καρπόν κοιλίας
Με γέννα επώδυνη έστω
Χάριν του διαφορετικού
Του όμορφου, απλού και συγκλονιστικού
εξωκόσμιου συμβάντος.

Αλλάζουμε; 
Όσο υπάρχουμε ως άνθρωποι
χανόμαστε στην άρνηση
του τί ακριβώς είμαστε
ως θνητοί.
Όσο αρνούμαστε την θνητότητά μας
ακροβατούμε ανάμεσα στον εγωισμό
και στο θυμό
στο ψέμα
στο εγώ
έρμαια στη διαδρομή
από το ουδέποτε τεθέν ερώτημα
στο αναπάντητο κάλεσμα της ζωής.
Παραπαίουσες φιγούρες
στα τέσσερα γράμματα μιας λέξης
χωρίς βήματα
χωρίς νοήματα
χωρίς σκοπό
από τη μη ζητηθείσα απάντηση
στο τεθέν ωστόσο ερώτημα
για ποιόν λόγο βρεθήκαμε
και υπάρχουμε.
Με τέσσερα βήματα φτάσαμε από την αρχή στο τέλος
Σε τέσσερα γράμματα χαρτογραφηθήκαμε.
«Άκρη» λέγεται το ασήμαντο ταξίδι μας
που δεν φροντίσαμε να το γεμίσουμε
με τα υπόλοιπα 20 γράμματα του κώδικα
που ως παράλογο αρκτικόλεξο
τον λέμε «γλώσσα».
Συμπυκνωμένες υπάρξεις
σε αγαθά
που καταναλώνουν αυτά εμάς
ενώ εμείς με καλά κρυμμένες απορίες
ουδέποτε διατυπωμένες από φόβο
Ξέρουμε τί
αλλά δεν μας ενδιαφέρει πώς.

Προσπάθεια 
Κλείνω τα μάτια
να αγναντέψω
το αλλόκοτο
που προσπαθώ ν’ αφήσω πίσω μου.
Κλείνω το στόμα
ν’ αφουγκραστώ
τη σιωπή
που όχημα πριν από την απόσυρση
με οδηγεί
σε άλλα αδιέξοδα
πιο διαχειρίσιμα.
Περιορίστηκα
στο ορατό
στο εύπεπτο
που λίγο πριν το τέλος
μου έδωσαν τη γενναία απάντηση
πως όλα είναι εδώ.
Δεν μου έφτασαν
Δεν μου πρόσφεραν
την περιδίνηση
που μέσα στη ζάλη
θα βίωνα το συγκλονιστικό
όταν το βάζο ερμητικά κλειστό
φώναζε πως το «κέρασμα»
έχει τελειώσει.
Και προσπαθώ
να ξεχάσω
να αρνηθώ
να ορίσω
τον εαυτό μου ξανά
να σταθώ πλάι μου
να ξεκινήσω
όταν η ζωή με γυρισμένη την πλάτη
στήνει εμένα με την πλάτη στον τοίχο
φωνάζοντας πως τα υλικά σάπισαν.
Δεν μ’ αφήνει.
Μια αλυσίδα τελικά απόμεινε
γερή ωστόσο
που δεν σπάζει
Ένας κόμπος η ζωή μου έγινε
άλυτος όμως
που δεν κόβεται
ούτε με σπαθί
ούτε μ’ αγάπη.
Τίς πταίει;