Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Το παιχνίδι των αντιπερισπασμών


Η ηρωίδα μου δεν ένοιωθε πολύ καλά. Για την ακρίβεια δεν ένοιωθε καθόλου καλά.
Αλλά αν ήθελε να είναι απολύτως ακριβής κι ειλικρινής θα 'πρεπε να παραδεχτεί πως ήταν
τελείως χάλια. Αλλά δεν θα το παραδεχόταν. Και μάλιστα προσπαθούσε να το κουκουλώσει.
Αυτό δεν ήταν εύκολο.
Τα ξαφνικά ξεσπάσματα, τ' ανεξέλεγκτα κλάματα, οι βουβοί λυγμοί, το τρέμουλο στη φωνή και
στα χέρια, οι ξαφνικές εδάφους-εδάφους πιρουέτες που με χάρη κι "υποκριτική δεινότητα" τις "μεταμόρφωνε" σε στροφή του σώματος πότε από τη μία και πότε από την άλλη μεριά - κοινώς ζαλάδες - το βουητό στο κεφάλι και στ' αυτιά, οι άναρθρες κραυγούλες, οι αναστεναγμοί και το ελαφρύ τράβηγμα της πλούσιας κόμης της προς τα πίσω που ανάγκαζε και το κεφάλι να την ακολουθήσει, την πρόδιδαν.

Κι έτσι, από τη μία, λίγο η απογοήτευση που της είχε προκαλέσει το κυβερνητικό slow motion
(έως καθόλου motion ενίοτε) ενώ θα 'πρεπε να ανταγωνίζεται σε ταχύτητα το φως, λίγο το pause σε κάθε εμπορική, οικονομική αλλά και κοινωνική δραστηριότητα κι από την άλλη αυτή η ρημάδα η ενσυναίσθηση για τα χάλια των άλλων, χάλια τα δικά της νεύρα.
Κι ενώ η ταχύτητα του φωτός ουδόλως την ενδιέφερε παρά μόνον για να μετράει αποστάσεις,
η όποια ταχύτητα των κυβερνητικών αποφάσεων την ενδιέφερε σφόδρα για τον ίδιο ακριβώς λόγο: για να μετρηθούν και καλυφθούν οι αποστάσεις από το ζοφερό παρελθόν στο ακόμη πιο ζοφερό παρόν. (Για το μέλλον θα σκεφτόταν άλλη ώρα: I'll think about that tomorrow, ξυπνούσε η Σκάρλετ μέσα της).
"Έτη φωτός" σε ..."μικροέτη" χρόνου θα έπρεπε να διανύσει οποιοσδήποτε θα το 'βαζε στόχο να διορθώσει/αλλάξει ή έστω "μεταρρυθμίσει" (που είναι και της μοδός) αυτό το μπάχαλο που ως αφρικανικό βασίλειο, στις παρυφές όμως της Ευρώπης, ήταν η χώρα στην οποία κατοικούσε.
Ευρισκόμενη λοιπόν κάπου ανάμεσα στο να αδιαφορήσει πλήρως για όλους και για όλα και στο να αδιαφορήσει μόνο για το κυβερνητικό "μη" έργο αλλά από την άλλη μη θέλοντας να πάθει και τίποτα από την ένταση ούτε να ξεσπάει σε αγαπημένους που δεν έφταιγαν σε τίποτα, αποφάσισε πως, αφού δεν μπορεί ν' αποφασίσει τί πρέπει να κάνει για ν' αντιμετωπίσει αυτήν την κατάσταση, καλύτερα να μην κάνει τίποτα.
Αντιθέτως η πουτάνα η ζωή (ως χρονική κι όχι ως βιολογική διαδικασία) δεν έμενε άπραγη.
Στασό δεν είχε. Και χάνει έναν φίλο. Και παραλίγο να χάσει κι έναν άλλον. Θάνατος βρήκε τον έναν, εγκεφαλικό τον άλλον. Και το 'λεγε... να πεις πως δεν το 'λεγε: κουλάρετε ρεεεεεεεε...
Και κάπου εδώ, ως άλλος "από μηχανής θεός", εισχωρεί στην ιστορία ο ...άλλος.
Τί να κάνει τον καραγκιόζη, τί τον αρλεκίνο ή τον κλόουν, τί ρόλους εφεύρισκε να "παίζει", τί μορφασμούς, τί γκριμάτσες, τί καλαμπούρια αλλά όλα άσκοπα.
Εκείνη παρίστανε πως διασκεδάζει κι ως ένα βαθμό διασκέδαζε αλλά αυτή η αλλαγή διάθεσης κρατούσε λίγο. Όσο δύσκολα καλυτέρευε η διάθεσή της τόσο εύκολα (πανεύκολα) χαλούσε πάλι.

Αλλά ο άλλος εκεί... αγύριστο κεφάλι. "Ο επίμονος διπλανός" τον είχε βαφτίσει.
Τη μια της έδειχνε στον υπολογιστή ειδήσεις/πληροφορίες που θεωρούσε πως θα την ενδιέφεραν. Την άλλη της έστελνε με e-mail κάποια link προσπαθώντας να την πείσει ότι την αφορούν.
Την παράλλη της έλεγε κάτι "πολύ ενδιαφέρον που άκουσε" ή κάτι "πολύ ενδιαφέρον που είδε κάπου" ή για ένα "εξαιρετικά ενδιαφέρον θεατρικό έργο που είχε πάρει διθυραμβικές κριτικές"
ή για εκείνη την κινηματογραφική ταινία που "είχε χάσει ενώ τόσο ήθελε να δει κι επιτέλους είχε κυκλοφορήσει και μπορούσαν να τη δουν στο σπίτι". Της μιλούσε για βιβλία που μόλις είχαν κυκλοφορήσει ή για παλιότερα ρωτώντας την αν τα έχει διαβάσει. Της έκανε ερωτήσεις "κρίσεως" για οποιοδήποτε θέμα μπορούσε να βάλει νους ανθρώπου. Και την κολάκευε, θυμίζοντάς της πως όλα - μα όλα - τα είχε προβλέψει και σε όλα - μα σε όλα - είχε πέσει μέσα. Αυτό το τελευταίο την εκνεύριζε πολύ επειδή της θύμιζε πως ενώ τα είχε προβλέψει όλα και είχε πέσει μέσα σε όλα δεν μπορούσε (ή δεν ήθελε) να συνεχίσει να προβλέπει το ίδιο καλά και για το εγγύς μέλλον επειδή αυτό, από τη μια έμοιαζε τρομαχτικό κι απ' την άλλη ελπιδοφόρο. Παράνοια δηλαδή. Γι' αυτό και ήθελε να βγάλει τελείως από την καθημερινότητά της όλες τις "ειδήσεις" και "πληροφορίες" που με καταιγιστικό ρυθμό κατέκλυζαν τον ψηφιακό και όχι μόνο κόσμο της.
Ένοιωθε πως ζούσε σε ένα εντελώς καφκικό περιβάλλον, γκεμπελικής χροιάς όμως, όπου όλα όσα λέγονταν ήταν ψευδή ή διαστρεβλωμένα. Αναλύσεις και περιγραφές μιας εντελώς παραμορφωμένης πραγματικότητας. Συμπεράσματα που προέκυπταν από αριστοτεχνικά δομημένα ψεύτικα "στοιχεία", θεωρίες που έστηναν με μαεστρία ένα εφιαλτικό σκηνικό.
Η πληροφορία στην υπηρεσία του ψέματος. Και το ψέμα στην υπηρεσία της προπαγάνδας.
Είχε καταντήσει μάστιγα πλέον να κυκλοφορούν άρθρα και αρθρίδια με τεράστιους τίτλους τελείως άσχετους με το περιεχόμενο στο οποίο κάπου κρυμμένη ήταν και η πραγματική είδηση.
"Τέλος οι συντάξεις χηρείας", διαβάζει σε τίτλο. Και μπαίνοντας στο άρθρο τί διαβάζει;
"Τέλος οι ΔΙΠΛΕΣ συντάξεις. Ο ασφαλισμένος θα πρέπει να διαλέξει ποια σύνταξη θα κρατήσει: την κύρια σύνταξη ή τη σύνταξη χηρείας". Κάτι που όμως εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια, απλώς κάποιοι θα ξέφυγαν κι ήρθε η ώρα να τους τσιμπήσουν.
Να διάβαζε δηλαδή τον τίτλο η μάνα της να 'μενε στον τόπο. Ίσως κιόλας αυτό να επιζητούσαν οι επιτήδειοι. Να μείνουν μερικοί "σέκος" κι έτσι τέλος όχι μόνο οι διπλές συντάξεις χηρείας αλλά και οι μονές λόγω "κατάργησης" του δικαιούχου.
Αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Γι' αυτό τέρμα. Αποχή από τα μίντια και κυρίως από τα σόσιαλ μίντια όπου εκεί γινόταν το μεγάλο πάρτι. Και να τα ποστ και να τα τουίτ και να τα λινκ και να τα πανηγύρια από φιλελέδες, νεοφιλελέδες, μεταρρυθμοφιλελέδες, "σοσιαλ"φιλελέδες, κοινωνικούς τραμπούκους αλλά κι αντιπολιτευόμενους εντός, εκτός κι επί τα αυτά.
Κι ενώ λοιπόν προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τα εγκεφαλικά της κύτταρα και σε τροχιά τα ηλεκτρόνια του πυρήνα τους ο ...άλλος έπαιζε το παιχνίδι του.
Δεν ήθελε να τον στενοχωρήσει. Παρίστανε πως δεν καταλάβαινε τον σκοπό του. Έδειχνε ενδιαφέρον για ό,τι της έλεγε: κοίτα εδώ, κοίτα εκεί και δες παρακεί.
Κι έτσι έμαθε για το X σωμάτιο που συγκρουόμενο με το Ψ απελευθερώνει τόση ενέργεια όση κατά πάσα πιθανότητα χρειάζεται ένα Ζ σωμάτιο για ν' αποκτήσει μάζα και άχου τί ενδιαφέρουσα πληροφορία είναι αυτή για τη σύχρονη ζωή και την καθημερινότητά μας.
Έμαθε για το απολιθωμένο μυγάκι μέσα σε ρόζο του τμήματος ενός κορμού δέντρου θαμμένου επί χιλιετίες σε έδαφος εμπλουτισμένο με άνθρακα και ασβέστιο. Και πόσες πληροφορίες είναι καταγεγραμμένες στο dna του μυγακίου αυτού.
Έμαθε πώς αναπαράγεται το κολεόπτερο που ζει στην υποσαχάρια Αφρική και είναι σπανιότατο είδος αλλά και είδος προς εξαφάνισιν.

Αλλά έμαθε και πιο χρήσιμα πράγματα, απλά, καθημερινά, χρειαζούμενα.
Όπως, ας πούμε, για τη νέα μέθοδο με την οποία οι μελισσοκόμοι συλλέγουν το μέλι χωρίς να χρειάζεται να φοράνε σκάφανδρα και να ζαλίζουν με καπνούς τις μελισσούλες. Λίγο ακόμη
και θα 'νοιωθε μια αδηφάγα ανάγκη να γίνει μελισσοκόμα.
Ή για μια πρωτοποριακή μέθοδο αφαίρεσης των τριχών πέριξ του τυμπάνου του αυτιού χωρίς νυστέρι και ήδη αισθανόταν την επιθυμία να σπουδάσει αυτό το "αντικείμενο" επειδή φαινόταν προσοδοφόρο.
Ενημερώθηκε για την εφεύρεση του "μικροψαλιδιού" χάρη στο οποίο θα μπορούμε να να κόβουμε τις ετικέτες από τα ρούχα χωρίς να τα καταστρέφουμε και ήδη ένοιωθε μια ανατριχίλα αφού αυτό, ναι, την έκανε ευτυχισμένη.

Γελούσαν και τα μουστάκια που δεν είχε όταν της τα έλεγε. Γελούσαν μέχρι και οι τρίχες της κεφαλής της από τον ενθουσιασμό της για την φροντίδα του.

Αλλά ποτέ δεν του είπε: Ξέρω τί κάνεις και ξέρω και γιατί το κάνεις. Εκείνο που δεν ξέρω (ακόμα) είναι πώς να σ' ευχαριστήσω για όλα αυτά.












Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Ο κόσμος που αγαπώ

Edvard Munch: The Dance of Life, Nasjonalgalleriet, Oslo


Ο κόσμος που αγάπησα 
Οριοθέτησα τις επιθυμίες μου
σε διαστάσεις υπερκόσμιες
για να χωρά η ζωή μου.
Ανακάλυψα τις διαστάσεις του φωτός
που γέμιζε τον υπερσυμπάντιο χώρο
για να φωτίζεται ο κόσμος μου.
Παρέμεινα πιστή στις υποσχέσεις μου
προς εμένα.
Περιόρισα τις αυταπάτες μου
σε διαφημιστικό κουτί από σπίρτα
επαρχιακού ταχυφαγείου
Πίστεψα στις δυνάμεις μου
ότι αυτές είναι
η βασιλεία των ουρανών
που νόμιζα σύμπαν μου.
Μπήκα
φορώντας τα διορατικά γυαλιά
των θολών προσδοκιών μου
ότι σ’ αυτό που δημιούργησα
κατοικούν μικροί θεοί των μεγάλων ανθρώπων
μεγάλοι θεοί των μικρών πραγμάτων
της ευτυχίας μου.
Κι όμως
Όσο κι αν έψαξα μέσα του
Ανακάλυψα το άδειο
κιβώτιο του θησαυρού
Που είχαν βρει προηγουμένως άλλοι
κι είχαν κάνει κρυψώνα τους.
Περπάτησα πάνω σε κύματα
που υψώνονταν θεόρατα
Κάθε φορά που τα διάβαινε η αύρα των ανθρώπων
Αναζητώντας την περιπέτεια των ψυχών τους.
Μα όσο κι αν κοίταξα μέσα του
Είδα μόνο το κενό μιας παρουσίας
Που αυτόφωτη αυτή το μετέτρεπε
σε ετερόφωτο άυλο σώμα.
Όσο κι αν φώναξα
Ξεχώρισα τη σιωπή
Που μου επέστρεψε
Ως ηχώ
τις βασανιστικές σκέψεις
για το ανέλπιστο δώρο
Μιας απέλπιδας ωστόσο προσπάθειας
Που δεν ευδοκίμησε
Να δώσει καρπόν κοιλίας
Με γέννα επώδυνη έστω
Χάριν του διαφορετικού
Του όμορφου, απλού και συγκλονιστικού
εξωκόσμιου συμβάντος.

Αλλάζουμε; 
Όσο υπάρχουμε ως άνθρωποι
χανόμαστε στην άρνηση
του τί ακριβώς είμαστε
ως θνητοί.
Όσο αρνούμαστε την θνητότητά μας
ακροβατούμε ανάμεσα στον εγωισμό
και στο θυμό
στο ψέμα
στο εγώ
έρμαια στη διαδρομή
από το ουδέποτε τεθέν ερώτημα
στο αναπάντητο κάλεσμα της ζωής.
Παραπαίουσες φιγούρες
στα τέσσερα γράμματα μιας λέξης
χωρίς βήματα
χωρίς νοήματα
χωρίς σκοπό
από τη μη ζητηθείσα απάντηση
στο τεθέν ωστόσο ερώτημα
για ποιόν λόγο βρεθήκαμε
και υπάρχουμε.
Με τέσσερα βήματα φτάσαμε από την αρχή στο τέλος
Σε τέσσερα γράμματα χαρτογραφηθήκαμε.
«Άκρη» λέγεται το ασήμαντο ταξίδι μας
που δεν φροντίσαμε να το γεμίσουμε
με τα υπόλοιπα 20 γράμματα του κώδικα
που ως παράλογο αρκτικόλεξο
τον λέμε «γλώσσα».
Συμπυκνωμένες υπάρξεις
σε αγαθά
που καταναλώνουν αυτά εμάς
ενώ εμείς με καλά κρυμμένες απορίες
ουδέποτε διατυπωμένες από φόβο
Ξέρουμε τί
αλλά δεν μας ενδιαφέρει πώς.

Προσπάθεια 
Κλείνω τα μάτια
να αγναντέψω
το αλλόκοτο
που προσπαθώ ν’ αφήσω πίσω μου.
Κλείνω το στόμα
ν’ αφουγκραστώ
τη σιωπή
που όχημα πριν από την απόσυρση
με οδηγεί
σε άλλα αδιέξοδα
πιο διαχειρίσιμα.
Περιορίστηκα
στο ορατό
στο εύπεπτο
που λίγο πριν το τέλος
μου έδωσαν τη γενναία απάντηση
πως όλα είναι εδώ.
Δεν μου έφτασαν
Δεν μου πρόσφεραν
την περιδίνηση
που μέσα στη ζάλη
θα βίωνα το συγκλονιστικό
όταν το βάζο ερμητικά κλειστό
φώναζε πως το «κέρασμα»
έχει τελειώσει.
Και προσπαθώ
να ξεχάσω
να αρνηθώ
να ορίσω
τον εαυτό μου ξανά
να σταθώ πλάι μου
να ξεκινήσω
όταν η ζωή με γυρισμένη την πλάτη
στήνει εμένα με την πλάτη στον τοίχο
φωνάζοντας πως τα υλικά σάπισαν.
Δεν μ’ αφήνει.
Μια αλυσίδα τελικά απόμεινε
γερή ωστόσο
που δεν σπάζει
Ένας κόμπος η ζωή μου έγινε
άλυτος όμως
που δεν κόβεται
ούτε με σπαθί
ούτε μ’ αγάπη.
Τίς πταίει;








Τρίτη 30 Απριλίου 2013

ΧΡΩΜΑΤΑ

Κόκκινο (13/4/2013, 18:00)
Με κόκκινο και βλέμμα φωτιά
Με λέξεις καρφιά
Με φράσεις αρραγείς
Γεμάτες νοήματα
Που συλλέγεις
Από τους κάδους των αισθημάτων
που αφήνουν οι άνθρωποι
Ράκη αυτοί
Ρακοσυλλέκτης εσύ.
Στα λερωμένα αποκτήματα
Βάζεις τους τόνους για στολίδια.
Πυκνά πάθη
Συχνά λάθη
Πάντα θυσία
στο βωμό του ανεκπλήρωτου.
Κοιτάς το είναι μου
Και βγάζεις την ψυχή μου
Μίγμα απορίας κι ερωτήσεων
γι’ αυτό που δεν κατάφερα
Δεμένη
στον τροχό του αγεφύρωτου χάσματος
Εγκλωβισμένη
Ανάμεσα στο κλισέ του «ίσως»
των υπεκφυγών
Που «αυτονόητο» ονόμασαν
Χάριν οικονομίας του λόγου
Χάριν αδυναμίας του αληθούς.
Γι’ αυτό κι εγώ πέταξα το κλειδί
Έκλεισα ρωγμές
Με χρώμα αδιαπέραστο
κόκκινο της φωτιάς.
Έκλεισα λογαριασμούς
με χρώμα συμπαγές
κόκκινο της καρδιάς.
Έκλεισα εκκρεμότητες
Τις έβαψα κόκκινες κι αυτές
Του πάθους.
Κατέβηκα τη σκάλα κινδύνου
Τρέχοντας
Να γλιτώσω από τον ποιητή
που είδε μέσα μου.
Γκρεμοτσακίστηκα.
Απόσταση μεγάλη από το έδαφος
που νόμιζα ασφαλές
αλλά ήταν της απώλειας.



Κίτρινο (21/4/2013, 16:00)
Έψαξα το κλειδί.
Αυταπάτη.
Η πόρτα είχε μόνο είσοδο.
Από πού να φύγω;
Όμως... έκλεισα τις οπές της
με χρώμα πυκνό κίτρινο,
χλωμό
Να μη μπορείς να δεις
τί κρύβεται πίσω της   
Έβαψα με θάρρος
την προσπάθεια   
Όρμηξα στην έξοδο κινδύνου 
Να σωθώ από τον ποιητή
Που με καταδίωκε    
Που «έσπασε» το συμπαγές
Αποσύνθεσε το χρώμα
Δεν ήταν το κίτρινο του ήλιου
Ούτε της μαργαρίτας
Και βέβαια όχι της λάμψης
απατηλής ή άλλης.
Ήταν μεμβράνη που με τύφλωνε
Ξεχειλωμένη πια, άρα διαφανής
Έτοιμη να σπάσει.
Ο ποιητής ακόμη εκεί
Με εργαλεία τις λέξεις του
Με γνώση τις σκέψεις του
Διέσπασε το χλωμό
και διαφανές το έκαμε
Ώστε μπόρεσε τελικά να δει μέσα μου.
Προσπάθησα να καθαρίσω τα μάτια
από την υγρή ανυπαρξία μου.
Η έξοδος ήταν στενή
Δεν το πρόσεξα.
Έπεσα με δύναμη επάνω της.
Τσακίστηκα ξανά.   
Το βάρος της θέλησής μου
την έσπασε.
Απόσταση μεγάλη από το άνοιγμα
Που νόμιζα επαρκές
για να χωρέσει τις προσδοκίες μου
τον αγώνα μου
τον όρκο μου
τον καημό μου
Μέχρι την άλλη μεριά
Μιας άλλης ζωής που έμοιαζε νεκρή.
Δεν θέλησα.
Έφυγα με δύναμη μπροστά.
Πέταξα
Με φτερά τα μάτια μου
Ορθάνοιχτα.
Η περιέργεια με δικαίωσε
Εκεί θα ζούσα
Κάποτε.





Μπλε (21/4/2013, 14:00)
Το μπλε σε μάτια με περίγραμμα
Διακεκομμένης γραμμής
Μια αλήθεια, ένα ψέμα
Προσοχή στο κενό ανάμεσά τους
Είναι η παγίδα της ευπιστίας μας
Είναι η λαίλαπα της αυταπάτης μας
Είναι η απογοήτευση γι’ αυτό που δεν ήρθε
Είναι ο ζόφος της εποχής που δεν περιμέναμε
Είναι ο τρόμος της κοινωνίας που καραδοκεί
Να κρυφτεί πίσω από το παρελθόν της
Που ανύπαρκτο παρ’ όλα αυτά
της βγάζει τη γλώσσα
«ψάξε, ψάξε δεν θα με βρεις».
Είναι ο συρμός των προσδοκιών μας
Που βαίνει σε αδιέξοδο
Μπρος πίσω ο μηχανοδηγός του
Σε προσπάθεια απέλπιδα
Να βρει το μπλε της ελπίδας
Που έχει προ πολλού ακυρωθεί.
Κι όμως
Αυτό το μπλε
με διαλυτικό τα όνειρα
Γίνεται γαλάζιο
Και μετά ουρανός
Με τα σύννεφα
Γκρίζα κάποτε
Πολύτιμα στολίδια όμως
Να διακόπτουν την μονοτονία
Του ενιαίου
Του αδιαίρετου
Του ακίνητου
Του υποσχόμενου
το κενό.



Μαύρο (10/4/2013, 18:00)

Με μαύρο ύφανα το λευκό
και σχέδια βγαλμένα
από το άπειρο
Ξέβαψα το κόκκινο
με δάκρυα πικρά
Κέντησα το μπλε
με άδειες φλέβες
Κράτησα το αίμα τους
Να φτιάξω κρόσσια
Στο μαξιλάρι που πάνω του έγειρα
Να ξεχάσω αυτά που δεν μπόρεσα
Να μην τρομάζω απ’ αυτά
που θα γίνω.
Κι όταν ξυπνώ
Το μαύρο χρώμα
του περιεχομένου του
Δεν μ’ αφήνει να διακρίνω
τη στιγμή
Που όλα θα τραβηχτούν στην άκρη
Σαν κουρτίνα που πάλιωσε
Που σκίστηκε
Που λερή κι άχρηστη
Θα κρέμεται, ίσα ίσα
να την τραβήξει η Σκάρλετ
να ντύσει τη γύμνια
της ματαιοδοξίας της.
"Frankly my dear I don’t give a damn".
Τώρα είμαι μόνη
προς το παρόν
Στο κάτω σκαλί
Της φαρδιάς σκάλας
του καινούργιου
Που ωστόσο είναι το πρώτο
με υλικό από το παλιό οικοδόμημα
που κατέρρευσε.
Θα το ανέβω
Ν’ αγναντέψω τα υπόλοιπα
Που με μαθηματική ακρίβεια
Και πειθαρχημένα
Δίνουν τη θέση τους το ένα στο άλλο
Μεταφέροντας εμένα
Διαδοχικά από το τίποτα
στο κάπου.
Σηκώνω το κεφάλι
Κοιτώ το τέλος της,
τον προορισμό μου.
Δεν είναι ορατός.
Τα πόδια δεν κινούνται
Με αμήχανη σιωπή
αναρωτιούνται και αυτά.
Quo vadis;
Η σκάλα κυλιόμενη
Σαν σε σταθμό υπόγειου σιδηρόδρομου
Αναλαμβάνει την ευθύνη
Της μεταφοράς μου
Στο χθες
μήπως τολμήσω
το αύριο.