Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Περί μορίων

Καθότανε στη vintage πολυθρόνα τής προπροπροπρογιαγιάς της και κοιτούσε το "κενό".
Αυτό, λες κι ήτανε μέσα στο μυαλό της κι έβλεπε πού κατευθυνόταν το βλέμμα της, έβαλε τα γέλια. Θαρρείς κι αυτό το κενό που παρατηρούσε ήταν το ίδιο που ένοιωθε μέσα στο κεφάλι της και - ως οντότητα πλέον - είχε μόλις δραπετεύσει από εκεί μόνο και μόνο για να την περιγελάσει.
Κενό; Χα χα χα. Κούνια που σε κούναγε, της έλεγε και της έβγαζε τη γλώσσα. 
Μια γλώσσα-σύνολο αποτελούμενη από πολλές, τόσες δα, μικροσκοπικές γλωσσίτσες, νανοϋποδιαιρέσεις του νανόμετρου των υλικών που κατοικούν μέσα του. 
Για "βάρος" ούτε λόγος. Η έλξη της γης δεν τα άγγιζε αυτά τα υλικά. Τα προσπερνούσε αδιάφορα, κι όχι μόνο, αλλά καθώς καμπυλωνόταν γύρω τους σχημάτιζε και άφηνε πίσω της ένα "χωροχρονικό δίχτυ" ασφαλείας για το καθένα. 
Σαν άλω ή σαν φωτοστέφανο.
Κάποιες στιγμές τμήμα του κενού αποσπώνταν από τη μητρική αγκάλη, εισχωρούσε ξανά στον εγκέφαλό της κι έδινε στα μάτια της το πρόσταγμα για σχηματισμό συγκλίνουσας πορείας βλεμμάτων. Προς κάποιο σημείο αδιανόητης πυκνότητας και αδιάβατου περιεχομένου νοημάτων.
Κι όσο αυτό το υποσύνολο κενού γέμιζε το εγκεφαλικό της κενό, κόβοντας βόλτες μέσα στο κρανίο της ψάχνοντας να βρει άλλο κενό για να εγκατασταθεί, ένα μόριο σκόνης την περιέπαιζε αιωρούμενο μέσα στα όρια που δημιουργούσε ο σκοπός για τον οποίο βρέθηκε σε κάποιο σημείο του ευρύτερου χώρου της. Οι κινήσεις του, φιγούρες αυτοσχέδιας χορογραφίας, ανάγκαζαν το βλέμμα της, συντεταγμένα, να το ακολουθεί.
Ήταν η απάντηση. Σε ερώτημα που μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε προλάβει καν να διατυπωθεί. 
Είναι εκείνες οι παράξενες συμπτώσεις και συνθήκες όπου η απάντηση προηγείται του ερωτήματος. Σαν να της φωνάζει: δημιούργησέ με. Δώσε μου ζωή. Και λόγο ύπαρξης.

Η ηρωίδα μου καθόταν ακίνητη στην παλιά πολυθρόνα, έχοντας μάλιστα βάλει τις χούφτες της μπροστά στο στόμα και τη μύτη της, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να φράξει τις πιθανές εισόδους αυτού του μικροσκοπικού, αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης υλικού, προς τα ενδότερά της.
Κι όταν πια κόντευε να σκάσει από την έλλειψη οξυγόνου, πήρε μια βαθειά ανάσα, μόνο από τη μύτη. Μόνο μία. Νόμιζε πως αν έπαιρνε περισσότερες πάλι θα έσκαγε από υπερπληθώρα πληροφοριών από το εξωτερικό περιβάλλον. Το στόμα παρέμενε απόρθητο.
Προτιμούσε να μην ξέρει τη γεύση του που την υποψιαζότανε πικρή. 
Προτιμούσε την ουσία του που θα κυλούσε μέσα στις φλέβες της στριμώχνοντας με δύναμη στα τοιχώματά τους το κόκκινο υδαρές περιεχόμενό τους. Που θα χώριζε στη μέση τη στενωπό από αιμοφόρα αγγεία, όπως ο Μωυσής μ' ένα του βλέμμα και μια εντολή χώρισε τη θάλασσα για να περάσει ο λαός του.
Αυτό, που δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μικροσκοπικό μόριο σκόνης, εξακολουθούσε να ερωτοτροπεί με τις αχτίδες του φωτός που έμπαιναν ακανόνιστα από διάφορα σημεία της μπαλκονόπορτας που τα άφηναν ακάλυπτα οι κουρτίνες.
Στροβιλιζόταν κι απομακρυνόταν ίσα ίσα για να την τρομοκρατήσει πως θα φύγει οριστικά μακρυά της χωρίς να της έχει αποκαλύψει απολύτως τίποτα.
Τελικά αποφάσισε να του μιλήσει εκείνη.
- Από πού μας έρχεσαι εσύ;
- Όχι από πολύ μακριά, άκουσε μια φωνούλα, ακαθόριστης χροιάς, να της απαντάει. Έρχομαι από εκεί που περιμένεις.
- Και πού ξέρεις εσύ τί περιμένω εγώ;
- Μα εδώ ήμουνα πριν καιρό, νεκρό σου κύτταρο είμαι, που μέσα μου έχει καταγραφεί κάθε σκέψη σου των τελευταίων χρόνων. Που κατάφερες να μου "φυτεύσεις" την εντολή να πάω εκεί. Που μπόρεσες να με προγραμματίσεις πώς να πάω, τί να μάθω, πότε να επιστρέψω. Κι εγώ υπάκουσα και με οδηγό ένα άλλο νεκρό κύτταρο του παλαιόθεν επισκέπτη σου δεν δυσκολεύτηκα. Και να 'μαι λοιπόν.
(Ο επισκέπτης μου! Αυτός που φεύγοντας άφησε πίσω το δέρμα του. Δέρμα κατακερματισμένο σε μόρια σκόνης.)
- Τί είδες; Τί έμαθες;
- Είδα έναν άνθρωπο με βουρκωμένα τα μάτια και την ψυχή πελαγωμένη, τον είδα χαμένο μέσα στις ίδιες και τις ίδιες σκέψεις κι αγωνίες όπως κι εσύ. Να παραπαίει ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, να τραμπαλίζεται από το ζενίθ στο ναδίρ. Μπήκα μέσα του και διάβασα αυτές τις σκέψεις. Βλέπεις, εκεί πέρασα απαρατήρητο.
- Τί σκέφτεται;
- Σε σκέφτεται.
- Μα πώς;
- Κι όμως. Σε σκέφτεται, του λείπεις. Κοιτάζει πού και πού το παράθυρο που άνοιξες κάποτε αλλά το βλέπει σφαλισμένο. Πλησιάζει να δει απ' τις γρύλιες αλλά φοβάται μην καεί από τη φωτιά τους. Αυτός είναι μόνος κι εσύ πολύ θυμωμένη για να το δεις.

Θυμωμένη. 8 γράμματα, 4 συλλαβές. Μια λέξη. Που δε σημαίνει όμως τίποτα γιατί δεν ένοιωθε θυμωμένη. Ακυρωμένη ένοιωθε γιατί η επένδυση των αισθημάτων της είχε αποτύχει. Της είχαν επιστραφεί με την ένδειξη "άγνωστος ο παραλήπτης". Κι έτσι βρέθηκε με συναισθήματα διπλά. Τα δικά της για εκείνην (την ίδια) και τα δικά της για εκείνον. 
Ένα για μένα... ένα για σένα. Ένα για με ζει κι ένα για να σε περιμένει.

Το μόριο της σκόνης συνέχιζε να της μιλάει αλλά εκείνη δεν άκουγε πια. Γιατί όσο περισσότερο άκουγε τόσο η αντίθεση ανάμεσα στο πριν και στο μετά γιγαντωνόταν. Μπορεί να είχε κάνει λάθος αλλά προτιμούσε να μην αμφισβητεί την αλήθεια των όσων της είχε πει κάποτε. Και σε μια ύστατη προσπάθεια συμφιλίωσής της με τη συμβίωση των αντιθέτων μέσα της, άρχισε πάλι 
ν' ακούει.

Τί όμορφα που της τα 'λεγε τα ψέματα.
Καλύτερα κι από άνθρωπος...

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Το παιχνίδι της μίμησης της εξουσίας

Η πεποίθησή μου πως η ζωή "εκεί έξω" είναι γεμάτη προκλήσεις, προσκλήσεις αλλά κι εκπλήξεις και πως, είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτή συνεχίζεται έτσι κι αλλιώς και τελείως ανεξάρτητα από τη δική μας βούληση ακόμη κι απολύτως ανεξάρτητα από το ανθρώπινο βιολογικό τέλος του καθενός μας, με συνοδεύει από παιδί. Το υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι είναι αστρικό υλικό οπότε κι αυτό που μένει από τον καθένα μας "στο τέλος" είναι απλώς υλικό για κάτι άλλο. Κι αφού, μέχρι ν' αφήσουμε την τελευταία μας πνοή, την τελευταία προσωπική μας λέξη στην ιστορία, τα κύτταρά μας ανανεώνονται διαρκώς, τίποτα δεν είναι ίδιο ούτε μέσα μας ούτε έξω μας: τα πάντα ρει και τίποτα δεν είναι περισσότερο αληθινό από αυτό. Μπορεί "εμείς" να μην είμαστε αθάνατοι, είναι όμως το υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι. Αθάνατο κι ανακυκλούμενο. Και τίποτα δεν πάει χαμένο από μας.
Γι' αυτό είναι κρίμα κι άδικο να χαραμίζουμε έστω και μια στιγμή αυτού του ταξιδιού που εν συντομία το λέμε ζωή, απλώς κοιτάζοντας έξω απ' το παράθυρο μένοντας απαθείς. Ωραία είναι, δε λέω, και ...ξεκούραστα αλλά και μέσα στο μεταφορικό μέσον συμβαίνουν σπουδαία πράγματα που προσωπικά μου αρέσει, αν δεν μπορώ να συμμετέχω, τουλάχιστον να τα παρακολουθώ. 
Κινηματογράφος λοιπόν...
Τέχνη ή τεχνική; 
Η τεχνική στην υπηρεσία της τέχνης, θα απαντούσα εγώ, σε μια προσπάθεια συγκερασμού σπουδαίων επιτευγμάτων με την αναγκαιότητα έκφρασης των ανθρώπων. 
Ή άλλως...
Η επιστήμη της αποτύπωσης στην ύλη συναισθημάτων που ταλανίζουν τους ανθρώπους.
Ή ακόμα...
Η επιστήμη της αναγκαιότητας της επικοινωνίας μέσω της "εικόνας" και μάλιστα της κινούμενης.

Τον τελευταίο μήνα είδα τρεις ταινίες. Τρεις σπουδαίες ταινίες.
"The Imitation Game"
"Birdman (Or The Unexpected Virtue of Ignorance)"
"Whiplash"

Η πρώτη ταινία μου άρεσε αρκετά οι άλλες δύο, θα σας στενοχωρήσω, όχι και τόσο.

Το "Παιχνίδι της Μίμησης", όπως είναι ο μεταφρασμένος ελληνικός τίτλος, μου άρεσε για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι πως τρέφω μια αδυναμία στον Άλαν Τούρινγκ και τις μηχανές του που αρχικά τις κατασκεύαζε μέσα στο μυαλό του αλλά αν είχε τη δυνατότητα και την ευκαιρία είμαι σίγουρη πως θα ήταν απολύτως ικανός να τις κατασκευάσει και "κανονικά". Ωστόσο, προτού η παραφροσύνη των ανθρώπων, τα κοινωνικά στερεότυπα και τα σκοταδιστικά ταμπού σε σχέση με τις σεξουαλικές του προτιμήσεις τον οδηγήσουν στην αυτοκτονία, πρόλαβε να κατασκευάσει εκείνη τη μηχανή η οποία κατάφερε να αποκρυπτογραφήσει τη γερμανική μηχανή Enigma κι έτσι να σωθούν χιλιάδες ζωές στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι άλλες δύο ταινίες, το "Birdman" και το "Whiplash", δεν κατάφεραν να βρουν τον δρόμο προς την ψυχή μου. Όχι πως δεν ήταν σπουδαίες ταινίες και αυτές. Κάθε άλλο. Και άρτια δομημένες ήταν και αριστοτεχνικά σκηνοθετημένες και οι ηθοποιοί μεγαλούργησαν (ειδικά στο Birdman) όπως επίσης και τα "τεχνικά κλιμάκια" (που είναι και της μοδός) έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό ώστε το αποτέλεσμα να είναι εξόχως εκπληκτικό.
Τους έλειπε όμως εκείνος το "στοιχείο", εκείνο το "υλικό", ο ...αστάθμητος παράγοντας που θα κατάφερνε να σπάσει κι αποκωδικοποιήσει τον δικό μου προσωπικό και περίπλοκο κώδικα.
Δεν είναι πως δεν πέρασα ευχάριστα βλέποντάς τες ή πως δυσανασχέτησα με κάτι. Ίσα ίσα, 
τις παρακολούθησα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον αλλά όλα αυτά απέχουν πολύ από το να πω ότι "η ταινία αυτή μου άρεσε".
Όμως...
Μια ταινία είναι σπουδαία - κατά τη γνώμη μου - όχι μόνο όταν ανταποκρίνεται στις τεχνικές, σεναριακές, σκηνοθετικές και υποκριτικές προδιαγραφές ώστε να ικανοποιεί το ...αδηφάγο κοινό αλλά - για μένα πάντα - σπουδαία είναι μια ταινία όταν καταφέρνει στον δύστροπο κι ανικανοποίητο θεατή να δώσει "τροφή για σκέψη". Να τον αναγκάσει δηλαδή - αυτόν τον παλιοθεατή - να στρέψει το ενδιαφέρον του από τα στοιχεία ή τη δομή που δεν του αρέσουν, σε μοτίβα ή προβληματισμούς, μέχρι που ο ίδιος τελικά θα δώσει, χωρίς καν να το καταλάβει, το "κλειδί" ώστε να μπορέσει έστω μέρος της ταινίας να βρει τον δρόμο της προς τα ενδόψυχά του. Αρχικά μέσω του οπτικού νεύρου προς τα εγκεφαλικά κύτταρα, εν συνεχεία προς εκείνη τη μάζα των αιμοφόρων αγγείων που τη λέμε καρδιά και τελικά "για δες!!!"

Αν δεν έχετε δει τις παραπάνω ταινίες καλύτερα να σταματήσετε την ανάγνωση τώρα. Παρότι δεν πρόκειται να σας μαρτυρήσω και πολλά εντούτοις αν επιλέξετε να τις δείτε θα είστε προϊδεασμένοι γι' αυτά που αναφέρω κι έτσι η έκπληξη εσάς δεν θα σας περιμένει στη γωνία.

Πάμε λοιπόν...
Το καθοριστικό στοιχείο που ενώνει σαν νήμα τις τρεις αυτές ταινίες - κυρίως όμως τις δύο που δεν μου άρεσαν - είναι το στοιχείο της εξουσίας. Εξουσία που ασκείται χωρίς "εντολή" και από "αναρμόδιο" άτομο. Εξουσία που ασκείται χωρίς καμία επίφαση έστω εξουσιοδότησης και καθόλου επ' αγαθώ αλλά εντελώς για ίδιον συμφέρον και αυτοϊκανοποίηση. Εξουσία που προέρχεται από τα σύνδρομα εγκεφαλικής και ψυχικής ανεπάρκειας και καταλήγει στην προσβολή της προσωπικότητας του άλλου, στον μηδενισμό της προσπάθειάς του να επιτύχει κάτι και στο έργο που επιτελεί από επιλογή του κι όχι τελών εν διατεταγμένη υπηρεσία. 
Με άλλα λόγια εξουσία που ασκείται προκειμένου να έχει η τρικλοποδιά το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
Εξουσία που "από θέση" (νομίζει πως) έχει κάποιος εξαιτίας ή χάρη στο επάγγελμά του, την ιεραρχία του ή την υποτιθέμενη αυθεντία του σε κάτι. 



Στο Birdman παρακολουθούμε την εξουσία που ασκεί ο "κριτικός" στον δημιουργό ενός έργου τέχνης - στη συγκεκριμένη περίπτωση ενός θεατρικού έργου - και μάλιστα προτού ο "κριτής" δει καν το δημιούργημα. Κι ακόμη χειρότερα, δεν τον ενδιαφέρει να το δει. Μια εξουσία που έχει "υφαρπάξει" χάρη στην ανάγκη του αδηφάγου κοινού που του δίνει το δικαίωμα όχι μόνο να κρίνει αλλά και να κατακρίνει a priori κάποιον "που έχει ρισκάρει τα πάντα ενώ ο ίδιος δεν ρισκάρει τίποτα". "I'm going to kill your play" ή αλλιώς "το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου".


Στο Whiplash έχουμε εξουσία στην πιο "κλασική" της μορφή, αυτήν που ασκεί ο δάσκαλος στον μαθητή του και που τη νοεί ως άσκηση εκπαιδευτικού έργου ή εκπαιδευτική άποψη ή τακτική.
Αλλά ενώ το σφάλμα είναι διττό, αφού μέρος της ευθύνης ανήκει και στον μαθητή ο οποίος θέλει διακαώς να γίνει "ο καλύτερος" ή τουλάχιστον "ένας από τους καλύτερους", η καθηγητική αυθεντία αγγίζει τα όρια του παραλόγου: "There are no two words in the English language more harmful than «good job»". "Κι αν αυτές οι δύο λέξεις είχαν ειπωθεί στον Τσάρλι Πάρκερ αυτός δεν θα είχε γίνει ποτέ αυτό που έγινε τελικά". 
Αλλά όπως και στην πραγματική περίπτωση του Τσάρλι Πάρκερ έτσι και στην περίπτωση μυθοπλασίας του μαθητή/ήρωα της ταινίας Whiplash εκείνο που παραγνωρίζεται παντελώς είναι οι συνέπειες της υπέρβασης αυτών των δύο λέξεων "good job".
Μόνο που στην περίπτωση του Whiplash έχουμε να κάνουμε με σενάριο και προεπιλεγμένο τέλος ενώ στην περίπτωση του Bird-Charlie Parker έχουμε να κάνουμε με την ίδια την αληθινή ζωή και το τέλος που η ίδια επιφύλαξε για τον καλύτερο ανάμεσα στους καλύτερους όλων των εποχών.
Το άγχος του καθηγητή να "βγει από την τάξη του" ένας καινούργιος Λούις Άρμστρονγκ ή ένας νέος Τσάρλι Πάρκερ τον αναγκάζει να βγει ο ίδιος έξω από τα όρια της λογικής με ανυπολόγιστες ίσως συνέπειες που όμως την τελευταία στιγμή κι έχοντας "με το μέρος του" τον σκηνοθέτη αποτρέπονται.
Σε κάθε περίπτωση τρεις αριστουργηματικές ταινίες που αν δεν βρείτε την ουσία στον "κυρίως δρόμο" υπάρχει πάντοτε η παράπλευρη κυκλοφορία που κάθε σπουδαία ταινία οφείλει να έχει φροντίσει να προσφέρει στον θεατή ή τον "αναγνώστη" της.





 

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Το παιχνίδι των ελιγμών

Δεν θα έλεγε κανείς ότι στα μικράτα μου άλλη δουλειά δεν είχα από το να παρακολουθώ ποδόσφαιρο. Ο μπαμπάς δεν έβλεπε. Αλλά έβλεπε ο ξάδελφος. Όπου στο σπίτι του ξάδελφου μαζεύονταν συμφοιτητές του και φίλοι για να δουν - τί άλλο - κάποιο ματς. Και φυσικά όπου γάμος και χαρά η Βασίλω (γω δηλαδή) πρώτη.
Κι έτσι, παράλληλα με την τεστοστερόνη μέσα στο δωμάτιο ανακάλυπτα και την τεστοστερόνη μέσα στο γήπεδο. (Ω ναι, υπήρχε τεστοστερόνη και προ Ζαγοράκη).
Κι έτσι έμαθα να μου αρέσει το ποδόσφαιρο. Όχι πολύ. Τόσο όσο. Γιατί είχαμε και δουλειές.
Ν' αλλάξουμε τον κόσμο παραδείγματος χάριν.
Ο κόσμος όμως δεν άλλαζε, εμείς αργούσαμε να το πάρουμε απόφαση και Κυριακή στην Κυριακή, αγώνα στον αγώνα, πρωτάθλημα στο πρωτάθλημα φτάσαμε στο "δια ταύτα". Φτάσαμε αλλά δεν ακουμπήσαμε, είμαστε ακριβώς ένα τσικ πριν από αυτό.
Κι ενώ ο χρόνος κυλάει βασανιστικά αργά μέχρι να φτάσουμε εκεί, κι ενώ καραδοκούν εγκεφαλικά κι εμφράγματα μέχρι να το καβαλικέψουμε και να αρχίσουμε να διαβάζουμε τις πρώτες αράδες μετά από αυτό το "δια ταύτα" και για λόγους που οι επιστήμονες ψάχνουν να τους βρουν, εγώ άρχισα να έχω τις δικές μου εμμονές όπως άρχισα επίσης τα παιχνίδια της μνήμης των αναμνήσεων και των συνειρμών.
Μέρες τώρα κλωθογυρίζει στο μυαλό μου η εικόνα ενός Έλληνα ποδοσφαιριστή που τη φωτογραφία του θα έπρεπε να βλέπουμε στις εγκυκλοπαίδειες πλάι στο λήμμα "ελιγμός", "ντρίπλα" ή "dribble".
Νεαρή ακόμη ούσα ανάμεσα στα ποδοσφαιρόφιλα τέρατα που συναναστρεφόμουν και χάρις σε αυτά ή εξαιτίας αυτών ήρθε και μου συστήθηκε ο Βασίλης Χατζηπαναγής.
Μου συστήθηκε εξ αποστάσεως παρουσιάζοντας στα έκπληκτα μάτια μου μοναδικό θέαμα που δυσκολεύτηκα να πιστέψω ότι επρόκειτο για πραγματικό παιχνίδι στη διάρκεια κανονικού ποδοσφαιρικού αγώνα κι όχι ρεσιτάλ ή επίδειξη μπαλαδόρικων δεξιοτήτων. Στροφιλίκια ενός γενετικού κώδικα χωρίς την αυστηρή δομή του αλλά με φαντασία, εφευρετικότητα και ποικιλία.
Αυτός ο παίκτης που λέτε - κι όπως φυσικά πολλοί από τους αναγνώστες μου θα γνωρίζετε καλύτερα από μένα - δεν ήταν απλά ...ποδοσφαιριστής. Ήταν παίκτης. Κι "έπαιζε" με το ένστικτο περισσότερο παρά με την ικανότητα. Θα έλεγα πως έπαιζε με την ψυχή και την καρδιά αλλά θα ακουστεί λίγο κλισέ. Παρότι τότε, χωρίς τα σημερινά μύρια στις τσέπες του, χωρίς ψυχή και χωρίς καρδιά το γήπεδο θα τον πέταγε έξω. Μαζί με τη μπάλα.
Κλείνοντας τα μάτια βλέπω τον παίκτη ν' αποκτά τη μπάλα, ή μάλλον βλέπω τη μπάλα να κυλάει προς τον παίκτη λες και η στρογγυλή αγαπημένη περιβάλλεται με ρινίσματα σιδήρου και το δικό του παπούτσι να 'χει μαγνήτη στην άκρη του. Την κυλάει απαλά, την αφήνει να τσουλίσει λίγο, την ξανακυλάει με το άλλο πόδι, προσπερνάει τον αντίπαλο με λύγισμα στη μέση και το βλέμμα προσηλωμένο στην αγαπημένη του, συναντάει άλλο αντίπαλο του γυρίζει την πλάτη, η μπάλα πάντα ενιαίο σύνολο με το παπούτσι του παίκτη, στριφογυρίζει ξανά, την ελευθερώνει για κλάσμα δευτερολέπτου σπρώχνοντάς την με το ένα του πόδι ανάμεσα στα ανοιγμένα πόδια του παίκτη της αντίπαλης ομάδας κι αμέσως μετά την παραλαμβάνει με το άλλο, αποκρούει τον επόμενο, κανείς δεν καταφέρνει να του πάρει τη μπάλα, βρίσκεται σ' ένα κενό μόνος του μαζί της, αυτή σταθερά προσηλωμένη στο πόδι του, δεν του αρέσει αυτό, στέκει περιμένοντας κάποιον αντίπαλο για να συνεχίσει τα τσαλίμια του γιατί χωρίς αυτά δεν έχει νόημα το παιχνίδι. Δεν του 'παιρνες με τίποτα τη μπάλα από τα πόδια. Και ντριμπλάρει ξανά και λίγο λίγο σαν χορογραφημένο ντουέτο, αυτός κι η μπάλα του, η μπάλα του κι αυτός, ανεπηρέαστοι από τις προσπάθειες των αντιπάλων, ανεπηρέαστοι από την επιθυμητή έκβαση του αγώνα, φθάνει στη μικρή περιοχή και ...σουτ.
Γκολ; Όχι, όχι πάντα γκολ. Δεν είναι πάντα αυτό το ζητούμενο την ώρα που ο Χαρζηπαναγής ντριμπλάρει. Δηλαδή αυτό είναι το ζητούμενο, γι' αυτό γίνονται οι αγώνες αλλά ένας παίκτης ξέρει καλά πως ακόμη κι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας δεν είναι τίποτε περισσότερο από την προσπάθεια να φθάσουμε σ' ένα αίσιο τέλος όμως ξέρει καλύτερα απ' τον καθένα πως κανένα αποτέλεσμα υπέρ της μιας ομάδας ή της άλλης δεν έχει "κλειδώσει" πριν ο διαιτητής σφυρίξει τη λήξη του αγώνα. 
Αλλά και το μπακλαβαδωτό, ακόμη κι όταν η μπάλα το κάνει να σπαρταράει δεν είναι το "τέρμα". Αν η ομάδα έχει δεχθεί γκολ είναι η αρχή. Αν έχει σκοράρει είναι η συνέχεια του παιχνιδιού με άλλα μέσα: αμυντικά για να διατηρηθεί το προβάδισμα ή μικροεπιθετικά έτσι, για το θεαθήναι. 
Δείτε εδώ τον Βασίλη Χατζηπαναγή 

Τα χρόνια πέρασαν, μεγάλωνα εγώ, άλλαξαν και οι προτεραιότητες και οι παρέες. Ο κόσμος μόνο δεν άλλαζε. Κι αν άλλαζε πάντα προς το χειρότερο. Σκαλί σκαλί πιο χαμηλά και πιο χαμηλά. Φίλαθλη δεν έγινα στην ουσία ποτέ. Ούτε έγινα οπαδός κάποιας ομάδας. Απλώς περνούσα ευχάριστα την ώρα μου παρακολουθώντας μαζί με άλλους, κάποιους αγώνες στην τηλεόραση και μένοντας μαζί τους έτσι, για την παρέα. Μερικές φορές πράγματι παρακολουθούσα και μερικές άλλες παρίστανα πως παρακολουθούσα. Και καθώς ήμουνα από τις λίγες κοπέλες που ήξερα τί είναι το οφσάιντ (είχα φάει "πολύ ξύλο" μέχρι να το μάθω βέβαια), όταν το σφύριζε ο διαιτητής και μου έλεγαν "αν δεν το σφυρίξεις εσύ δεν είναι τίποτα", μ' έπιαναν στα πράσα αν εγώ την ώρα της κρίσιμης φάσης ήμουν στη φάση της προσποίησης (παρακολούθησης του αγώνα).
Μαζί με τις προτεραιότητές μου άλλαζε και το ποδόσφαιρο... οι ποδοσφαιριστές επίσης. Κι όσο αυξάνονταν τα χρήματα στις τσέπες τους τόσο λιγόστευαν οι "παίκτες" στα γήπεδα ενώ ο Χατζηπαναγής είχε πλέον κρεμάσει τα παπούτσια του.

Αλλά καθώς ένας έρωτας περνάει μ' έναν άλλον έρωτα έτσι κι εγώ έβγαλα από την καρδιά μου τον Χατζηπαναγή κι έβαλα τον Μαραντόνα. Τον παίκτη που έδωσε στη ντρίμπλα άλλη διάσταση. Που έκανε τους ελιγμούς να μοιάζουν με την κορυφαία στιγμή στην ιστορία του ποδοσφαιρικού γίγνεσθαι. Με το big bang της δημιουργίας του.
Εκείνο όμως που με εντυπωσίαζε πάνω απ' όλα στον Μαραντόνα δεν ήταν το παίξιμό του ή η απίστευτη ικανότητά του στους ελιγμούς στη διάρκεια των οποίων ήταν αδύνατον να του πάρει άλλος παίκτης τη μπάλα. Ευτυχώς που βαριόταν εύκολα κι έβαζε κι ο αντίπαλος κανένα γκολ.
Εκείνο που με εντυπωσίαζε πάνω απ' όλα στον Μαραντόνα ήταν η ικανότητά του να διασχίζει τρέχοντας ιλιγγιωδώς το γήπεδο, να κάνει και τους ελιγμούς του, έτσι, για την αλητεία, να βάζει και γκολ στο τέλος και παρολαυτά η κόμη του να παραμένει το ίδιο περιποιημένη κι εντυπωσιακή όπως όταν πρωτομπήκε στο γήπεδο για να παίξει. Κομμωτηρίου που λένε.
Δείτε εδώ Rare skills - By Diego Maradona 

Αν συνεχίσω μοιραία θα φθάσω στον Ζιντάν όπου το παίξιμό του δεν είχε κανένα προηγούμενο καθώς αυτός δεν ήταν ούτε παίκτης, βεβαίως ούτε ποδοσφαιριστής. Αυτός ήταν χορευτής. 
Δείτε εδώ The Roulette / Spin Move - By Zinedine Zidane 

Όμως δεν μεταδίδω άλλο καθώς αυτός ο γίγαντας γράφοντας το τέλος στη δική του ποδοσφαιρική καριέρα με μια κουτουλιά, έγραψε το τέλος και στο δικό μου ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο.

Τώρα θα μου πείτε τί πάω και θυμάμαι. Μα δεν φταίω εγώ, άλλοι μου τα θυμίζουν και προκειμένου να ζαλίζω το μυαλουδάκι μου με τούτα και με κείνα καλύτερα να έρχονται οι συνειρμοί να κάνουν παρέα στα όνειρα και τις ελπίδες μου. Που τελειωμό δεν έχουν σας πληροφορώ.



Υ.Γ. Και μόλις συνειδητοποίησα πως και οι τρεις παίκτες που ανέφερα είχαν στην φανέλα τους το περιβόητο Νο 10.