Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Περί μορίων

Καθότανε στη vintage πολυθρόνα τής προπροπροπρογιαγιάς της και κοιτούσε το "κενό".
Αυτό, λες κι ήτανε μέσα στο μυαλό της κι έβλεπε πού κατευθυνόταν το βλέμμα της, έβαλε τα γέλια. Θαρρείς κι αυτό το κενό που παρατηρούσε ήταν το ίδιο που ένοιωθε μέσα στο κεφάλι της και - ως οντότητα πλέον - είχε μόλις δραπετεύσει από εκεί μόνο και μόνο για να την περιγελάσει.
Κενό; Χα χα χα. Κούνια που σε κούναγε, της έλεγε και της έβγαζε τη γλώσσα. 
Μια γλώσσα-σύνολο αποτελούμενη από πολλές, τόσες δα, μικροσκοπικές γλωσσίτσες, νανοϋποδιαιρέσεις του νανόμετρου των υλικών που κατοικούν μέσα του. 
Για "βάρος" ούτε λόγος. Η έλξη της γης δεν τα άγγιζε αυτά τα υλικά. Τα προσπερνούσε αδιάφορα, κι όχι μόνο, αλλά καθώς καμπυλωνόταν γύρω τους σχημάτιζε και άφηνε πίσω της ένα "χωροχρονικό δίχτυ" ασφαλείας για το καθένα. 
Σαν άλω ή σαν φωτοστέφανο.
Κάποιες στιγμές τμήμα του κενού αποσπώνταν από τη μητρική αγκάλη, εισχωρούσε ξανά στον εγκέφαλό της κι έδινε στα μάτια της το πρόσταγμα για σχηματισμό συγκλίνουσας πορείας βλεμμάτων. Προς κάποιο σημείο αδιανόητης πυκνότητας και αδιάβατου περιεχομένου νοημάτων.
Κι όσο αυτό το υποσύνολο κενού γέμιζε το εγκεφαλικό της κενό, κόβοντας βόλτες μέσα στο κρανίο της ψάχνοντας να βρει άλλο κενό για να εγκατασταθεί, ένα μόριο σκόνης την περιέπαιζε αιωρούμενο μέσα στα όρια που δημιουργούσε ο σκοπός για τον οποίο βρέθηκε σε κάποιο σημείο του ευρύτερου χώρου της. Οι κινήσεις του, φιγούρες αυτοσχέδιας χορογραφίας, ανάγκαζαν το βλέμμα της, συντεταγμένα, να το ακολουθεί.
Ήταν η απάντηση. Σε ερώτημα που μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε προλάβει καν να διατυπωθεί. 
Είναι εκείνες οι παράξενες συμπτώσεις και συνθήκες όπου η απάντηση προηγείται του ερωτήματος. Σαν να της φωνάζει: δημιούργησέ με. Δώσε μου ζωή. Και λόγο ύπαρξης.

Η ηρωίδα μου καθόταν ακίνητη στην παλιά πολυθρόνα, έχοντας μάλιστα βάλει τις χούφτες της μπροστά στο στόμα και τη μύτη της, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να φράξει τις πιθανές εισόδους αυτού του μικροσκοπικού, αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης υλικού, προς τα ενδότερά της.
Κι όταν πια κόντευε να σκάσει από την έλλειψη οξυγόνου, πήρε μια βαθειά ανάσα, μόνο από τη μύτη. Μόνο μία. Νόμιζε πως αν έπαιρνε περισσότερες πάλι θα έσκαγε από υπερπληθώρα πληροφοριών από το εξωτερικό περιβάλλον. Το στόμα παρέμενε απόρθητο.
Προτιμούσε να μην ξέρει τη γεύση του που την υποψιαζότανε πικρή. 
Προτιμούσε την ουσία του που θα κυλούσε μέσα στις φλέβες της στριμώχνοντας με δύναμη στα τοιχώματά τους το κόκκινο υδαρές περιεχόμενό τους. Που θα χώριζε στη μέση τη στενωπό από αιμοφόρα αγγεία, όπως ο Μωυσής μ' ένα του βλέμμα και μια εντολή χώρισε τη θάλασσα για να περάσει ο λαός του.
Αυτό, που δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μικροσκοπικό μόριο σκόνης, εξακολουθούσε να ερωτοτροπεί με τις αχτίδες του φωτός που έμπαιναν ακανόνιστα από διάφορα σημεία της μπαλκονόπορτας που τα άφηναν ακάλυπτα οι κουρτίνες.
Στροβιλιζόταν κι απομακρυνόταν ίσα ίσα για να την τρομοκρατήσει πως θα φύγει οριστικά μακρυά της χωρίς να της έχει αποκαλύψει απολύτως τίποτα.
Τελικά αποφάσισε να του μιλήσει εκείνη.
- Από πού μας έρχεσαι εσύ;
- Όχι από πολύ μακριά, άκουσε μια φωνούλα, ακαθόριστης χροιάς, να της απαντάει. Έρχομαι από εκεί που περιμένεις.
- Και πού ξέρεις εσύ τί περιμένω εγώ;
- Μα εδώ ήμουνα πριν καιρό, νεκρό σου κύτταρο είμαι, που μέσα μου έχει καταγραφεί κάθε σκέψη σου των τελευταίων χρόνων. Που κατάφερες να μου "φυτεύσεις" την εντολή να πάω εκεί. Που μπόρεσες να με προγραμματίσεις πώς να πάω, τί να μάθω, πότε να επιστρέψω. Κι εγώ υπάκουσα και με οδηγό ένα άλλο νεκρό κύτταρο του παλαιόθεν επισκέπτη σου δεν δυσκολεύτηκα. Και να 'μαι λοιπόν.
(Ο επισκέπτης μου! Αυτός που φεύγοντας άφησε πίσω το δέρμα του. Δέρμα κατακερματισμένο σε μόρια σκόνης.)
- Τί είδες; Τί έμαθες;
- Είδα έναν άνθρωπο με βουρκωμένα τα μάτια και την ψυχή πελαγωμένη, τον είδα χαμένο μέσα στις ίδιες και τις ίδιες σκέψεις κι αγωνίες όπως κι εσύ. Να παραπαίει ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, να τραμπαλίζεται από το ζενίθ στο ναδίρ. Μπήκα μέσα του και διάβασα αυτές τις σκέψεις. Βλέπεις, εκεί πέρασα απαρατήρητο.
- Τί σκέφτεται;
- Σε σκέφτεται.
- Μα πώς;
- Κι όμως. Σε σκέφτεται, του λείπεις. Κοιτάζει πού και πού το παράθυρο που άνοιξες κάποτε αλλά το βλέπει σφαλισμένο. Πλησιάζει να δει απ' τις γρύλιες αλλά φοβάται μην καεί από τη φωτιά τους. Αυτός είναι μόνος κι εσύ πολύ θυμωμένη για να το δεις.

Θυμωμένη. 8 γράμματα, 4 συλλαβές. Μια λέξη. Που δε σημαίνει όμως τίποτα γιατί δεν ένοιωθε θυμωμένη. Ακυρωμένη ένοιωθε γιατί η επένδυση των αισθημάτων της είχε αποτύχει. Της είχαν επιστραφεί με την ένδειξη "άγνωστος ο παραλήπτης". Κι έτσι βρέθηκε με συναισθήματα διπλά. Τα δικά της για εκείνην (την ίδια) και τα δικά της για εκείνον. 
Ένα για μένα... ένα για σένα. Ένα για με ζει κι ένα για να σε περιμένει.

Το μόριο της σκόνης συνέχιζε να της μιλάει αλλά εκείνη δεν άκουγε πια. Γιατί όσο περισσότερο άκουγε τόσο η αντίθεση ανάμεσα στο πριν και στο μετά γιγαντωνόταν. Μπορεί να είχε κάνει λάθος αλλά προτιμούσε να μην αμφισβητεί την αλήθεια των όσων της είχε πει κάποτε. Και σε μια ύστατη προσπάθεια συμφιλίωσής της με τη συμβίωση των αντιθέτων μέσα της, άρχισε πάλι 
ν' ακούει.

Τί όμορφα που της τα 'λεγε τα ψέματα.
Καλύτερα κι από άνθρωπος...

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

What if...


Δεν είναι η πρώτη φορά και σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία που κάποια γεγονότα μ' έφεραν προ των πυλών των ευθυνών μου. Να ρωτήσω δηλαδή - δυνατά και καθαρά - τον εαυτό μου τη γνώμη του: What if...
Με την ελπίδα να μην πάρω ως απάντηση: I have no idea.
Γιατί πρέπει να αποκτήσω μια ιδέα, πρέπει να μην αφήσω περιθώρια για παρερμηνείες, εξωραϊσμούς ή δαιμονοποιήσεις. Γιατί καθαρά και ξάστερα, ευελπιστώ η απάντηση του εαυτού μου προς εμέ να είναι crystal clear. Αλλά αυτό είναι επιστημονικώς αδύνατον. Κι ενώ στο σημείο αυτό οι περισσότερες επιστήμες σηκώνουν τα χέρια ψηλά, η στατιστική επιστήμη σηκώνει τα μανίκια και πιάνει δουλειά.
Αν θέλω πραγματικά μιαν αξιόπιστη απάντηση, μιαν απάντηση που δεν θα με κοροϊδεύει ούτε θα μου χαϊδεύει τ' αυτιά, τα μαλλιά, την καρδιά και τη ψυχή μου αλλά που να με πείθει κιόλας πως οι πιθανότητες να είχαν συμβεί τα πράγματα έτσι, έτσι ή έτσι αξίζουν την αναδρομή, θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς ο ένας με τον άλλον. Δηλαδή ο εαυτός μου κι εγώ. Έτσι κι αλλιώς οι δυό μας είμαστε, κανείς δεν πρόκειται να μάθει την κουβέντα μας και να ανακαλύψει τα συμπεράσματά μας. Εκτός ίσως
απ' όσους διαβάσουν αυτές τις σκέψεις καταγεγραμμένες σε μορφή κειμένου στο ιστολόγιό μου. Αλλά αν κάτι τέτοιο - παρ' ελπίδα - συμβεί, δεν το μάθατε από μένα. Οι "φήμες" σάς ήρθαν από αλλού. Κάποιος σάς το σφύριξε, κάποιο πουλάκι σάς το τραγούδησε, κάποιο όνειρο είδατε ή οτιδήποτε άλλο σάς έρθει στο μυαλό.
Βέβαια μην πάρετε και όρκο πως αυτά που διαβάζετε αυτή τη στιγμή συνέβησαν στ' αλήθεια ή οι σκέψεις αυτές όντως έγιναν. Υπάρχει σοβαρή πιθανότητα το κείμενο να είναι κωδικοποιημένο, άλλο να πληκτρολογώ κι άλλο να καταγράφεται. Κι ίσως μόνον εγώ και ο εαυτός μου τελικά μπορούμε να περάσουμε πίσω από τις γραμμές, να ξεκλειδώσουμε το "υδατογράφημα" και να "διαβάσουμε" την μία και μόνη αλήθεια μας.
What if λοιπόν...
...ή σε απλά ελληνικά "τί θα συνέβαινε αν..."
Υπάρχουν κάποιες ενέργειες και κάποιοι συνδυασμοί γεγονότων που θα πρέπει να κάνω. Αρχικά να καταγράψω την αφετηρία τους, τότε δηλαδή που ξεκίνησαν όλα, μετά να ξανακάνω τη διαδρομή τους (οδυνηρό αλλά πρέπον), να θυμηθώ τα παραλλήλως τεκταινόμενα, να ανασύρω στην επιφάνεια τις αντικειμενικές συνθήκες, να σταθμίσω την τότε συναισθηματική μου κατάσταση, να υπολογίσω την οικονομική συγκυρία και φυσικά να θυμηθώ τον ...καιρό. Τον καιρό; Ναι, ναι τον καιρό. Αν ήταν καλοκαίρι μπορεί να είχα πάει για μπίρες, αν ήταν χειμώνας (που ήταν) μπορεί να έριχνε τόσο χιόνι ή τόση βροχή που να μου είχαν αποσπάσει την προσοχή (αλλά ούτε έβρεχε, ούτε χιόνιζε). Αν ήταν φθινόπωρο ίσως είχα να "κατεβάσω" τα χειμωνιάτικα. Κι αν ήταν άνοιξη μάλλον θα μ' είχε συνεπάρει η μυρωδιά της και θα ξεχνιόμουνα στη βεράντα μου. Ή απλά να είχα εγώ "τον κακό μου τον καιρό" (που τον είχα) αλλά αυτή είναι η μάλλον εύκολη περίπτωση γιατί ακριβώς εξαιτίας του κακού μου του καιρού συνέβη. Απλά συνέβη.
Καθώς ετοιμάζομαι να χωθώ στη δίνη των γεγονότων που η ενθύμησή τους θα με βοηθήσει να καταλάβω, πιάνω τον εαυτό μου να με κοροϊδεύει τύπου "αν η γιαγιά σου είχε αρχίδια θα ήταν παππούς σου" ή "αν η γιαγιά σου είχε καρούλια θα 'ταν πατίνι". Κοροϊδεύοντάς με όμως πιο πιθανό να θέλει να με προστατεύσει από τη μία και μόνη αλήθεια.
Πάμε;
Πάμε...
Αν δεν είχα πει εκείνη τη λέξη, αν δεν είχα ακούσει εκείνη την άλλη, αν δεν είχα ρωτήσει εκείνο το γιατί, αν είχα προσπεράσει εκείνο το διότι. Αν αντί για ευχαριστώ είχα πει "όχι μην..." δηλαδή "ναι...". Από την άλλη, όταν το "επειδή" μου άρεσε και το "όχι" με το "ναι" συμφιλιωμένα είχαν γίνει "ίσως", αν...;
Κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Ό,τι συνδυασμούς κι αν κάνω, όσους συνειρμούς κι αν επιχειρήσω, ό,τι διασταυρώσεις τολμήσω πάντα μα πάντα θα υπάρχει ο καθοριστικός παράγοντας της επιθυμίας. Δηλαδή το σωστό ερώτημα δεν είναι "τί θα συνέβαινε αν" αλλά "τί στ' αλήθεια ήθελα εγώ (ή ο άλλος) να συμβεί". Κι αν η ρότα των γεγονότων ήταν αυτή που ήταν, η μία και μόνη αλήθεια, που φώναζε από τότε, δεν ακούστηκε από μένα αλλά από το ένστικτό μου. Που μετά "υπαγόρευσε" στην ουσία να κάνω αυτό που έτσι κι αλλιώς θα έκανε κάποιος άλλος για λογαριασμό μου. Και το είχε πει: σε μία και μόνη λέξη. Μία. Που έκανα πως δεν την άκουσα. Που προσποιήθηκα πως δεν είχε σημασία. Αλλά που προτού καλά καλά ολοκληρωθεί η αναδρομή, το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι πως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα συνέβαινε απολύτως τίποτα διαφορετικό. Όχι επειδή θα 'φταιγε το πεπρωμένο, που ας δεχτούμε πως "φυγείν αδύνατον", αλλά επειδή θα 'φταιγα εγώ, που ήξερα.
Αλλά πάλι ...αν;

Στον αντίποδα...
...Ενέργειες που επιλέχθηκαν, αποφάσεις που ακυρώθηκαν, δυνάμεις που μετρήθηκαν και συναισθήματα που όχι, σκέψεις που κονταροχτυπήθηκαν και παζάρια που προηγήθηκαν* - όλα πλευρές στο ζάρι των "αποφάσεων" - και να 'μαι τώρα αντιμέτωπη με το παρόν που ισχυρίζεται και μου βροντοφωνάζει πως "εκείνο που θα συνέβαινε αν" δεν θα μπορούσα να το σηκώσω**. Όχι επειδή είμαι αδύναμη εγώ, αλλά επειδή αυτό θα 'ταν πολύ βαρύ. Εκείνο λοιπόν δεν συνέβη, χάρη στη σωστή ζαριά, στην πειραγμένη ωστόσο ζαριά, γιατί αλλού "έκατσε" το ζάρι όμως του 'δωσα μια και γύρισε πλευρά. Όχι επειδή δεν πίστευα στη μοίρα (που δεν πίστευα) αλλά επειδή πίστευα σε μένα, που ήξερα.
Ή φοβόμουν.
Αλλά πάλι ...αν;
Μια ζαριά για έξι πιθανότητες. Ένα νόμισμα για δύο. Μια λέξη για μια ζωή.


*   "Δανεισμένος" στίχος από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο.
**  Φρίττω και μόνο στη σκέψη πώς θα ήμουν τώρα αν είχα επιλέξει περισσότερα τετραγωνικά σπιτιού απ' αυτά που τελικά επέλεξα. Φρίττω. Γιατί περισσότερα τετραγωνικά σημαίνουν περισσότερα χρήματα κι αυτά σημαίνουν μεγάλο δάνειο... 
Tί θα σήμαινε αυτό; το αφήνω στη φαντασία σας.





Τρίτη 30 Απριλίου 2013

ΧΡΩΜΑΤΑ

Κόκκινο (13/4/2013, 18:00)
Με κόκκινο και βλέμμα φωτιά
Με λέξεις καρφιά
Με φράσεις αρραγείς
Γεμάτες νοήματα
Που συλλέγεις
Από τους κάδους των αισθημάτων
που αφήνουν οι άνθρωποι
Ράκη αυτοί
Ρακοσυλλέκτης εσύ.
Στα λερωμένα αποκτήματα
Βάζεις τους τόνους για στολίδια.
Πυκνά πάθη
Συχνά λάθη
Πάντα θυσία
στο βωμό του ανεκπλήρωτου.
Κοιτάς το είναι μου
Και βγάζεις την ψυχή μου
Μίγμα απορίας κι ερωτήσεων
γι’ αυτό που δεν κατάφερα
Δεμένη
στον τροχό του αγεφύρωτου χάσματος
Εγκλωβισμένη
Ανάμεσα στο κλισέ του «ίσως»
των υπεκφυγών
Που «αυτονόητο» ονόμασαν
Χάριν οικονομίας του λόγου
Χάριν αδυναμίας του αληθούς.
Γι’ αυτό κι εγώ πέταξα το κλειδί
Έκλεισα ρωγμές
Με χρώμα αδιαπέραστο
κόκκινο της φωτιάς.
Έκλεισα λογαριασμούς
με χρώμα συμπαγές
κόκκινο της καρδιάς.
Έκλεισα εκκρεμότητες
Τις έβαψα κόκκινες κι αυτές
Του πάθους.
Κατέβηκα τη σκάλα κινδύνου
Τρέχοντας
Να γλιτώσω από τον ποιητή
που είδε μέσα μου.
Γκρεμοτσακίστηκα.
Απόσταση μεγάλη από το έδαφος
που νόμιζα ασφαλές
αλλά ήταν της απώλειας.



Κίτρινο (21/4/2013, 16:00)
Έψαξα το κλειδί.
Αυταπάτη.
Η πόρτα είχε μόνο είσοδο.
Από πού να φύγω;
Όμως... έκλεισα τις οπές της
με χρώμα πυκνό κίτρινο,
χλωμό
Να μη μπορείς να δεις
τί κρύβεται πίσω της   
Έβαψα με θάρρος
την προσπάθεια   
Όρμηξα στην έξοδο κινδύνου 
Να σωθώ από τον ποιητή
Που με καταδίωκε    
Που «έσπασε» το συμπαγές
Αποσύνθεσε το χρώμα
Δεν ήταν το κίτρινο του ήλιου
Ούτε της μαργαρίτας
Και βέβαια όχι της λάμψης
απατηλής ή άλλης.
Ήταν μεμβράνη που με τύφλωνε
Ξεχειλωμένη πια, άρα διαφανής
Έτοιμη να σπάσει.
Ο ποιητής ακόμη εκεί
Με εργαλεία τις λέξεις του
Με γνώση τις σκέψεις του
Διέσπασε το χλωμό
και διαφανές το έκαμε
Ώστε μπόρεσε τελικά να δει μέσα μου.
Προσπάθησα να καθαρίσω τα μάτια
από την υγρή ανυπαρξία μου.
Η έξοδος ήταν στενή
Δεν το πρόσεξα.
Έπεσα με δύναμη επάνω της.
Τσακίστηκα ξανά.   
Το βάρος της θέλησής μου
την έσπασε.
Απόσταση μεγάλη από το άνοιγμα
Που νόμιζα επαρκές
για να χωρέσει τις προσδοκίες μου
τον αγώνα μου
τον όρκο μου
τον καημό μου
Μέχρι την άλλη μεριά
Μιας άλλης ζωής που έμοιαζε νεκρή.
Δεν θέλησα.
Έφυγα με δύναμη μπροστά.
Πέταξα
Με φτερά τα μάτια μου
Ορθάνοιχτα.
Η περιέργεια με δικαίωσε
Εκεί θα ζούσα
Κάποτε.





Μπλε (21/4/2013, 14:00)
Το μπλε σε μάτια με περίγραμμα
Διακεκομμένης γραμμής
Μια αλήθεια, ένα ψέμα
Προσοχή στο κενό ανάμεσά τους
Είναι η παγίδα της ευπιστίας μας
Είναι η λαίλαπα της αυταπάτης μας
Είναι η απογοήτευση γι’ αυτό που δεν ήρθε
Είναι ο ζόφος της εποχής που δεν περιμέναμε
Είναι ο τρόμος της κοινωνίας που καραδοκεί
Να κρυφτεί πίσω από το παρελθόν της
Που ανύπαρκτο παρ’ όλα αυτά
της βγάζει τη γλώσσα
«ψάξε, ψάξε δεν θα με βρεις».
Είναι ο συρμός των προσδοκιών μας
Που βαίνει σε αδιέξοδο
Μπρος πίσω ο μηχανοδηγός του
Σε προσπάθεια απέλπιδα
Να βρει το μπλε της ελπίδας
Που έχει προ πολλού ακυρωθεί.
Κι όμως
Αυτό το μπλε
με διαλυτικό τα όνειρα
Γίνεται γαλάζιο
Και μετά ουρανός
Με τα σύννεφα
Γκρίζα κάποτε
Πολύτιμα στολίδια όμως
Να διακόπτουν την μονοτονία
Του ενιαίου
Του αδιαίρετου
Του ακίνητου
Του υποσχόμενου
το κενό.



Μαύρο (10/4/2013, 18:00)

Με μαύρο ύφανα το λευκό
και σχέδια βγαλμένα
από το άπειρο
Ξέβαψα το κόκκινο
με δάκρυα πικρά
Κέντησα το μπλε
με άδειες φλέβες
Κράτησα το αίμα τους
Να φτιάξω κρόσσια
Στο μαξιλάρι που πάνω του έγειρα
Να ξεχάσω αυτά που δεν μπόρεσα
Να μην τρομάζω απ’ αυτά
που θα γίνω.
Κι όταν ξυπνώ
Το μαύρο χρώμα
του περιεχομένου του
Δεν μ’ αφήνει να διακρίνω
τη στιγμή
Που όλα θα τραβηχτούν στην άκρη
Σαν κουρτίνα που πάλιωσε
Που σκίστηκε
Που λερή κι άχρηστη
Θα κρέμεται, ίσα ίσα
να την τραβήξει η Σκάρλετ
να ντύσει τη γύμνια
της ματαιοδοξίας της.
"Frankly my dear I don’t give a damn".
Τώρα είμαι μόνη
προς το παρόν
Στο κάτω σκαλί
Της φαρδιάς σκάλας
του καινούργιου
Που ωστόσο είναι το πρώτο
με υλικό από το παλιό οικοδόμημα
που κατέρρευσε.
Θα το ανέβω
Ν’ αγναντέψω τα υπόλοιπα
Που με μαθηματική ακρίβεια
Και πειθαρχημένα
Δίνουν τη θέση τους το ένα στο άλλο
Μεταφέροντας εμένα
Διαδοχικά από το τίποτα
στο κάπου.
Σηκώνω το κεφάλι
Κοιτώ το τέλος της,
τον προορισμό μου.
Δεν είναι ορατός.
Τα πόδια δεν κινούνται
Με αμήχανη σιωπή
αναρωτιούνται και αυτά.
Quo vadis;
Η σκάλα κυλιόμενη
Σαν σε σταθμό υπόγειου σιδηρόδρομου
Αναλαμβάνει την ευθύνη
Της μεταφοράς μου
Στο χθες
μήπως τολμήσω
το αύριο.