Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Ποιός θα επιστρατεύσει τους "πολιτικούς";


Μ' αρέσει βρε που σε μια χώρα-μπουρδέλο (με την κακή την έννοια) με κατοίκους καθόλου "πουτάνες" όμως (με την καλή την έννοια), χωρίς δημοκρατία, χωρίς ελευθερία, χωρίς μέλλον (αφού δεν μάθαμε τίποτε από το παρελθόν), χωρίς καμία επιθυμία για το καινούργιο, χωρίς καμία διάθεση ν' αγωνιστούμε για τη ζωή μας, αφού τους την παραχωρήσαμε αμαχητί τελικά, όλοι σκοτώνονται να πάρουν θέση για την απεργία των καθηγητών. Κυρίως εναντίον.

ΟΜΩΣ την περίπτωση να την έχουν χεσμένη την όποια άποψή μας εκεί στην κυβέρνηση την σκεφτόμαστε;
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ και μάλιστα ...ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΑ δεν μας λέει τίποτε αυτό; Μα τίποτε;

Και πόσο μα πόσο θλίβομαι ν' ακούω μαθήτρια να λέει "επειδή τους ήρθε αυτωνών ν' απεργήσουν δεν θα την πληρώσω εγώ". Και της ευχήθηκα να μην απεργήσουν "αυτούνοι", να δώσει της εξετάσεις της, να περάσει κάπου και μετά από κόπους κι απογοητεύσεις να βρει τελικά δουλειά με 150 ευρώ περίπου, όσος θα είναι τότε ο κατώτατος μισθός. Μην σας πω κι ο μόνος μισθός ... κι αυτό αν φανεί τυχερή.

Ευτυχώς όμως ήρθε, σταλμένος απ' το Θεό θα 'λεγε κανείς, ο χθεσινός τελικός αγώνας(;) για το κύπελλο ώστε να περάσουν ΟΛΑ ΩΣ ΔΙΑ ΜΑΓΕΙΑΣ σε δεύτερη, τρίτη, τέταρτη ή και καθόλου μοίρα.

Εγώ πάντως και λόγω της σημερινής "γιορτής της μητέρας" δηλώνω ανερυθρίαστη πως ό,τι είμαι το οφείλω στην οικογένειά μου, κυρίως στη ΜΑΝΑ ΜΟΥ, στους δασκάλους και τους καθηγητές μου (ίσως όχι σε όλους) - και που ένας θεός ξέρει τί έχουν τραβήξει από μένα - γιατί πάνω απ' όλα (εκτός από τα γράμματα) μου έμαθαν ότι στη ζωή μου πρέπει να κάνω επιλογές. Εγώ και κανένας άλλος αντ' εμού. Σωστές επιλογές ή ακόμα και λάθος επιλογές, δεν έχει σημασία, αφού ο "δρόμος" που θα "περπατήσω" θα είναι δρόμος χαραγμένος από εμένα. Μου έμαθαν ακόμη να διεκδικώ το δικαίωμα ν' αποφασίζω εγώ για τη ζωή μου, να παλεύω γι' αυτήν, ν' αγωνίζομαι. Τώρα θα μου πείτε τί θυμήθηκα κι εγώ από το εκπαιδευτικό σύστημα του ...1821.

Τα καταφέρνω; Όχι πάντα. Αλλά όταν δεν τα κάνω "πουτάνα όλα" τα ψιλοκαταφέρνω θα 'λεγε κανείς. Κουτσά στραβά αλλά και με παρενέργειες βεβαίως βεβαίως... Πότε έτσι και πότε αλλιώς (κυρίως αλλιώς). Μία πάνω και μία κάτω (κυρίως κάτω). Κάποιες φορές γελάω και κάποιες άλλες κλαίω (περισσότερες). Άλλες φορές πάλι με ανάποδη σειρά ...δηλαδή πρώτα κλαίω και μετά γελάω (λιγότερο). Πολύ συχνά όμως ταυτόχρονα (ισοπόσως). Τα γέλια είναι το αντιβιωτικό μου, το ελιξήριό μου, το ηχηρό νέκταρ μου, η εκκωφαντική αμβροσία μου, η ανάσα μου. Τα πολύτιμα αλλά σπάνια πλέον βοηθήματά μου. Τα δάκρυα είναι ανάσα κι αυτά αλλά είναι και λίπασμα και βοηθούν το άγονο έδαφος του αδιανόητου ως χθες σημερινού μου βίου να δώσει καρπό-ελπίδα για τη συνέχεια. Τα δάκρυα είναι ποτιστική βροχούλα όπου στην απελπιστική ξηρασία των ημερών φθάνει ευεργετικά στις λιγοστές ρίζες βοηθώντας να "σκάσει μύτη" πάνω από την επιφάνεια η πρώτη χλωρίδα. Είναι "υλικό" που μαλακώνει και λειαίνει τα κακοτράχαλα μονοπάτια και κάνει τα βήματά μου λίγο πιο εύκολα. Είναι το "περιεχόμενο" της προσωπικής μου κολυμπήθρας του Σιλωάμ, είναι το "πλυντήριο" των άσχημων συναισθημάτων που κοντεύουν πια να γίνουν δεύτερό μου δέρμα.

Αλλά ανάμεσα σε όλα αυτά προλαβαίνω να αναρωτηθώ "Σε πόσες πολιτικές επιστρατεύσεις ξυπνάει κανείς"; "Ποιός θα επιστρατεύσει τους επιστρατευτές"; Κι άλλα τέτοια ανότητα και γραφικά.

Και τώρα χαίρετε... εργάζομαι σήμερα ξέρετε... έχω επιστρατεύσει τον εαυτό μου. Η ανάγκη βλέπετε...









Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Bloody May


Η Πρωτομαγιά ήταν αργία. Δεν είχαμε σχολείο.
Αλλά την προηγούμενη η δασκάλα μας μάθαινε να φτιάχνουμε λουλουδένια στεφάνια.
Έβλεπα πολλά σπίτια να έχουν κρεμασμένα τέτοια στεφάνια στα μπαλκόνια τους. Στο δικό μας όχι. Η μαμά κι ο μπαμπάς τα σνόμπαραν αυτά. Έτσι νόμιζα δηλαδή αν και τότε δεν ήξερα καν ότι υπήρχε η λέξη "σνομπ" και τα παράγωγά της, πόσω μάλλον την σημασία τους.
Το πήγαινα όμως το στεφάνι, το φτιαγμένο απ' τα χεράκια μου, στη μαμά, αυτή χαμογελούσε και με κοιτούσε μ' εκείνο το βλέμμα "αθώομουπαιδίδενείναιμέραλουλουδιώνηΠρωτομαγιά".
Και χωρίς πολλά πολλά έμαθα από τα μικράτα μου τί ακριβώς είναι η Πρωτομαγιά και να προσθέτω μπροστά της ως επιθετικό αλλά κι ουσιαστικό προσδιορισμό την επίσης άγνωστη μέχρι τότε για μένα λέξη "Εργατική". 
Εργατική Πρωτομαγιά λοιπόν, όλοι φαντάζομαι πως ξέρετε τί ακριβώς γιορτάζουμε σήμερα, κι αν δεν το ξέρετε να το μάθετε παρακαλώ.

ΟΜΩΣ...
Εκτός από την ιστορική καταβολή της μέρας και της καθιερωμένης Απεργίας - κατ' ευφημισμόν "Αργίας της Πρωτομαγιάς" - κι άλλα πράγματα συνέβησαν κατά τον ρουν των γεγονότων που σημάδεψαν αυτή την έρμη χώρα. Για τα οποία επίσης ενημερώθηκα από τρυφερή ηλικία ακόμη.
Τα μπροστινά διαμερίσματα της πολυκατοικίας που μέναμε έβλεπαν κατά Βύρωνα μεριά. Το δικό μας έβλεπε κατά Καισαριανή μεριά. Κι αν στραβολαιμιαζόμουνα λίγο από το παράθυρο της κουζίνας μας έβλεπα κατά Παγκράτι μεριά... Δήμος Αθηναίων. Έτσι κάθε Πρωτομαγιά άκουγα να έρχεται από τη μεριά του Σκοπευτηρίου δυναμωμένη από τα μεγάφωνα εκείνη η βροντερή φωνή...

 "Όνομα... 
ΠΑΡΩΝ .... ΠΑΡΩΝ"

Μετά μεγάλωσα, πήγα σε άλλο σπίτι που ήταν ακριβώς δίπλα στο Σκοπευτήριο.
Την Πρωτομαγιά δεν ήθελα να πηγαίνω σε διαδηλώσεις και πορείες. Δεν μου έλεγαν τίποτα τη συγκεκριμένη μέρα.
Καθόμουνα όμως στη βεράντα του σπιτιού μου κι άκουγα.
Όνομα...
ΠΑΡΩΝ

Όνομα...
ΠΑΡΩΝ

Όνομα...
ΠΑΡΩΝ

Κι άλλο Όνομα...
ΠΑΡΩΝ...

Και μετά κι άλλο ένα Όνομα
ΠΑΡΩΝ...


....10 χρόνια πέρασαν σε αυτό το σπίτι... και πάρα πολλά άλλα που έχω φύγει...
Όμως ακόμα έχω στ' αυτιά μου αυτή τη βροντερή φωνή που ερχόταν από τα μεγάφωνα του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής...

ΠΑΡΩΝ...

...συμβολικά ΠΑΡΩΝ...

Έτσι από νωρίς έμαθα και ήθελα - με βροντερή κι εγώ φωνή αρχικά  - να φωνάζω αλλά και να είμαι "ΠΑΡΟΥΣΑ" για οτιδήποτε χρειαζότανε σ' αυτόν τον τόπο.
Μετά η φωνή έπαψε να είναι βροντερή κι απλώς φώναζα "ΠΑΡΟΥΣΑ"...
Σιγά σιγά η φωνή άρχισε να χαμηλώνει ... ωστόσο πάλι "ΠΑΡΟΥΣΑ".
Και τώρα ...μη νομίζετε... πάλι "ΠΑΡΟΥΣΑ" είμαι...
αλλά το λέω πια από μέσα μου... μην τρομάξει και κανείς...
κι ελπίζω να μπορώ να το λέω και να χρειαστεί κιόλας να είμαι κάποτε "ΠΑΡΟΥΣΑ" κι αυτή η φωνή μου να μην είναι "Φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ".... μέρες που είναι...

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ


ΥΓ. Και όχι δεν ξέχασα καθόλου πως σαν σήμερα το 1976 σκοτώθηκε ή "σκοτώθηκε" ο Αλέξανδρος Παναγούλης. Οι δεσμοί ανάμεσα στην οικογένεια Παναγούλη και τη δική μου ήταν ισχυροί, γι' αυτό άλλο σοκ κι αυτό τότε ...ν' ακούσω τον γείτονα να λέει στη μάνα μου "μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις". "Βρε άει στο διάολο" είπα. Και ήταν η πρώτη φορά που η μάνα μου δεν με μάλωσε γι' αυτό. Μάλλον θα το είπε κι η ίδια... από μέσα της.









Τρίτη 30 Απριλίου 2013

ΧΡΩΜΑΤΑ

Κόκκινο (13/4/2013, 18:00)
Με κόκκινο και βλέμμα φωτιά
Με λέξεις καρφιά
Με φράσεις αρραγείς
Γεμάτες νοήματα
Που συλλέγεις
Από τους κάδους των αισθημάτων
που αφήνουν οι άνθρωποι
Ράκη αυτοί
Ρακοσυλλέκτης εσύ.
Στα λερωμένα αποκτήματα
Βάζεις τους τόνους για στολίδια.
Πυκνά πάθη
Συχνά λάθη
Πάντα θυσία
στο βωμό του ανεκπλήρωτου.
Κοιτάς το είναι μου
Και βγάζεις την ψυχή μου
Μίγμα απορίας κι ερωτήσεων
γι’ αυτό που δεν κατάφερα
Δεμένη
στον τροχό του αγεφύρωτου χάσματος
Εγκλωβισμένη
Ανάμεσα στο κλισέ του «ίσως»
των υπεκφυγών
Που «αυτονόητο» ονόμασαν
Χάριν οικονομίας του λόγου
Χάριν αδυναμίας του αληθούς.
Γι’ αυτό κι εγώ πέταξα το κλειδί
Έκλεισα ρωγμές
Με χρώμα αδιαπέραστο
κόκκινο της φωτιάς.
Έκλεισα λογαριασμούς
με χρώμα συμπαγές
κόκκινο της καρδιάς.
Έκλεισα εκκρεμότητες
Τις έβαψα κόκκινες κι αυτές
Του πάθους.
Κατέβηκα τη σκάλα κινδύνου
Τρέχοντας
Να γλιτώσω από τον ποιητή
που είδε μέσα μου.
Γκρεμοτσακίστηκα.
Απόσταση μεγάλη από το έδαφος
που νόμιζα ασφαλές
αλλά ήταν της απώλειας.



Κίτρινο (21/4/2013, 16:00)
Έψαξα το κλειδί.
Αυταπάτη.
Η πόρτα είχε μόνο είσοδο.
Από πού να φύγω;
Όμως... έκλεισα τις οπές της
με χρώμα πυκνό κίτρινο,
χλωμό
Να μη μπορείς να δεις
τί κρύβεται πίσω της   
Έβαψα με θάρρος
την προσπάθεια   
Όρμηξα στην έξοδο κινδύνου 
Να σωθώ από τον ποιητή
Που με καταδίωκε    
Που «έσπασε» το συμπαγές
Αποσύνθεσε το χρώμα
Δεν ήταν το κίτρινο του ήλιου
Ούτε της μαργαρίτας
Και βέβαια όχι της λάμψης
απατηλής ή άλλης.
Ήταν μεμβράνη που με τύφλωνε
Ξεχειλωμένη πια, άρα διαφανής
Έτοιμη να σπάσει.
Ο ποιητής ακόμη εκεί
Με εργαλεία τις λέξεις του
Με γνώση τις σκέψεις του
Διέσπασε το χλωμό
και διαφανές το έκαμε
Ώστε μπόρεσε τελικά να δει μέσα μου.
Προσπάθησα να καθαρίσω τα μάτια
από την υγρή ανυπαρξία μου.
Η έξοδος ήταν στενή
Δεν το πρόσεξα.
Έπεσα με δύναμη επάνω της.
Τσακίστηκα ξανά.   
Το βάρος της θέλησής μου
την έσπασε.
Απόσταση μεγάλη από το άνοιγμα
Που νόμιζα επαρκές
για να χωρέσει τις προσδοκίες μου
τον αγώνα μου
τον όρκο μου
τον καημό μου
Μέχρι την άλλη μεριά
Μιας άλλης ζωής που έμοιαζε νεκρή.
Δεν θέλησα.
Έφυγα με δύναμη μπροστά.
Πέταξα
Με φτερά τα μάτια μου
Ορθάνοιχτα.
Η περιέργεια με δικαίωσε
Εκεί θα ζούσα
Κάποτε.





Μπλε (21/4/2013, 14:00)
Το μπλε σε μάτια με περίγραμμα
Διακεκομμένης γραμμής
Μια αλήθεια, ένα ψέμα
Προσοχή στο κενό ανάμεσά τους
Είναι η παγίδα της ευπιστίας μας
Είναι η λαίλαπα της αυταπάτης μας
Είναι η απογοήτευση γι’ αυτό που δεν ήρθε
Είναι ο ζόφος της εποχής που δεν περιμέναμε
Είναι ο τρόμος της κοινωνίας που καραδοκεί
Να κρυφτεί πίσω από το παρελθόν της
Που ανύπαρκτο παρ’ όλα αυτά
της βγάζει τη γλώσσα
«ψάξε, ψάξε δεν θα με βρεις».
Είναι ο συρμός των προσδοκιών μας
Που βαίνει σε αδιέξοδο
Μπρος πίσω ο μηχανοδηγός του
Σε προσπάθεια απέλπιδα
Να βρει το μπλε της ελπίδας
Που έχει προ πολλού ακυρωθεί.
Κι όμως
Αυτό το μπλε
με διαλυτικό τα όνειρα
Γίνεται γαλάζιο
Και μετά ουρανός
Με τα σύννεφα
Γκρίζα κάποτε
Πολύτιμα στολίδια όμως
Να διακόπτουν την μονοτονία
Του ενιαίου
Του αδιαίρετου
Του ακίνητου
Του υποσχόμενου
το κενό.



Μαύρο (10/4/2013, 18:00)

Με μαύρο ύφανα το λευκό
και σχέδια βγαλμένα
από το άπειρο
Ξέβαψα το κόκκινο
με δάκρυα πικρά
Κέντησα το μπλε
με άδειες φλέβες
Κράτησα το αίμα τους
Να φτιάξω κρόσσια
Στο μαξιλάρι που πάνω του έγειρα
Να ξεχάσω αυτά που δεν μπόρεσα
Να μην τρομάζω απ’ αυτά
που θα γίνω.
Κι όταν ξυπνώ
Το μαύρο χρώμα
του περιεχομένου του
Δεν μ’ αφήνει να διακρίνω
τη στιγμή
Που όλα θα τραβηχτούν στην άκρη
Σαν κουρτίνα που πάλιωσε
Που σκίστηκε
Που λερή κι άχρηστη
Θα κρέμεται, ίσα ίσα
να την τραβήξει η Σκάρλετ
να ντύσει τη γύμνια
της ματαιοδοξίας της.
"Frankly my dear I don’t give a damn".
Τώρα είμαι μόνη
προς το παρόν
Στο κάτω σκαλί
Της φαρδιάς σκάλας
του καινούργιου
Που ωστόσο είναι το πρώτο
με υλικό από το παλιό οικοδόμημα
που κατέρρευσε.
Θα το ανέβω
Ν’ αγναντέψω τα υπόλοιπα
Που με μαθηματική ακρίβεια
Και πειθαρχημένα
Δίνουν τη θέση τους το ένα στο άλλο
Μεταφέροντας εμένα
Διαδοχικά από το τίποτα
στο κάπου.
Σηκώνω το κεφάλι
Κοιτώ το τέλος της,
τον προορισμό μου.
Δεν είναι ορατός.
Τα πόδια δεν κινούνται
Με αμήχανη σιωπή
αναρωτιούνται και αυτά.
Quo vadis;
Η σκάλα κυλιόμενη
Σαν σε σταθμό υπόγειου σιδηρόδρομου
Αναλαμβάνει την ευθύνη
Της μεταφοράς μου
Στο χθες
μήπως τολμήσω
το αύριο.