Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του κοινωνικού αυτοματισμού

Ας πάρουμε τη φανταστική περίπτωση που το κοριτσάκι πέθανε στον ύπνο του είτε σκοτώθηκε ενώ έπαιζε. Κι αυτό αποδεικνύονταν πέραν πάσης αμφιβολίας. Αλλά οι μετέπειτα πράξεις του τέρατος ήσαν οι ίδιες. Προσωπικά θα ένοιωθα την ίδια ακριβώς αποστροφή, οργή και ταραχή και θα είχα ακριβώς τα ίδια "συναισθήματα". 
Σας διαβεβαιώ το ίδιο κι εσείς.

Όμως ο νόμος άλλη ποινή προβλέπει για ανθρωποκτονία κι άλλη για εξύβριση νεκρού.
Με αφορμή διάφορα ειδεχθή (ή όχι πολύ ειδεχθή) εγκλήματα ο κόσμος σκέφτεται στα σοβαρά την επαναφορά της θανατικής ποινής. Ειδικά σε μια τέτοια περίπτωση - λένε πολλοί άνθρωποι - θα υποστήριζαν μια θανατική καταδίκη. Να θυμίσω πως πέραν της ομολογίας του ...ας πούμε πατέρα, το πτώμα του παιδιού είναι αδύνατον να βρεθεί ώστε πέραν πάσης αμφιβολίας να διασαφηνιστεί ο τρόπος του ...θανάτου του. Άρα δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη ποινή στον συγκεκριμένο άνθρωπο ακόμη κι αν έχει ομολογήσει το έγκλημα.

Όταν το δυτικό δίκαιο απομακρύνθηκε από την ισχύ της θανατικής καταδίκης γιατί λέτε πως το έκανε; Επειδή αυτοί που νομοθετούν κάνουν ...εκπτώσεις στο είδος των κακουργημάτων; Ή χαλαρώνουν τις δυτικές περί δικαίου αρχές και αξίες; Όχι βέβαια. Η θανατική ποινή καταργήθηκε για πάρα πολλούς (άλλους) λόγους. Και καλά έκανε αφού, εκτός από αυτούς τους λόγους, κάποιες φορές τα όρια ανάμεσα στο πιο ειδεχθές έγκλημα (για το οποίο θα θέλαμε ενδεχομένως μια θανατική καταδίκη) κι ένα λιγότερο ειδεχθές είναι δυσδιάκριτα.
Ένας από τους σημαντικότερους λόγους είναι το λάθος και τα πάμπολλα προβλήματα που συνοδεύουν τη θανατική ποινή όπως ο υπαρκτός κίνδυνος της εκτέλεσης ενός αθώου ανθρώπου. Ζητήματα που τα συναντάμε
μέχρι σήμερα σε όσες αμερικανικές Πολιτείες ισχύει η ποινή του θανάτου.
Το δυτικό δίκαιο στηρίχθηκε λοιπόν στην αρχή "καλύτερα ένας ένοχος ελεύθερος παρά ένας αθώος καταδικασμένος στην εσχάτη των ποινών" (ή κάπως έτσι).
Λένε τότε - σαν αντεπιχείρημα - πολλοί άνθρωποι πως θα έπρεπε να εφαρμόζεται αυτή η ποινή τουλάχιστον στις περιπτώσεις που ο δράστης έχει ομολογήσει. Μα τότε είναι σχεδόν σίγουρο πως δεν θα ομολογούσε κανείς, ίσως μόνο εκείνος που θα επιζητούσε τη λύτρωση μέσω της ποινής αυτής. Άρα δεν πρόκειται για τιμωρία αλλά για "χάρη".

Επειδή όμως η θανατική καταδίκη δεν είναι παίξε-γέλασε κι επειδή δεν είναι αναστρέψιμη, ακόμη και σε όσες Πολιτείες της Αμερικής ισχύει, μεσολαβεί τόσο μεγάλο διάστημα από την καταδίκη μέχρι την εκτέλεση ώστε πολλές φορές θανατώνεται ένας τελείως "διαφορετικός" άνθρωπος από αυτό που ήταν όταν διέπραττε το ειδεχθές έγκλημά του.

Και με βάση τις στατιστικές η καταδίκη στην εσχάτη των ποινών δεν έχει επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα για τη μείωση - έστω - της ειδεχθούς εγκληματικότητας αλλά αντίθετα έχει κάνει αυτού του είδους τους εγκληματίες εξαιρετικά επιδέξιους όσο κι εφευρετικούς στην κάλυψη των βάρβαρων πράξεών τους.

Πολλές φορές έχω ρωτηθεί - και είμαι σίγουρη πως έχετε ρωτηθεί κι εσείς - τί θα έκανα αν το δικό μου παιδί (ή η μάνα μου) έπεφτε θύμα τέτοιας αγριότητας. Η απάντησή μου είναι ότι πολύ πιθανόν να σκότωνα τον δράστη με τα ίδια μου τα χέρια αλλά μετά θα καθόμουν όμορφα-όμορφα στο εδώλιο του κατηγορουμένου να δικαστώ και να τιμωρηθώ επειδή θα είχα κι εγώ με τη σειρά μου διαπράξει ένα έγκλημα. Ο δε συνήγορός μου δεν θα ήθελα να υπερασπιστεί την πράξη μου.
(Αλήθεια πόσο παρεξηγημένη είναι η έννοια "συνήγορος υπεράσπισης" όταν αυτός ο επαγγελματίας το μόνο που κάνει είναι να εξασφαλίζει στον κατηγορούμενο πως θα έχει μια δίκαιη δίκη και μια τιμωρία ανάλογη με το έγκλημα. Αφού ο ρόλος του δεν είναι να υπερασπισθεί την πράξη αλλά - μέσω πολύπλοκης μερικές φορές διαδικασίας - ανάλογα με τις ικανότητές του και με τις δυνατότητες που παρέχει η νομολογία, να βοηθά ή να "βοηθά" το δικαστήριο να βγάλει σωστή απόφαση.)
Το μόνο λοιπόν που θα ήθελα από αυτόν τον συνήγορο θα ήταν να εξασφαλίσει πως θα δικαστώ σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο της Πολιτείας εκείνη τη χρονική στιγμή και πως η ποινή μου θα ήταν ανάλογη του εγκλήματός μου.
Και δεν θα έβγαζα κιχ. 


Κατά τη διάρκεια των σπουδών και της ζωής μου γενικότερα δεν ήταν εύκολο να αποδεχθώ πως η θανατική ποινή δεν αρμόζει σε μια πολιτισμένη κοινωνία.
Το γεγονός ότι σήμερα, μετά από όλη αυτήν τη φρίκη, εξακολουθώ να αντιστέκομαι σε αυτού του είδους τον κοινωνικό αυτοματισμό σε σχέση με την επαναφορά του θανάτου
ως τιμωρία, να οργίζομαι με την πεποίθηση πως ένα έγκλημα θα το τιμωρήσει η πολιτεία μ' ένα άλλο έγκλημα, σημαίνει πως είναι τόσο βαθιά ριζωμένες μέσα μου αυτές οι πεποιθήσεις που όσες φορές κι αν πω "δεν αντέχεται αυτό (ή το άλλο)" δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξουν.

Εκείνα όμως που υπάρχει περίπτωση ν' αλλάξουν είναι τα όρια από το ένα "δεν αντέχεται" ως το επόμενο. Και με τρομάζει η "προοπτική" πως κάθε φορά που το λέμε (όσο κι αν το εννοούμε ειλικρινώς), ανεβαίνουμε - χωρίς καν να το επιδιώκουμε ή να το συνειδητοποιούμε - μία βαθμίδα στην κλίμακα των αντοχών μας όπου στην κορυφή της
(αν υπάρχει κορυφή και δεν ελίσσεται αυτή η κλίμακα μέχρι το άπειρο) μας περιμένει η ανοχή και η αντοχή των πάντων. Μαζί με τη θεωρία της σχετικότητας ανάμεσα σε μια ακραία πράξη και τον κοινωνικό αυτοματισμό που αυτή δημιουργεί.

Κι αυτό θα συμβαίνει όσο το ενδιαφέρον μιας κοινωνίας να "πράξει" τα δέοντα πριν το έγκλημα είναι αντιστρόφως ανάλογο με το ενδιαφέρον της όταν το έγκλημα έχει πλέον τελεσθεί.
Γι' αυτές τις πεποιθήσεις μου όμως υπάρχει και μία βασική αλλά εξίσου ριζωμένη μέσα μου προϋπόθεση: Όταν λέμε ισόβια, σε εξαιρετικές και ειδικές περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη, να είναι ΙΣΟΒΙΑ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου