Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Ένας "θόρυβος", ο βήχας και οι ξυλόπροκες


Ξύπνησα από έναν θόρυβο που δεν αναγνώριζα και που ερχόταν απ' έξω. Δεν έδωσα σημασία αλλά άκουσα τη μαμά...
- Γιάννη ξύπνα, τί είν' αυτό; (Ο Γιάννης ήταν ο μπαμπάς αλλά να υποθέσω πως τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται).
Ο μπαμπάς ήταν ελαφρώς βαρήκοος από ένα ατύχημα και καθώς ξύπνησε από τα σκουντήγματα της μαμάς απότομα δεν άκουγε καν τί του έλεγε εκείνη παραξενεμένη, ούτε λόγος ν' ακούσει και ν' απαντήσει στην ερώτηση τί ήταν αυτό που ακουγόταν.
Το σπίτι μας ήταν ένα διαμέρισμα στον δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας που δεν έβλεπε όμως στον κεντρικό δρόμο αλλά σ' ένα δρομάκι πίσω. Σηκώθηκα σιγά σιγά, άνοιξα τη μπαλκονόπορτα του δωματίου μου κι αυτός ο θόρυβος που όλοι ακούσαμε - πλην της αδελφής που κοιμόταν ακόμη τον ύπνο του δικαίου - μπήκε δυνατός μέσα στο σπίτι. Αλλά παρέμενε ακαθόριστος και σε μας αλλά απ' ό,τι κατάλαβα και σε άλλους ανθρώπους που επίσης κρυφοκοίταζαν από τα μπαλκόνια της απέναντι πολυκατοικίας.
Γκρ γκρ γκρ γκρ γκρ γκρ...

Την ώρα που πήγαινα στο δωμάτιο των γονιών μου είδα τη μαμά να φοράει τη ρόμπα της, να λέει σ' εμένα "μείνε στο κρεβάτι σου" και στο μπαμπά "πάω στην είσοδο της πολυκατοικίας να δω, αλλά δεν ξέρω, κάτι μου λέει πως δεν είναι για καλό, δεν θ' ανάψω φώτα, θα πάρω φακό".

Στο μεταξύ ξύπνησε κι η αδελφή μου, της είπα για την αναστάτωση που επικρατούσε, άκουσε κι εκείνη το θόρυβο κι όταν ο μπαμπάς μπήκε στο δωμάτιο μας είδε αγκαλιασμένες.
- Τί ειν' αυτό μπαμπά;
- Δεν ξέρω, τώρα θα πάει η μάνα σας να δει.

Όλα αυτά τα έλεγε βογγώντας όπως έκανε όταν τον πονούσε πολύ το στομάχι του. Παραξενεύτηκα γιατί το προηγούμενο βράδυ ήταν εντελώς καλά.
- Φτιάξε μου σε παρακαλώ ένα χαμομήλι, είπε στην αδελφή μου, αλλά μην ανάψεις φως στην κουζίνα, άναψε το φως του διαδρόμου.
Κι ενώ η αδελφή μου σηκωνόταν για το χαμομήλι του μπαμπά, εγώ ξεγλίστρησα κι ακολούθησα τη μαμά χωρίς να με αντιληφθεί. Μόλις βγήκε από το διαμέρισμα, άνοιξα σιγά σιγά την εξώπορτα για να δω... αφού στο μεταξύ είχαμε ακούσει κι άλλες πόρτες διαμερισμάτων ν' ανοίγουν όπως και βήματα στο διαμέρισμα του πάνω ορόφου.
Η μαμά κατέβαινε τις σκάλες με το φακό και πίσω της ακολουθούσε μια άλλη κυρία... Την ίδια στιγμή η φίλη της, η κα Πούλα, ανέβαινε από τον πρώτο όροφο για να μας χτυπήσει - όπως είπε - αλλά η μαμά και η άλλη κυρία είχαν ήδη αρχίσει να κατεβαίνουν. Την άκουσα όμως έντρομη να λέει:
- Γρήγορα, ελάτε σπίτι μου να δείτε...
Tο δικό της διαμέρισμα έβλεπε στον κεντρικό δρόμο...

Μπήκα σπίτι, έκλεισα την πόρτα, η αδελφή είχε ήδη ετοιμάσει το χαμομήλι, χώθηκα στα σκεπάσματα του δικού της κρεβατιού, ήρθε κι εκείνη, με πήρε αγκαλιά.
Ο μπαμπάς βογγώντας ρωτούσε τον εαυτό του "μα γιατί αργεί η μάνα σας, πάω να τη βρω".
- Μπαμπά... δεν είναι στην είσοδο, είναι με την κα Ελένη στο σπίτι της κας Πούλας.

Εκείνη τη στιγμή η μαμά άνοιγε την πόρτα μας και είπε "ελάτε όλοι κάτω, στης Πούλας".
Κατεβήκαμε... στα σκοτάδια... με το φακό... μπήκαμε στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου κι εκεί είδαμε την κα Πούλα και τον άντρα της να στέκονται μπροστά στη μπαλκονόπορτα και να κοιτάζουν ανάμεσα από τα δύο φύλλα της κουρτίνας. Παραμέρισαν για να κάνουν χώρο στη μαμά και το μπαμπά μου. Χώθηκα κι εγώ ανάμεσα στα πόδια τους... δεν έβλεπα όμως αλλά άκουσα πολύ καλά το μπαμπά να λέει σα χαμένος "τανκς"!!!
Δεν ήξερα τί ήταν αυτό το "τανκς"... λούφαξα πίσω από την αδελφή μου η οποία μάλλον ήξερε τί ήταν. 10 χρόνια μεγαλύτερη όλο και κάτι περισσότερο θα είχε προλάβει να μάθει. Μαζεύτηκαν οι μεγάλοι στη μέση του σπιτιού και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Τότε εγώ βρήκα ευκαιρία, άνοιξα λίγο τη μπαλκονόπορτα κι έρποντας βγήκα στο μπαλκόνι. Και είδα αυτά που ο μπαμπάς είχε πει "τανκς". Ένα απ' αυτά ανέβαινε το δρόμο κι ένα άλλο τον κατέβαινε. Γκρ γκρ γκρ γκρ... Μπήκα μέσα τρομαγμένη... "πόλεμος;" ρώτησα. Ο πόλεμος ήξερα τί ήταν, πολύ καλά μάλιστα, από τη συνήθεια της μαμάς - όπως πολλές φορές σας έχω πει - να μου διηγείται ιστορίες από τον πόλεμο και την κατοχή αντί για τη χιονάτη και την κοκκινοσκουφίτσα.
Τότε άνοιξαν το ραδιόφωνο...
"Ελληνίδες, Έλληνες", έλεγε η στριγγή φωνή.
- Όχι, δεν είναι πόλεμος, είναι "σαν" πόλεμος, είναι πραξικόπημα, δικτατορία!!!
Και αυτές άγνωστες λέξεις για μένα.
Ένιωσα πως ξαφνικά μεγάλωσα πολύ. Μέσα σε λίγα λεπτά έμαθα καινούργιες λέξεις όπως "τανκς, δικτατορία, πραξικόπημα". Το νόημά τους θα το μάθαινα σιγά σιγά τις μέρες που θ' ακολουθούσαν.

Την επομένη, τη μέρα που ξημέρωσε δηλαδή, δεν πήγαμε σχολείο. Ούτε ο μπαμπάς στη δουλειά του. Μείναμε κλεισμένοι στο σπίτι πότε στο ένα διαμέρισμα και πότε στο άλλο. Ήταν πολύ ωραία!!!
Το βράδυ ξανακατεβήκαμε στης κας Πούλας. Με σβηστά τα φώτα. Υπήρχε λέει κι απαγόρευση της κυκλοφορίας.
Ανοίξαμε λίγο τη μπαλκονόπορτα κι εγώ με την αδελφή και τη μαμά ξαπλώσαμε στο δάπεδο του μπαλκονιού όπου ανάμεσα στις γλάστρες με τους φίκους βλέπαμε το δρόμο.
Υπήρχαν αστυνομικοί, δυό - δυό, τρεις - τρεις που περπατούσαν πάνω κάτω το δρόμο. Αισθάνθηκα πως κάποιοι είχαν σταματήσει κάτω από το μπαλκόνι και μιλούσαν ψιθυριστά. Τότε μ' έπιασε βήχας. Προτού η μαμά με χώσει άρον άρον μέσα στο σπίτι πρόλαβα και τους άκουσα να λένε "Να κάνεις γαργάρες με ξυλόπροκες".
Αυτό δεν το ξέχασα ποτέ. Ούτε πρόκειται. Και κάθε φορά που έχω βήχα αυτό θυμάμαι. Και ξαναγυρίζω σ' εκείνη τη μαύρη μέρα. Το καλό είναι πως για λίγο ξαναγίνομαι παιδί. Με θράσος, αναίδεια κι άγνοια κινδύνου. Αλλά και με βήχα που θα τον θεράπευαν οι ξυλόπροκες.

Κι έτσι, αγαπητό μου ημερολόγιο, κύλησε το πρώτο εικοσιτετράωρο αυτής της μαύρης περιόδου που από τούδε κι εφεξής, χάριν συντομίας θα το λέγαμε "Χούντα".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου