Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

 Shadow on the wall...

I’m Not There Street Art: Invisible Man’s Shadows by Pol Úbeda Hervàs

Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί

                                                  Άλκης Αλκαίος

Δεν ξέρω πόσο έχουμε εμπεδώσει ή έστω μόνο συνειδητοποιήσει ότι στις μέρες που διανύουμε, μπροστά στα μάτια μας, γράφεται Ιστορία.
Ιστορία πυκνή, πρωτόγνωρη για τα ...ευαίσθητα (ή μη) προσωπικά μας δεδομένα.
Το μελάνι της γραφής της πάντα ήταν και πάντα θα είναι ανεξίτηλο.
Η οσμή των γεγονότων που καταγράφει διαχέεται από γενιά σε γενιά. Μόνο που σιγά σιγά εξασθενεί ενώ κατακάθεται παντού δίνοντας σιγά σιγά στα "γραπτά" της την πατίνα του χρόνου. Οσμή που επαναδημιουργείται ή επαναλαμβάνεται για να μας υπενθυμίσει πως καλό είναι να ρίχνουμε πού και πού μια ματιά προς τα πίσω στη διάρκεια της περιπλάνησης στον μικρόκοσμό μας.
Τα γεγονότα έχουν γεύση τη στιγμή που τα ζεις, γεύση που γίνεται μνήμη μόλις αυτά περάσουν ανεπιστρεπτί.   
Η Ιστορία μας αγνοεί. Όσο πανικό και να παθαίνουμε αυτή γράφεται.

Η Ιστορία δεν προηγείται αλλά έπεται. Κι όταν καμιά φορά επαναλαμβάνεται, ως φάρσα "κατά τας γραφάς", είναι που η ίδια η ζωή την καλεί να γίνει άλλες φορές "μήτηρ μαθήσεως" κι άλλες ο "δαίμων του τυπογραφείου".

Κι εμείς...

...εμείς μπορούμε να κοιτάζουμε αποσβολωμένοι, να παρακολουθούμε πανικόβλητοι ή να γίνουμε μέρος της.
Η Ιστορία είναι ύπουλη. Πάντα γράφεται αλλά φροντίζει να μην το παίρνουμε χαμπάρι. Κάποιες φορές όμως, όπως τώρα, γράφεται φανερά, αυθάδικα. Αυτή μας βγάζει τη γλώσσα κι εμείς καλό θα είναι να της την κόψουμε.
Ιδού η πρόκληση της εποχής μας.

Κι ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. 

Πριν μερικά χρόνια, όταν στην Αφρική καραβάνια εκατομμυρίων προσφύγων έφευγαν από τις εμπόλεμες ζώνες προς ασφαλέστερες γειτονικές χώρες, μέχρι να ξεσπάσουν κι εκεί πόλεμοι και να ξεσπιτωθούν ξανά, παρακολουθούσαμε με κομμένη την ανάσα.
Κι ίσως κανείς δεν πίστευε πως θα δούμε τέτοιες σκηνές στο δικό μας ευρύτερο ευρωπαϊκό σπίτι.
Τώρα λοιπόν που καραβάνια προσφύγων από τη Συρία (ή και αλλού) προσπαθούν να μετακινηθούν στην ασφαλή (τουλάχιστον και προς το παρόν από πολέμους) Ευρώπη δεν είναι καθόλου λίγοι οι ευρωπαίοι (και έλληνες) πολίτες που πέφτουν από τα σύννεφα.
Οι διασώστες όμως δεν ευκαιρούν να τους μαζέψουν από το έδαφος.
Σώζουν ζωές άλλων.

Παρότι προσωπικά δεν έπεσα από τα σύννεφα, τα πρώτα γράμματα που "στοιχειοθετεί" η Ιστορία τούτες τις στιγμές, με συγκλονίζουν.

(Όχι, εγώ δεν θα πω το κλασικό και χιλιοειπωμένο ότι με συγκλονίζει το δράμα αυτών των ανθρώπων. Γιατί δεν πρόκειται για κάποιου είδους δράμα που αφορά κάποιους ανθρώπους. Αντίθετα πιστεύω πως πρόκειται για την πορεία των ανθρώπων εν γένει όσο δεν συνειδητοποιούμε όλοι μαζί πόσο απλό και εύκολο είναι να ζήσουμε όμορφα σε τούτη τη γη που την πατούμε μέχρι μέσα θε να μπούμε.
Κι επίσης δεν πρόκειται για "δράμα" επειδή, όπως φαίνεται από τις απαρχές του ακόμη, το δράμα θεωρείται γέννημα του διαλόγου και της ελευθερίας των ιδεών. 
Σε εκείνες τις απαρχές όπου μαζί με τα πρώτα βήματα του ανθρώπου - απ' όταν σηκώθηκε στα δυό του πόδια - γεννήθηκε ο χορός, που στην ουσία ήταν η πρώτη θεατρική πράξη που εξέφραζε την αγωνία του μόλις ανασηκωμένου ανθρώπου, την ανασφάλειά του, το δέος του για τη ζωή και τον φόβο του για τον θάνατο. Και τα δύο άγνωστοι τόποι κι αχαρτογράφητα νερά ακόμη μέχρι σήμερα. Τείνω μάλιστα να πιστέψω πως το άρτι μεταμορφωθέν τετράποδο σε δίποδο πρώτα χόρεψε και μετά περπάτησε.
Όμως ποια ελευθερία ιδεών και ποιός διάλογος οδήγησε καραβάνια προσφύγων σε άλλη γη σε άλλα μέρη; Μόνο ο παραλογισμός, η δίψα για εξουσία, τα συμφέροντα και το διαρκές κυνήγι του κέρδους και της επικυριαρχίας οδηγούν σε πολέμους ή/και διωγμούς. Άρα ποιό δράμα; Μόνο για αίσχος μπορούμε να μιλάμε εδώ και πρέπει επιτέλους να το αντιπαλέψουμε πριν γίνει εντελώς κυρίαρχο και μοναδικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών. Που έτσι όπως πάμε, αργά ή γρήγορα, όλοι μας θα είμαστε διωγμένοι, μετανάστες ή/και πρόσφυγες, ακόμη κι αν δεν χρειαστεί να κουνήσουμε ρούπι. Χειρότερη η ξενητειά στον ίδιο σου τον τόπο). 

Κι έτσι κάθισα - για μια ακόμη φορά - και σκέφτηκα.
Κι έτσι προσπάθησα - για μια ακόμη φορά - να βρεθώ στη θέση των ανθρώπων που στέκονται απελπισμένοι και φωνάζουν open the borders. 
Προσπάθησα δηλαδή - όπως λένε και οι φίλοι μας οι αγγλοσάξωνες - "να μπω μέσα στα παπούτσια τους".
Δεν έχει σημασία τί κατάφερα και πόσο μακριά κατάφερα να πάω μέσα σε αυτά τα παπούτσια.
Δεν έχει κανένα νόημα να διηγηθώ στη διάρκεια του ταξιδιού μου τί είδα.
Σημασία έχει πως όταν έφτασα σε ένα από τα πάμπολλα σημεία μέχρι τον προορισμό μου δεν είδα απλώς έναν συνοριακό φράχτη.
Είδα έναν τοίχο. Και μια σκιά να σχηματίζεται επάνω του. Τη δική μου σκιά ερήμην μου.
Γιατί το μόνο που είχε απομείνει από μένα ήταν η σκιά μου και τα άδεια μου παπούτσια.
Αφού η ζωή και η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Ώστε η Ιστορία να είναι αμείλικτη όπως πάντα είναι.
Τα παπούτσια μου λοιπόν, άδεια, βρίσκονται εκεί. Μαζί με τους πρόσφυγες βρίσκονται εκεί. Όχι όμως εγώ η ίδια. Αλλά κι όσοι από εμάς βρίσκονται εκεί δεν είναι ΌΠΩΣ αυτοί εκεί. Είναι σα να λέμε "έρχομαι στη θέση σου αλλά εσύ είσαι εκεί κι εγώ είμαι εδώ".

Όμως μέσα στην ασφάλεια του σπιτιού μας το ελάχιστο που έχουμε υποχρέωση να κάνουμε είναι έστω αυτό το νοερό ταξίδι. Με την ελπίδα πως η εμπειρία από αυτό θα μας οδηγήσει σε συμπεράσματα και απόψεις για λύση. Μέχρι τότε θα ζήσουμε μαζί τους όσο χρειαστεί. Θα ζήσουνε μαζί μας όσο χρειαστεί. Μέχρι τότε θα ζήσουμε ΜΑΖΙ όσο χρειαστεί.
Ακόμη κι αν αυτό που στο τέλος μείνει θα είναι τα άδεια μου παπούτσια και η σκιά μου στον τοίχο.


Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα
γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό
περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα
και συ μου λες μας περιμένει η μπόρα
και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό

Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο
μα τα κελιά μας είναι χωριστά
σε πολιτεία μαγική γυρνάμε
δε θέλω πια να μάθω τι ζητάμε
φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά

Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις
σε ένα παραμύθι εφιαλτικό
φωνή εντόμου τώρα ειν’ η φωνή μου
φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου
με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό

Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί

Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι
πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός
περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα
και γω μέσ’ στην ομίχλη και τη μπόρα
κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός

Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί


                                                   Άλκης Αλκαίος




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου