Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

LUX: Sic luceat*

Το σπίτι της θείας μου στην Πάτρα, τον τόπο καταγωγής μου, ήταν ένα διώροφο κτίριο όπου στον κάτω όροφο έμενε η θεία με την οικογένειά της, εμείς ως φιλοξενούμενοι, κι από πάνω έμεναν άλλοι.
Η είσοδος του σπιτιού ήταν στον δρόμο, τα παράθυρα του υπνοδωματίου του δικού της αλλά και του δικού μου όταν πήγαινα στην Πάτρα, "έβλεπαν" και αυτά στο δρόμο ενώ όλα τα άλλα δωμάτια του σπιτιού, έβλεπαν στην πίσω αυλή, εκεί όπου υπήρχαν και διάφορες άλλες πόρτες και πορτάκια, κάποια από αυτά με παράθυρο, κάποια χωρίς παράθυρο, τα περισσότερα κλειδωμένα με λουκέτο, ήταν οι αποθήκες και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η θεία έλεγε "είναι στην αποθήκη" χωρίς να διευκρινίζει σε ποια απ' όλες τις αποθήκες βρισκόταν αυτό που "ήταν".
Όχι πως απευθυνόταν σε μένα δηλαδή, ακόμη κι αν το έκανε όμως εγώ έκανα πως δεν άκουγα γιατί πίστευα πως σε αυτές τις "αποθήκες" δεν βρίσκονταν κρεμμύδια, πατάτες και λάδι αλλά κρυβόταν ο "μπαμπούλας".
Σε αυτήν την αυλή υπήρχαν διάφορες μυρωδιές, ανάλογα το σημείο, υπήρχε το νυχτολούλουδο, υπήρχε ένα γιασεμί, υπήρχαν γεράνια που δεν μύριζαν αλλά ήταν όμορφα, πολλοί πάρα πολλοί βασιλικοί και μια μυρωδιά άσχημη που έβγαινε από τις κλειστές αποθήκες και που την έλεγαν "κλεισούρα".
Έχω μιλήσει πολλές φορές για τη σχέση μου με τις μυρωδιές που είναι η σχέση με τη μέχρι τώρα ζωή μου, δηλαδή με τον ίδιο μου τον εαυτό, η σχέση αυτή είναι το όχημα για ταξίδια όχι μόνο με μένα και τη ...σχέση μου, δηλαδή με μένα, αλλά ταξίδια στον χρόνο κυρίως, που μπορεί να τον είπανε πανδαμάτορα αλλά σαν προορισμός εξακολουθεί να είναι ελκυστικός.

Οι μυρωδιές λοιπόν με ταξιδεύουν. 
Άλλοτε οι μυρωδιές από τις νεραντζιές της πλατείας Συντάγματος που με κάνουν πάλι παιδί να με κρατάει η μαμά από το χεράκι για να ανέβουμε την Ερμού ως την πλατεία για να παίξω (κάτοικοι του κέντρου τότε) και να μου λέει ιστορίες να μην κουράζομαι στο ανέβασμα, στο κατέβασμα ήταν πιο εύκολο δε χρειαζόταν να μιλάμε. Οι νεραντζιές που μόλις τις μυρίσω κάνω ξανά τσουλήθρα στα μαρμάρινα πλαϊνά από τις σκάλες στην πλατεία κι αν δείτε ποτέ στις μέρες μας μια τρελή που τα 'χει τα χρονάκια της να κάνει τσουλήθρα και να 'ναι άνοιξη, εγώ θα είμαι.
Άλλοτε οι μυρωδιές των φαγητών στις χώρες που έχω ταξιδέψειι ή κάποιες γεύσεις όπως η γκοφρέτα που όταν ανοίγω τη συσκευασία εντελώς ενστικτώδικα ψάχνω για εκείνες τις κάρτες με τις παραδοσιακές φορεσιές από διάφορες χώρες του κόσμου που τις ανταλλάσσαμε κι από τις οποίες εγώ έμαθα γεωγραφία, εκείνη την εποχή όχι ακριβώς πού ήταν η καθεμιά χώρα πάνω στον χάρτη αλλά τουλάχιστον έμαθα πως υπήρχαν χώρες που τις έλεγαν τάδε ή τάδε... Πώς να ξεχάσω τη Δαχομέη, τη Μπούρμα, την Ταγκανίκα, την Υεμένη, την Άνω Βόλτα, την Περσία, τη Γκάνα (εκτός από την Υεμένη, τη Γκάνα και την Ταγκανίκα, οι άλλες λέγονται αλλιώς σήμερα).
Κι άλλοτε, η μυρωδιά από το μπάνιο της θείας.
Πριν βιαστείτε να με κακοχαρακτηρίσετε, το μπάνιο της θείας ήταν στη μέση του σπιτιού, όπου κι αν ήθελες να πας περνούσες από εκεί, η πόρτα κλειστή σήμαινε κάποιος είναι μέσα, η πόρτα ανοιχτή σήμαινε πως μπορούσα να μπω εκατομμύρια φορές να πλύνω τα χέρια μου, εκτός από εκείνη τη μία φορά μέσα στη μέρα που μπανιαριζόμουνα με τις ώρες, έμπαινα λοιπόν στο μπάνιο για τη μυρωδιά που αναδυόταν από εκεί κι έπλενα τα χέρια μόνο και μόνο για να αποθηκεύσω μέσα στα κύτταρά τους αυτήν τη μυρωδιά, όσο τέλος πάντων μπορεί να κρατηθεί η όμορφη μυρωδιά σε παιδικά χέρια. Και ήταν η μυρωδιά από τα σαπούνια Lux.

Εμείς στο σπίτι, στην Αθήνα, χρησιμοποιούσαμε άλλο σαπούνι, παπουτσάνης με το καραβάκι, δεν ξέρω γιατί, ίσως γιατί στη δική μου οικογένεια οι άλλοι εκτός από μένα είχαν διαφορετικά γούστα στη μυρωδιά του σαπουνιού όπως και διαφορετικές απόψεις στο μέγα ζήτημα "τηγανητές πατάτες ή παστίτσιο".
Και μια που μπήκε σφήνα το παστίτσιο θυμήθηκα πως η κουζίνα της θείας μύριζε μονίμως πατάτες τηγανητές αφού καθημερινά έλεγε "φέρε πατάτες από την αποθήκη" - χωρίς να διευκρινίζει σε ποιαν απ' όλες - σε όποιον βρισκόταν στο οπτικό της πεδίο, εκτός κι αν ήμουν εγώ που όπως είπαμε έκανα την πάπια (κι αν δεν βρισκόταν κανείς πήγαινε μόνη της), τις πατάτες όμως τις καταβρόχθιζα με τις χούφτες όχι γιατί μου έλειπαν στο σπίτι μας αλλά επειδή η μαμά πάντα έλεγε "καλύτερα πες μου να σου φτιάξω παστίτσιο παρά μια τηγανιά πατάτες" και για κάποιον λόγο όλοι έλεγαν "παστίτσιο", τώρα βέβαια γιατί τελικά την έφτιαχνε αυτήν την τηγανιά δεν ξέρω, μάλλον θα ήταν πιο εύκολο από το παστίτσιο εγώ όμως είχα πειστεί ότι έπρεπε να τιμήσω τον κόπο της θείας αλλά και να την ευχαριστήσω που δεν μας έβαζε τέτοια διλήμματα.
Έτσι λοιπόν την πρώτη φορά που ζήτησα από τον μπαμπά (εκείνος βλέπετε έκανε τα ψώνια, "τα πολλά" όπως τα έλεγαν) ν' αγοράζει σαπούνι Lux αντί για το σύνηθες ήταν τόση η έκπληξή του που δε με ρώτησε καν τον λόγο μόνο που έφερνε πια στο σπίτι δύο ειδών σαπούνια, δεν χρειάστηκε καν να πω επιχειρήματα, το θέμα θεωρήθηκε λήξαν, ευτυχώς χωρίς διλήμματα.
Από τότε, μέχρι τώρα που είμαι πια μεγάλη, μπορεί όχι σαν την Πελοπόννησο αλλά τα 'χω τα χρονάκια μου, η μυρωδιά του σαπουνιού Lux μου ανοίγει διάπλατα την πόρτα στην παιδική μου ηλικία, τότε που όλα γύρω μου έλαμπαν κι έμοιαζαν ελπιδοφόρα και συναρπαστικά, όχι πως δεν ήταν δηλαδή. Με τη μυρωδιά του βρίσκω τη δική μου λαγότρυπα κι ως άλλη Αλίκη με χαρά κι ευδαιμονία περιδιαβαίνω στον κόσμο των θαυμάτων που ανοίγεται μπροστά μου μόνο που δεν είναι ανεξερεύνητος αλλά απολύτως βιωμένος από μένα, ούτε παράξενος τώρα θα μου πείτε εγώ δεν είμαι κι η Αλίκη.
Ωστόσο κι αυτός ο κόσμος ο δικός μου, που τότε μου φαινόταν μέγας, ήταν γεμάτος παραδοξότητες, αλληγορίες και γρίφους που παρότι τότε δεν το καταλάβαινα εντούτοις βοήθησαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου και στην ανεύρεση μιας ταυτότητας που να ξέρω ότι μου ανήκει πέρα από κάθε αμφιβολία.
Ό,τι δεν λύνεται κόβεται, ό,τι μοιάζει παράδοξο είναι μόνο η πραγματικότητα από άλλη σκοπιά κι ό,τι φαίνεται αλληγορικό δεν είναι παρά η μία όψη της ζωής που κρύβει μέσα της όλες τις άλλες.
Τώρα πια, δίπλα στο κουτί με τα ραφτικά και τα κουμπιά μου, έχω κι ένα κουτί με πάμπολλες "ατομικές" συσκευασίες σαπουνιού Lux*, αυτά τα μικρούλικα σαπουνάκια που μας περιμένουν πολλές φορές στα ξενοδοχεία και που μέσα στις θηκούλες τους κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος ή τουλάχιστον μια πτυχή του κάθε φορά και που μόλις ανοίξουν κι απελευθερωθεί το άρωμα μεταφέρομαι πίσω στα παλιά κι αν ταυτόχρονα ανοίξω και το κουμπόκουτό μου δεν έχετε ιδέα για τί πάρτυ μιλάμε.


*  Lux, sic luceat = Ας λάμψει το φως.
Λίγο η προσπάθεια μου να δημιουργήσω νέες αναμνήσεις για τα γεράματά μου, που ελπίζω να αργήσουν να έρθουν, λίγο οι νέοι καταναλωτικοί πειρασμοί και πειραματισμοί, απαρνήθηκα νωρίς το σαπούνι Lux όταν ήρθε το Dove και το Πετί Μαρσεγιέ στη ζωή μου.
 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου