Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Ζυμάρι στο στόμα και ζάχαρη στην άκρη...


Γεννήθηκα στο κέντρο της Αθήνας, εντάξει, σε μαιευτήριο γεννήθηκα, καταλάβατε όμως τί εννοώ, μη με κουράζετε.
Τότε, λίγο μετά το ...1821, στο κέντρο της Πρωτεύσουσας άνθρωποι κανονικοί είχαν τις κατοικίες τους κι όταν λέμε "λίγο μετά" σημαίνει λίγο (μετά) σε σχέση με την ατέρμονη προσπάθεια του χρόνου να φτάσει κάπου, σε σχέση όμως με την ανθρώπινη υπόσταση/αντίληψη του χρόνου σημαίνει πολύ (μετά), το ξέρω πως το καταλάβατε αλλά καλό είναι να διευκρινίζουμε τα πράγματα, ποτέ κανείς δεν ξέρει ποιός κακόβουλος καραδοκεί να πεταχτεί για να μου πει "τα 'χεις λοιπόν τα χρονάκια σου", λες και ποτέ ισχυρίστηκα πως δεν τα 'χω, ζωή να 'χω.
Το σπίτι που είχε την τιμή να δεχτεί στους πόρους των τοίχων του το μωρουδίστικο κλάμα μου και στις ρυτίδες των πατωμάτων του τα πρώτα παιδικά μου βήματα βρισκόταν στην οδό Ευαγγελιστρίας και ήταν μέσα σε ένα καταπληκτικό γωνιακό κτίσμα.
Δυστυχώς το σπίτι μας δεν ήταν ιδιόκτητο αλλά ήταν επί ενοικίω... που έλεγε κι ο μπαμπάς, η μαμά το έλεγε "με νοίκι", εμάς "νοικάρηδες" και τον ιδιοκτήτη "σπιτονοικοκύρη", δεν είχε η μαμά γλωσσολογικά θέματα, είχε όμως κοινωνική μόρφωση, όπως αυτάρεσκα τόνιζε όποτε παρίστατο ανάγκη. Και πράγματι είχε. Και κοινωνική μόρφωση είχε και άλλη γνώση ποικίλη είχε, αποκτηθείσα πλάι στον μπαμπά, ποιητής, λογοτέχνης, διανοούμενος εν γένει πλην όμως υπάλληλος για τα προς το ζην το ...ευτράπελον. Είχε και κοινωνική αστική συμπεριφορά παρότι μικροαστή νοικοκυρά, ήξερε δηλαδή την τέχνη του φέρεσθαι και ήταν φιλόξενη όσο της επέτρεπαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας της, δηλαδή εγώ, που μπουσουλώντας ακόμη, έβαζα χέρι στο γλυκό του κουταλιού − νεράντζι κατά προτίμησιν (που εγώ το έλεγα Μεράτζι κι όλος ο υπόλοιπος κόσμος "νεραντζάκι γλυκό") κι όποιον πάρει ο χάρος⋅ πόσες φορές δεν προσπάθησε να κεράσει κάποιον αλλά ανακάλυπτε τελευταία στιγμή πως είχε μείνει μόνο το σιρόπι στο βάζο. Μεγαλώνοντας βέβαια έβγαλα από την καρδιά μου τα γλυκά του κουταλιού καθώς και το χέρι μου από το βάζο και για καλή μου τύχη, εκτός από κανά κουλουράκι, κανά κέικ και φυσικά τα παγωτά, όλα τα άλλα γλυκά με αφήνουν ασυγκίνητη χωρίς να σημαίνει πως δεν τα τρώω αν παραστεί ανάγκη.
Η μαμά δεν κώλωνε, είχε λύση, όταν έβλεπε πως το γλυκό στο βάζο είχε κάνει φτερά, ζητούσε συγνώμη, τα έριχνε όλα σε κάποιον, στο άτιμο μικρό, στον μπαμπά που θα του είχε πέσει στο ζάχαρο, στην αδελφή που ούτε ζωγραφιστά, κι αν γνώριζε τότε η μαμά τον ανάδρομο θα τα 'ριχνε και σ' αυτόν.
Μετά τις συγνωμούρες, κι ανάλογα τον επισκέπτη, έβγαζε φιστίκια, μύγδαλα ή καρύδια, ή έπαιρνε φέτες ψωμί τις άλειφε λάδι και τις πασπάλιζε με ζάχαρη και κανέλα...
 
Συγνώμη θα λείψω για λίγο... ένοιωσα μια πελώρια λαχτάρα για κάτι τέτοιο... πάω να το φτιάξω...
...
(Εντάξει, συνήλθα κι επανήλθα...)
Παρένθεση: αυτόν τον σπιτονοικοκύρη που τον έλεγαν "ο Μάνος" αλλά σε μένα τον έλεγαν "ο κύριος Μάνος" η μαμά τον στόλιζε (απόντος αυτού βεβαίως) με διάφορα. Αγιογδύτη τον έλεγε, τσιφούτη τον έλεγε κι ένα σωρό άλλα που δεν έχω συγκρατήσει και φυσικά τότε ούτε αγιογδύτης ούτε τσιφούτης ήξερα τί θα πει. Καταλάβαινα βέβαια τί εννοούσε η μαμά. Ο κύριος Μάνος λοιπόν είχε 100 διαμερίσματα στο κέντρο της Αθήνας και την πρώτη βδομάδα κάθε μήνα τα γυρνούσε όλα με τα πόδια για να εισπράξει τα νοίκια. 100 διαμερίσματα, 100 νοίκια δηλαδή, ακόμη κι εγώ απορούσα που δεν τον είχα δει ποτέ με διαφορετικό κοστούμι, άλλη γραβάτα και κυρίως άλλα παπούτσια. Όχι, αν άλλαζε σώβρακο δεν γνωρίζω, πουκάμισο πάντως μάλλον άλλαζε. Τα παιδικά μου μάτια καρφώνονταν στα παπούτσια του, φθαρμένα, σκονισμένα, καφέ παπούτσια αλλά με μαύρα χάλια, ποτέ δεν είχα δει κανένα από τα παπούτσια του μπαμπά μου σε τέτοιο χάλι κι ας έκοβε κι αυτός χιλιόμετρα με τα πόδια, όταν είχε να κάνει εξωτερικές οικονομικές δουλειές σε τράπεζες κι επιμελητήρια, από 2 χρονών ήξερα πως υπάρχει "το επιμελητήριο", "η μπανκ οφ αμέρικα", κάτι πράγματα που τα έλεγε "εκτελωνισμοί" και το ΙΚΑ χωρίς να έχω ιδέα όμως τί ακριβώς είναι αυτά παρά μόνο κάποια μέρη που πήγαινε ο μπαμπάς μου να κάνει δουλειές. Η μαμά φιλόξενη, τον στόλιζε μεν τον κύριο Μάνο αλλά νερό και γλυκάκι του πρόσφερε. "Μόνο εσείς μου λέτε να κάτσω να ξεκουραστώ, μόνο εσείς μου προσφέρετε νερό και γλυκό" αλλά το νοίκι δεν μας το χάριζε ούτε μια έκπτωση δεν έλεγε να μας κάνει.  

Σε αντίθεση με τον αντιπαθητικό "κύριο Μάνο" ένας άλλος κύριος, που όμως δεν θυμάμαι το όνομά του, ήταν πολύ συμπαθητικός. Αυτός ο "άλλος κύριος" ήταν πλανόδιος μικροπωλητής κι αυτό που πουλούσε ήταν φιστίκια αράπικα. Γύριζε δηλαδή τα μαγαζιά και τα καφενεία και πουλούσε φιστίκια. Εκεί τον γνώρισα κι εγώ, τον συναντούσαμε στις βόλτες ή στα καθημερινά ψώνια - που τότε νόμιζα βόλτες - με τη μαμά και πάντα αγόραζε φιστίκια. Φαινόταν να τον γνωρίζει γιατί τον χαιρετούσε εγκάρδια. Είχε ένα περίεργο καλάθι που όταν έβγαζε τα φιστίκια με μια μικρή σεσουλίτσα από μέσα για να τα βάλει στο σακουλάκι αυτά ήταν ζεστά, τραγανά και μυρωδάτα. Ο "κύριος φιστικάς" συχνά πυκνά ανέβαινε τα απογεύματα στο σπίτι μας για να ξεκουραστεί. Η μαμά τον καλούσε "κι όποτε θέλετε να έρχεστε σε μας" κι όποτε ερχότανε η μαμά έφτιαχνε γι' αυτόν και τον μπαμπά καφέ με ένα ποτήρι νερό πάντοτε για τον καθένα και γλυκό του κουταλιού για τον επισκέπτη, αν είχε μείνει, αλλιώς κάτι άλλο έβρισκε πάντα η μαμά. Με τον μπαμπά συζητούσαν πολιτικά. Με τη μαμά "τα νέα σας λοιπόν". Ήταν πολύ καλός αυτός ο κύριος, για τα φιστίκια που έβαζε στο χεράκι μου ζεστά ζεστά δεν έπαιρνε χρήματα. Κι άφηνε πάντα ένα σακουλάκι για τους άλλους. Η μαμά επέμενε αλλά εκείνος έλεγε "κέρασμα". Μόνο όταν αγοράζαμε από το δρόμο πλήρωνε η μαμά. "Μόνο εσείς με καλείτε να ανέβω να ξεκουραστώ, μόνο εσείς μου προσφέρετε καφέ, νερό και γλυκό" είχε πει κι αυτός. Αλλά αυτός τουλάχιστον μας τα χάριζε τα φιστίκια.
Κλείνει η παρένθεση που τον άκλειστο είχε. 
...
Κάποιες φορές, σαν αγναντεύω τη μέχρι τώρα ζωή μου, τη βλέπω να αναπτύσσεται σε tableaux vivants κι όχι ρέουσα. Και τις ίδιες αυτές φορές σαν αγναντεύω τη μελλούμενη, που δεν ξέρω πόση θα 'ναι παρά μόνο ελπίζω να 'ναι κάμποση, βλέπω κάδρα άδεια, κάπου στο βάθος όμως αχνοφαίνεται ο "καλλιτέχνης" κρατώντας το πινέλο του έτοιμος να τα γεμίσει κι αυτό μου δίνει χαρά και με γεμίζει ελπίδα.
Μου αρέσει να σκέφτομαι το παρελθόν - δεν έχει σημασία πόσα από το παρελθόν μου αρέσουν και πόσα όχι - να χωρίζω τη μέχρι σήμερα ζωή μου σε περιόδους και να ξεχωρίζω τη χρονιά που θεωρώ πως καθόρισε κάθε μία, ανάλογα το γεγονός ή τα γεγονότα που συνέβησαν και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν, στο παρελθόν γυρίζω με τη σκέψη μου να κάνει άλματα προς τα πίσω για να αρχίσει να βηματίζει ξανά μπροστά και καθώς αναπολώ ο χρόνος κυλάει από πίσω προς τα εμπρός, όπως συνήθως κάνει ο χρόνος, κλασικά πράγματα δηλαδή, μέχρις ότου βρεθεί τρόπος να ταξιδεύει από εμπρός προς τα πίσω με όχημα εμάς στη φυσική μας μορφή κι όχι μόνο με τη σκέψη μας.
Αυτή η καθοριστική για κάθε περίοδο χρονιά άλλοτε μοιάζει με λακκούβα κι άλλοτε με εξόγκωμα που σπάνε την ομαλή πορεία των γεγονότων, όλοι συμφωνούν όμως πως όταν κάτι έχει πλέον συμβεί έχουν στρογγυλέψει οι γωνίες του, έχει λειανθεί η τραχύτητά του, έχουν καμπυλώσει και χαμηλώσει οι κορυφές του, σαν τριαντάφυλλο που ο χρόνος κι όχι εμείς του λείανε σιγά σιγά τα αγκάθια, σαν ταινία που τεντώνει αργά και σταθερά και χαμηλώνουν οι καμπυλώσεις των συμβάντων, όπως συνήθως χαμηλώνουν και οι προσδοκίες μας όταν το μέλλον είναι πια εδώ και τίποτε απ' όσα ονειρευτήκαμε δεν βγήκε αληθινό.

Παρότι λοιπόν μου αρέσουν οι βόλτες στο παρελθόν αφού δεν είναι τίποτε περισσότερο από σκηνές του βίου μου που πότε τις βλέπω συνεχόμενες σαν κινηματογραφική ταινία και πότε σαν μεμονωμένα καρέ (εκείνα τα tableaux vivants που λέγαμε), εντούτοις όταν επιχειρώ να τις διηγηθώ με λέξεις κανονικές το στόμα μου γεμίζει σαν με ζυμάρι που φουσκώνει κι απλώνεται και οι λέξεις βιάζονται να βγουν αλλά όχι πριν ψηθούν καλά κι όταν πλέον τις ξεφουρνίζω είναι στρουμπουλές και ροδοκόκκινες σαν μικρά τσουρεκάκια, σαν κόλπο για να γίνουν νόστιμες κι ελκυστικές γι' αυτόν που τις ακούει.
Κι όταν σκέφτομαι ή μιλώ για το μέλλον, είτε το κοντινό είτε το μακρύτερο, θα 'θελα οι λέξεις μου να βουτούν στη ζάχαρη που πάντα έχω στην άκρη γι' αυτόν ακριβώς τον σκοπό και να φτάνουν στον αποδέκτη τους ζαχαρωμένες κι αφράτες όπως ακριβώς θα ήθελα να είναι κι οι επόμενες σκηνές της ζωής της δικής μου και των γύρω μου.
Αυτό όμως είναι αδύνατον. Όλοι το ξέρουν. Το ξέρω κι εγώ, από την άλλη όμως δεν νομίζω πως θα μου άρεσε μια ζαχαρένια ζωή αλλιώς δεν θα μου άρεσε τόσο πολύ ο Καραβάτζο που τίποτα το ζαχαρί δεν υπάρχει στις δικές του σκηνές παρά μόνο το κιαροσκούρο κάνει παιχνίδι, αυτό το παιχνίδι που είναι συναρπαστικό κι ενδιαφέρον και το ζητούμενο εντέλει, δηλαδή το φως να υπάρχει αφαιρετικά, μόλις απομακρυνθεί το σκοτάδι.

Το Μαρτύριο της Αγίας Ούρσουλα, ο τελευταίος πίνακας του Michael Angelo Merigi ('ή Amerighi) da Caravaggio, το 1610 (Λάδι), εκτίθεται στο Palacio Zevallos Stigliano της Νάπολης.









 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου