Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Η μυρωδιά του αυλού


Τους τελευταίους μήνες όλο και περισσότερο έρχονται στο νου μου τα "παραμύθια της γιαγιάς" που ωστόσο ποτέ δεν είχα την ευτυχία να τ' ακούσω από εκείνην που περισσότερο από κάθε άλλο πρόσωπο στο διάβα των αιώνων είχε επιφορτιστεί μ' αυτό το καθήκον. Από εκείνην που όλα τα παραμύθια του κόσμου τιμητικά πήραν τ' όνομά της "...τη Γιαγιά". Η γιαγιά λοιπόν δεν μου είπε παραμύθια, δυστυχώς ούτε η μαμά, ούτε η αδελφή. Άχρηστες όλες τους μ' άφησαν μικρό παιδί στην τύφλα μου.
Η ΓΙΑΓΙΑ...
...πολύ γριά και άρρωστη. Ο ΠΑΠΟΥΣ στον κόσμο του.
Η ΜΑΜΑ...
...νέα αλλά κολλημένη.
Ο ΜΠΑΜΠΑΣ... 
... "μανούλα" να σου εξηγήσει τί θα πει "προτσές" και "ντετερμινισμός" και "ιδεαλισμός" και "ιψενικό τρίγωνο", για τον "παπουτσωμένο γάτο" όμως ούτε κουβέντα.
Η ΑΔΕΛΦΗ πολύ μεγαλύτερη για ν' ασχολείται με το μυξιάρικο, δηλαδή μ' εμένα.  
Ν' ασχολείται ουσιαστικά γιατί κατά τ' άλλα το παιχνίδι ολωνώνε ήμουνα. Ένα χαστούκι όμως δεν μου 'δωκε κανείς σαν μ' έβλεπαν να παίρνω βιβλία από τη βιβλιοθήκη του σπιτιού εντελώς ακατάλληλα δι' ανηλίκους.
Δεν παραπονιέμαι. Παραμύθια δεν μου έμαθαν, αλλά από ιστορίες άλλο τίποτα. Ο καθένας στον τομέα του.
Η ΜΑΜΑ....
...Ιστορίες από την κατοχή! Δεν νομίζω να υπήρχε άλλο παιδάκι του δημοτικού που να ήξερε απ' έξω κι ανακατωτά ποιό μονοπάτι πήρε ο Μανώλης Γλέζος κι ο Λάκης Σάντας, παιδικοί της φίλοι, για να κατεβάσουν τη σημαία από την Ακρόπολη. Για την ακρίβεια δεν ήταν μονοπάτι αλλά μια τρύπα. Έτσι τουλάχιστον μου είχε πει η μαμά. Για ποιό λόγο να μην την πιστέψω; Τί ήμουν εγώ που θ' αμφισβητήσω την αλήθεια των λόγων της. Ένα σκατό ήμουνα. Ούτε υπήρχε άλλο παιδάκι - γι' αυτό είμαι σίγουρη - που να ήξερε για τους σαλταδόρους και για τις ευεργετικές ιδιότητες της βραστής πατατόφλουδας ή - στο πιο θρίλερ - για τα κάρα του δήμου που μάζευαν αυτούς που κείτονταν πεθαμένοι από την πείνα στην άκρη του δρόμου.
Η ΑΔΕΛΦΗ....
....Τομ Σώγιερ, Δαβίδ Κόπερφιλντ (όχι ο μάγος έτσι;;), Χόκμπερυ Φιν, Με Οικογένεια αλλά και Χωρίς Οικογένεια, Μεγάλες προσδοκίες και Όλιβερ Τουίστ μόνο ήξερε η άχρηστη να μου παίρνει δώρο στα γενέθλιά μου.
Ο ΜΠΑΜΠΑΣ είπαμε, ήτο μαρξιστής.
Δεν ξέρω πώς κατάφερα να τα μάθω τα παραμύθια. Μάλλον επειδή τα διάβαζα εγώ στην εξαδέλφη (μικρότερη) μόνο και μόνο για να μην την καταντήσω σαν τα μούτρα μου. Αυτό θέλω να το κάνω τώρα αλλά την λυπάμαι. Απ' όλα λοιπόν τα παραμύθια το αγαπημένο μου φυσικά ήταν η Σταχτοπούτα όμως ευτυχώς νωρίς νωρίς κατάλαβα ότι όλα αυτά ήταν μαλακίες.
Ξέρω πολλά παραμύθια κι είμαι και η ίδια πολύ μεγάλη παραμυθατζού - άμα θέλω - αλλά ακριβώς γι' αυτό τη "σακουλεύομαι" τη δουλειά όταν πάνε να μου πουλήσουν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Τον τελευταίο καιρό όμως ένα παραμύθι που δεν είναι ούτε από τα πιο δημοφιλή, ούτε από τα πιο χαριτωμένα μου τριβελίζει το μυαλό.
Αυτό λοιπόν το παραμυθάκι είναι "Ο μαγικός αυλός" των αδελφών Γκριμ.
Λίγα λόγια για το έργο "....σε ένα χωριό καταφθάνει ένας αυλητής που υπόσχεται στους κατοίκους να τους απαλλάξει από τα χιλιάδες ποντίκια που μαστίζουν το χωριό τους. Παίρνει λοιπόν το φλάουτό του κι αρχίζει να παίζει μια μαγεμένη μουσική που κάνει τα ποντίκια να γοητεύονται τόσο πολύ ώστε να καταφέρει να τα παρασύρει στο ποτάμι όπου και πνίγονται".
Πάνε μήνες τώρα που αυτό το παραμύθι είναι καρφωμένο στο μυαλό μου. Δυσκολευόμουν πολύ να καταλάβω το γιατί κι ούτε μπορούσα να φανταστώ τί είδους συνειρμοί το προκαλούν αυτό ή τί βιώματα είναι βαθειά θαμένα μέσα μου και τώρα ξυπνάνε σιγά σιγά. Κι όμως... όπως σας είπα παραπάνω είμαι κι εγώ μεγάλη παραμυθατζού. Και όσο πιο πολύ σκεφτόμουν το παραμυθάκι τόσο το εμπλούτιζα με άλλες εικόνες, του άλλαζα την τροπή, διαφοροποιούσα τους ρόλους, έκανα το φλάουτο άνθρωπο και τον άνθρωπο φλάουτο, τους χωρικούς ποντίκια και τα ποντίκια κατοίκους του χωριού. Σκάρωνα νοερά μουσικές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν μαγικές και να αλλάξουν τη ροή του ποταμού, την κατεύθυνση του ανέμου, το χρώμα της θάλασσας, να χαμηλώσουν τις κορυφές των βουνών, να αδειάσουν τις λίμνες, να πλημμυρίσουν τις πεδιάδες. Να σώσουν τα ποντίκια και να πνίξουν τους ανθρώπους. Και τότε σιγά σιγά το μυαλό μου άρχισαν να το πλημμυρίζουν εικόνες που τίς έβαζα κι αυτές στο παραμύθι και σιγά σιγά το παραμύθι γινόταν η απόλυτη αλήθεια μου. 
Έβλεπα τους κατοίκους του χωριού, άλλους ανεβασμένους πάνω σε τραπέζια γεμάτα αποφάγια και λερωμένα πιάτα κι άλλους σε ξέφωτα να χορεύουν ξέφρενα σαν υπνωτισμένοι. Χορούς περίεργους με μουσικές αλλόκοτες. Τους είδα αμήχανους και σαστισμένους να μην ξέρουν τί να κάνουν όταν ξαφνικά σταμάτησε η μουσική και κείνοι να μένουν ακίνητοι στην τελευταία πόζα του ξέφρενου χορού τους. Ακίνητοι άνθρωποι που δεν μπορούσαν να στρέψουν ούτε το κορμί ούτε το κεφάλι κι έμειναν να κοιτάζουν μ' έναν τραγικό τρόπο το κενό. Σαν να είχε αποκτήσει αυτό το κενό περιεχόμενο, διαφορετικό για τον καθένα. 
Σταμάτησε η μουσική έτσι ξαφνικά. Αλλά αυτοί ήξεραν μόνο να χορεύουν χωρίς να έχουν ποτέ καταλάβει ότι αυτή η μουσική είχε ξεκινήσει μόνο και μόνο για να ορίσει τα βήματα αυτού του περίεργου χορού που στην ουσία ήταν τα βήματα της ίδιας τους της ζωής την οποία όμως δεν αναγνώριζαν. Η ορχήστρα, τόσο διαφορετική κάθε φορά αλλά και τόσο ίδια, με τη μουσική της τους μαγνήτιζε για να τους τραβήξει στα μονοπάτια της λήθης και της αδιαφορίας. Όπως στο παραμύθι που ο αυλητής με το φλάουτό του παρασέρνει τα ποντίκια για να σωθεί το χωριό. Αλλά τώρα η μουσική δεν είναι μαγική και δεν θα σώσει τους ανθρώπους από τα ποντίκια. Τα ποντίκια είναι αυτά που πρέπει να σωθούν σ’ αυτό το αληθινό παραμύθι γι’ αυτό πρέπει οι άνθρωποι να πάψουν να σκέφτονται, να μην έχουν κρίση, να μην παίρνουν πρωτοβουλίες, να είναι ανίκανοι ν’ αποφασίσουν οι ίδιοι πώς θέλουν να είναι η ζωή τους κι εντέλει να καταλήξουν στο ποτάμι της απελπισίας και να πνιγούν. Τι ήταν η ζωή γι’ αυτούς τους ανθρώπους;; Δεν ήξεραν, δεν αναρωτήθηκαν ποτέ. Κι όταν τελικά σταμάτησε η μουσική, έσβησαν τα φώτα της σκηνής της ζωής τους, η ορχήστρα άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Γιατί έπρεπε να πάει να παίξει αλλού. Είχε κι άλλους ανθρώπους ν' αποχαυνώσει.

Εμένα βέβαια όλο αυτό δεν μου φαίνεται και τόσο ...παραμύθι. Μου μυρίζει πραγματικότητα.


2 σχόλια:

  1. Τον καθρέφτη της εποχής μας και των κενών κουτιών που μας φόρτωσαν και μας φορτώνουν αδιάκοπα -κι εμείς εφησυχάζουμε- να τί με κάνει να φαντάζομαι το κείμενό σου. Είναι πολύ πολύ καλό-και σαν σύμβολο αλλά και σαν λογοτέχνημα. Είναι σπουδαίο να νιώθεις τη γεύση της ικανοποίησης μετά από αυτό που έχεις διαβάσει,κι αυτό γίνεται εδώ. Συγχαρητήρια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αχ πόσο σ' ευχαριστώ. Σκέψεις γράφω ό,τι κατεβάσει η γκλάβα μου και θέλω να τις μοιράζομαι. Το χειρότερο όλων είναι ότι δεν εφησυχάζουμε τελικά μια που αυτό είναι τόσο δύσκολο με τόσα απανωτά χτυπήματα δεν προλαβαίνουμε άλλωστε, απλά δεν ξέρουμε ακόμα τον τρόπο να γλυτώσουμε απ' όλα αυτά. Μοιάζουμε - δε θυμάμαι πού το είχα διαβάσει στο FB - σαν το ζώο που ρίχνει τα φώτα επάνω του ένα αυτοκίνητο κι αυτό μένει ασάλευτο και μέχρι να συνειδητοποιήσει τί το βρήκε έχει πέσει νεκρό κάτω από τις ρόδες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή