Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Ένα πρόβατο που πέθανε και μια γαζέλα που πρέπει να ζήσει.

Αγαπητό μου ημερολόγιο
Αφορμή για τούτα τα λογάκια στάθηκε η φωτογραφία ενός προβάτου που είδα με τα μάτια του προσώπου μου και η φωτογραφία μιας γαζέλας που την είδα με τα μάτια της ψυχής μου.
Όλοι θα ξέρετε βέβαια τη φημισμένη ράτσα προβάτων Μερινός που είναι ονομαστά για την παραγωγή και την ποιότητα του μαλλιού τους. Όσοι έχετε φορέσει ένα πουλόβερ από τέτοιο μαλλί θα ξέρετε πως πρόκειται για υλικό άριστης ποιότητας. Μαλακό και αφράτο, ζεστό και κομψό το πουλοβεράκι που φτιάχνεται από τέτοιο μαλλάκι. 
Ίσως κάποιοι από εσάς έχετε ακούσει ή διαβάσει για τον Σρεκ, το πρόβατο-σταρ της Νέας Ζηλανδίας (όχι το συμπαθέστατο κινούμενο σχέδιο) αλλά το πρόβατο που έγινε διάσημο όταν εντοπίστηκε σε άγρια κατάσταση σε μια ορεινή σπηλιά, έξι χρόνια μετά την εξαφάνισή του το 1998.
Όταν τον βρήκαν το μαλλί του ήταν τόσο μεγάλο που τριπλασίαζε τον όγκο του. Πέθανε όμως το τσαμένο σε ηλικία 16 ετών, πριν λίγες μερούλες καθώς ήταν πολύ άρρωστο και αναγκάστηκαν να του κάνουν ευθανασία.

Αυτό το πρόβατο λοιπόν είχε τόσο πολύ μαλλί που εξαιτίας του δεν μπορούσε να κουνηθεί. Η καρδούλα του αγκομαχούσε να τα φέρει βόλτα και να το κρατήσει στη ζωή. Ο σκελετός του, παρότι πιο δυνατός από των άλλων προβάτων, δυσκολευόταν να αντέξει τόσο βάρος και το κεφάλι του παρότι πιο μεγάλο από των άλλων προβάτων δυσκολευόταν να σκεφθεί. Είχε γίνει μεγάλος ντόρος τότενες αφού η απίστευτη ποσότητα μαλλιού που θ' αποκτιόταν μετά την κουρά θα είχε μεγάλη αξία κι αν θυμάμαι καλά τα έσοδα είχαν διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό. 
Αυτό όμως, αν και πρόβατο, είχε πεισμώσει σαν γάιδαρος κι αρνιόταν να κάτσει να το κουρέψουν αλλά δεν ήταν κι εύκολο να ξεφύγει οπότε μια μέρα των ημερών το ξαλάφρωσαν από το μαλλί του.
Το καημενούλι μόλις το κούρεψαν κρύωνε, κρύωνε πολύ, το σκέπασαν θυμάμαι με κουβερτούλες αλλά όταν κατάφερε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες άρχισε να κινείται πιο άνετα, να ψιλοτρέχει ενδεχομένως, ν' ακολουθεί τα συμπροβατάκια του στις βόλτες τους και τη βοσκή τους. Μπορούσε πια να είναι πιο κοινωνικό και χρήσιμο. Άρχισε πάλι να σκέφτεται λιγουλάκι και κατέληξε στο συμπέρασμα πως το κούρεμα ήταν για το καλό του αφού τώρα πια δεν κινδύνευε να πάθει καρδιακή συγκοπή λόγω του βάρους του και είχε γίνει ευκίνητο για να απολαμβάνει την προβατίσια ζωή, όση τουλάχιστον του έμενε. 

Ένα βράδυ είδε στον ύπνο του έναν εφιάλτη. Κι ήταν μετά τον εφιάλτη αυτό που σκέφτηκε πως ναι μεν το κούρεμα έγινε για καλό του αν όμως την ευκινησία που απέκτησε μετά δεν την εκμεταλλευόταν προς όφελός του θα είχε την κατάληξη του εφιάλτη του.

Είδε λοιπόν τον εαυτό του πριν το κούρεμα να κάθεται ασάλευτο στην έξοδο της σπηλιάς που ζούσε αφότου χάθηκε και να κοιτάζει τον κάμπο. Να κοιτάζει, τρόπος του λέγειν, αφού το μαλλί τόσο πυκνό έπεφτε στα μάτια του και τα κάλυπτε, γι' αυτό αφού σώθηκε, δεν ξέρω αν σας το είπα, η όρασή του είχε εξασθενίσει τόσο πολύ που δεν καλοέβλεπε. Αλλά με τον καιρό διορθώθηκε κι αυτό. Καθόταν που λέτε έξω από τη σπηλιά που βρισκόταν στην άκρη ενός λόφου κι αγνάντευε. Στους πρόποδες στεκόταν μια γαζέλα, τόσο παγωμένα ακίνητη αφού κι ο ίδιος ο Σρεκ παραξενεύτηκε πολύ γι' αυτό. Όταν είδε λίγο παραπέρα την αγέλη των λιονταριών να παραμονεύει για να ξεσκίσει το κακόμοιρο το ζωάκι πανικοβλήθηκε αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε ούτε για την γαζέλα ούτε για το ίδιο. Παρακαλούσε μόνο τον θεό των προβάτων να γλυτώσει το τομάρι του από τα λιοντάρια, να μην τον ανακαλύψουν εκεί ψηλά που βρισκόταν αφού με τόσο βάρος από το πολύτιμο μαλλί του δεν θα μπορούσε να κάνει ούτε βήμα και τα λιοντάρια, θα τον κατασπάρασσαν. Μετά σκέφτηκε πως με τόσο μαλλί επάνω του τα λιοντάρια ίσως δεν κατάφερναν να φτάσουν στη σάρκα του, να βαριόντουσαν, θα τα 'χε σκίσει κι η πείνα ενδεχομένως, οπότε θα έφευγαν προς άγραν άλλου θύματος. Και καθώς ησύχασε από το φόβο αυτόν αποκοιμήθηκε μέσα στο ίδιο του το όνειρο. Όμως ξύπνησε απότομα από φωνές, έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω ν' απελευθερώσει λίγο τα μάτια του (πράγμα εντελώς περιττό γιατί στα όνειρα δεν βλέπουμε με τα μάτια αλλά με το μυαλό μας) και είδε ακριβώς το ίδιο σκηνικό, τη γαζέλα εντελώς ακίνητη αλλά την αγέλη των λιονταριών να την έχει πλησιάσει. Υπήρχε μια τρομαχτική ησυχία οπότε απόρησε τί ήταν αυτό που τον ξύπνησε. Υπέθεσε πως ήταν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που χτύπησε συναγερμό γιατί, σκέφτηκε, η γαζέλα θα το 'βαζε στα πόδια οπότε κινδύνευε ο ίδιος. Αυτή όμως δεν κουνιόταν. 

Με όλη του τη δύναμη σκέφτηκε "τρέξε, γαζέλα, τρέξε". Δεν φώναξε για να μην προδώσει τη θέση του και την ύπαρξή του αλλά προσπάθησε νοερά να την ταρακουνήσει για να σωθεί. "Φύγε γαζέλα, έρχονται να σε φάνε. Γιατί δε φεύγεις;" (σινεφίλ το προβατάκι μας!)

Όμως αυτή η γαζέλα που μάλλον ξέμεινε απ' το κοπάδι της, δεν κουνιέται καθόλου ενώ τα λιοντάρια όλο και την πλησιάζουν. "Αχ και να 'μουν σαν και σένα, αχ και να μπορούσα να τρέξω, δε θα φοβόμουν τώρα τόσο πολύ, γιατί θα ήμουν κουρεμένος, ελαφρύς κι ευκίνητος σαν και σένα γαζέλα μου και θα 'τρεχα, θα 'τρεχα μέχρι να νιώσω ασφαλής. Εσύ γιατί δεν τρέχεις να ξεφύγεις απ' τα νύχια και τα δόντια τους;" 

Ακίνητη παρακολουθούσε τους εχθρούς να πλησιάζουν κι όταν αποφάσισε τελικά να τρέξει ήταν πια αργά γιατί τα λιοντάρια δίνοντας πέντε σάλτους την πρόλαβαν, χίμηξαν πάνω της... και μάλλον αγαπητό μου ημερολόγιο δεν τις θέλεις τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.

Κάπως έτσι είμαστε κι εμείς λαέ μου. Ένα πρόβατο υπέρβαρο που όμως του έκαναν τη "χάρη" να το ξαλαφρώσουν με το κούρεμα. Μια γαζέλα που έμεινε πίσω από το κοπάδι της μένοντας ακίνητη από φόβο την ώρα που τα λιοντάρια ορμούν επάνω της.

Λαέ μου, καλώς μας κούρεψαν, κακώς όμως μένουμε ακίνητοι τώρα που ξαλαφρώσαμε. Ας κάνουμε κάτι όσο ακόμα τα λιοντάρια δεν έχουν βγει εντελώς από το δάσος.


4 σχόλια:

  1. Run Forest run!!
    Δεν είμαστε Μερινός, ο Forest Gumb είμαστε!!
    Βλάκες που τρέχουμε δίχως λόγο, που καθόμαστε και μας κουρεύουν χωρίς ν' αντιδράσουμε, που μας παίρνουν τα λεφτά πάλι χωρίς ν' αντιδράσουμε......
    Δεν είμαστε πρόβατα που το τρίχωμα τους έχει αξία, είμαστε γαϊδούρια που αντέχουμε όλο το βάρος λανθασμένων αποφάσεων που λαμβάνονται δίχως να μας ρωτήσουν!
    Φιλάκια καλή μου:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ιστορίες για πρόβατα λοιπόν. Μέρες που είναι. (που έρχονται) Και για γαζέλες.. Και ιστορίες έξοχες! Δεν είναι κρίμα μια γαζέλα που είναι τόσο λυγερή και ευκίνητη, να πετρώνει; Τίποτα δε μας λυτρώνει;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η σιωπή των αμνών με ξεκουφαίνει. Σιωπή με δύναμη τέτοια να καλύψει τα ποδοβολητά των λεόντων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή