Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Κάτι που δεν θα μάθεις ποτέ (διφορούμενος τίτλος)

 
Κυριακή πρωί, βροχερή μέρα, κρύος καιρός, ό,τι έπρεπε για ζεστή παρέα κι ακόμα πιο ζεστό καφέ. Αυτό το τριήμερο φαινόταν απ' την αρχή ότι θα είναι χαλαρό. Χωρίς γιορτές, χωρίς γιρλάντες και φωτεινά μπαλκόνια χωρίς υποχρεωτική θητεία στην υπηρεσία του εξαναγκασμού. Εγώ κι ο εαυτός μου με καλή παρέα. Έτσι είμαι εγώ. Διαλέγεις ένα (μένα), παίρνεις δύο (και τον εαυτό μου). Στην τιμή του ενός και σε συσκευασία "για το σπίτι", χωρίς κορδελάκια και χαρτί περιτυλίγματος. 

Μιλούσαμε επί παντός επιστητού, ξεκινήσαμε από τα παλιά για να φτάσουμε στα καινούργια που λέγοντάς τα πάλιωναν αμέσως και τα νεότερα έπαιρναν τη σκυτάλη από τα προηγούμενα, με το κόμπιασμα στη φωνή, πρόσχημα ώστε να μην τελειώσει η φράση προτού το νόημά της ολοκληρωθεί. Υπάρχουν φορές όμως που τα νοήματα δεν μας έκαναν το χατίρι, δεν συνεμορφώθησαν προς τα υποδείξεις. Νοήματα που φτάνουν στον ακροατή μας πριν από το μεταφορικό τους μέσο, δηλαδή τις λέξεις, προτού δηλαδή αυτές οι τελευταίες υποστούν τη συνηθισμένη αλλά μη συνειδητή λεπτεπίλεπτη επεξεργασία του μετασχηματισμού τους σε φράσεις, σε ανάσες, σε διαστήματα εμπλουτισμού τους με άλλα νοήματα πιο συμπαγή και πιο περιεκτικά που εκτοξεύονται στον απέναντι εγκέφαλο χωρίς ενδιάμεσες στάσεις, ετεροχρονισμούς, καθυστερήσεις και λεκτικές ή άλλες συμβάσεις. 

Νοήματα που προηγούνται των λέξεων και φθάνουν απέναντι (ή δίπλα, ανάλογα κάθε φορά που βρίσκεται ο συνομιλητής μας) με απίστευτη διεισδυτική ικανότητα ώστε τ' αυτιά δεν χρειάζεται ν' ακούσουν, ο εγκέφαλος όμως τα έχει ήδη υποδεχτεί, παραλάβει, τακτοποιήσει και αρχειοθετήσει, έχει ήδη βγάλει το πόρισμα και το συμπέρασμά του και προετοιμάζεται πυρετωδώς να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του άλλου. 

Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει, λέμε μερικές φορές. Κάποιες άλλες πως αν οι λέξεις ήταν σφαίρες θα μας είχαν σκοτώσει. Αυτό το τελευταίο πολλές φορές το λέμε και για το βλέμμα. Το βλέμμα του άλλου. 
Ο φίλος που καθόταν απέναντί μου δεν είχε καθόλου δολοφονικές διαθέσεις για μένα. Αντιθέτως θα έλεγα και λογικό είναι αυτό, αφού είμαι καλός άνθρωπος κι όχι αναγκαστικά με την έννοια "οι κακοί είναι στη φυλακή". Γιατί δεν είναι. 
Τον ξέρω πολύ καιρό και τον ξέρω καλά. Συνεπώς η αποκωδικοποίηση του βλέμματος γίνεται μηχανικά κι ασυναίσθητα, ωστόσο η μετατροπή των κωδίκων σε ράγες πάνω στις οποίες θα πατήσει ο εγκέφαλός μου για να πάει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση γίνεται με τεράστια επιτυχία κι αυτοματισμό. 
Εν ολίγοις, δε μασάω αλλά και δεν τσιμπάω. Δεν σκιάζομαι και δεν παρεξηγώ ούτε με την καλή ούτε με την κακή την έννοια. 

Το θέλω το βλέμμα του άλλου, το κανακεύω, το προκαλώ, το ερεθίζω, μου αρέσει πολύ γιατί έχω πολύ καλά συνειδητοποιήσει ότι το βλέμμα μας είναι το μόνο πράγμα που στην ουσία δεν μας ανήκει. Έτσι κι έφυγε από το μάτι μας μετατρέπεται σε μοναδικό δώρο (ή τιμωρία) αποκλειστικά και μόνον για τον αποδέκτη. Δώρο χωρίς κάρτα αλλαγής. Τιμωρία χωρίς ελαφρυντικά. Έτσι και ξεκινήσει ένα βλέμμα το αστραπιαίο ταξίδι του, ούτε να γυρίσει πίσω μπορεί ούτε ν' αλλάξει. Οι καταστάσεις μπορεί να διορθωθούν ή να βελτιωθούν από την επόμενη ματιά που όμως είναι ένα ριζικά καινούργιο βλέμμα. Συμπληρωματικό του προηγούμενου ή αναιρετικό. Αλλά πάντως διαφορετικό. 

Το βλέμμα είναι σαν τη στιγμή που περνάει και χάνεται, σαν το νερό του ποταμού που δεν είναι ποτέ ίδιο στο ίδιο σημείο. Παραμένει ωστόσο ένας μοναδικός κι ασυναγώνιστος μεταφορέας νοημάτων που προσπαθούν να κρατηθούν μυστικά, σκέψεων που είναι αναποφάσιστες. 
Το βλέμμα είναι κάτι που ποτέ δεν θα μπορέσει να δει ο ιδιοκτήτης του παραγωγικού του μέσου, δηλαδή των ματιών. Μπορεί να είναι κραυγή, μπορεί επιθυμία, ίσως επίπληξη ή παράπονο, πολλές φορές παράκληση ή πρόσκληση. Μπορεί να είναι ποίημα που σχηματίζεται στο διηνεκές, ιστορία που πλάθεται διαρκώς χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Σημάδι που διαδέχεται το ένα το άλλο αέναα και ανεξίτηλα χαρασσόμενο στον ατέρμονα ιμάντα της διανοητικής δραστηριότητας. Εξαρτάται ποιόν κοιτάμε. Εξαρτάται ποιός μας κοιτάζει. Πάντα όμως προορίζεται για κάποιον άλλον ο οποίος είναι ο μόνος που θα αποφασίσει τί θα το κάνει. Εσύ μπορεί να μην ξέρεις τις συνέπειες του βλέμματός σου, μάθε όμως πως το βλέμμα λέει πάντα την αλήθεια ακόμη κι αυτήν που εσύ αγνοείς. Κάποιος άλλος ξέρει πριν από σένα αυτό που εσύ ίσως ποτέ δεν θα μάθεις. 
Οι ελπίδες που κάποτε εναπόθεσες στον καθρέφτη διαψεύστηκαν σφόδρα. 
Γιατί εκεί μπορείς να κοιτάξεις μόνο τον εαυτό σου. Όχι πως αυτό είναι πάντα εύκολο. 

Αν αξίζει ο άλλος, αφιέρωσε στο βλέμμα του λίγο χρόνο, να καταλάβεις τί σημαίνει, τί θέλει να σου πει. Αν αξίζει ο άλλος, μην προσποιείσαι, στάσου με θάρρος και πες "εγώ είμαι", δέξου το βλέμμα του σαν δώρο όχι σαν απειλή. Κι αν δεν θέλεις να πάρεις το ρίσκο της ερμηνείας, απλά ρώτησέ τον. Αν αξίζει αυτός ο άλλος, θα σου πει. Μπορεί ο ίδιος να μην μπορεί να δει το βλέμμα του γνωρίζει όμως το περιεχόμενό του. 

.... 

Μακάρι να 'ταν λιγότερες οι φορές που ευχήθηκα να ισχύει η δική μου εκδοχή για κάποιο βλέμμα. Ξέρω όμως πόσες φορές λάθεψα. Ευτυχώς την τελευταία στιγμή ο εγκέφαλός μου ανέβηκε στη σωστή ράγα. Αφού υπάρχουν καταστάσεις που αξίζει να τις ζει κανείς έτσι κι αλλιώς. Ό,τι κι αν λένε τα βλέμματα, αρκεί που υπάρχουν.

2 σχόλια:

  1. Εμπιστεύσου το ένστικτο σου...
    Τα μάτια λένε πιο πολλά απ τα λόγια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και πολλές φορές δεν το γνωρίζει καν ο άλλος. Σημασία έχει όμως ότι εμείς δεν μπορούμε να δούμε το βλέμμα μας. Μπορεί να σκοτώσουμε άνθρωπο και να μην το πάρουμε χαμπάρι. Όπως μπορεί και να του μαρτυρήσουμε πράγματα που δεν θα θέλαμε να ξέρει. Ή που θα θέλαμε αλλά δεν τ' ομολογούμε. Το βλέμμα δεν ελέγχεται.

    ΑπάντησηΔιαγραφή