Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Πέρα απ' αυτό το σημείο το εισιτήριό σας δεν ισχύει πια*.

A Cry For Help by Nick Woolley

Κοιμόμουν.
Αλλά σαν μέσα σε όνειρο αυτοί οι χτύποι ακούγονταν θαρρείς σαν λέξεις στην προσπάθειά τους να αφηγηθούν μια ιστορία. Εγώ όμως ήθελα να κοιμηθώ κιάλλο, βαριόμουν τις ιστορίες.
Ίσως να είναι απλώς οι χτύποι της καρδιάς μου, σκέφτηκα. Αλλά μήπως κι η καρδιά με τους χτύπους της πάντοτε ιστορίες δεν αφηγείται; Τις βαριόμουν και αυτές αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς από το να ακούω την καρδιά μου να μιλά αργά και βασανιστικά, αφού αν έκλεινα τ' αυτιά μου θα πέρναγα σε άλλη διάσταση. Εκεί που ο χώρος και ο χρόνος έχουν συμφιλιωθεί ενώνοντας τη διαστασιακή τους διαφορετικότητα σε μία και μοναδική υπόσταση: αυτήν της μη ύπαρξης σε όρους γήινους, ορατούς, απτούς.
Ίσως να είναι σταγόνες βροχής πάνω στα τζάμια αλλά μήπως κι αυτές δεν εν(υπο)δύονται σχεδόν πάντα τον ρόλο του αφηγητή; Και λέω "σχεδόν" γιατί τις φορές που υπολείπονται του "σχεδόν" οι σταγόνες της βροχής ενδύονται και δεν υποδύονται τον ρόλο του εξαγνιστή ή του αφυπνιστή ή και του προπαγανδιστή ακόμη.
Ο ρυθμός των χτυπημάτων πότε αποφασιστικός και πότε διστακτικός. Η ροή των χτυπημάτων πότε συνεχής και πότε διακεκομμένη. Τα τακ τακ τακ τακ πότε με βηματισμό εν δυό - εν δυό και πότε με δυναμισμό εν δυό τρία μαρς. Μαρς; Μήπως είναι σήματα μορς; Ε και; Εγώ δεν ξέρω να "διαβάζω" σήματα μορς. Μήπως να ξυπνήσω; Μπα... άσε... ό,τι είναι να ειπωθεί, θα ειπωθεί. Ό,τι είναι να ξεπλυθεί, θα ξεπλυθεί. Κι ό,τι ΠΡΕΠΕΙ να αφυπνιστεί θα συνεχίσει ακάθεκτο τον ύπνο του δικαίου. Γιατί σαν τον ύπνο τίποτα. Φάρμακο λέμε. Καταφύγιο της ψυχής. Ή λούφαγμα... κρυψώνα στη σιγουριά του ασυνείδητου. Στην ασφάλεια του δίπολου "συνειδητό-υποσυνείδητο". Με την πλάστιγγα να γέρνει επικίνδυνα προς το υποσυνείδητο-κουκούλωμα-υπεκφυγή — που πολλές φορές
κατ' ευφημισμό το ονομάζουμε "άμυνα" ή "αυτονόητο" — και πολλές φορές να εξοστρακίζεται στη σφαίρα του "ΔΓΔΑ".

Ξύπνησα.
Από τις γρίλιες έμπαιναν μικροσκοπικές αλλά λαμπρότατες δέσμες φωτός.
Άρα δεν έβρεχε.
Το σπίτι ήταν άδειο (πλην εμού). Άρα δεν υπήρχε κάποιος άλλος που μου μιλούσε.
Η καρδιά μου ήταν στη θέση της — ευτυχώς — άρα ζούσα, περιχαρακωμένη όμως στις τέσσερις μέχρι στιγμής γνωστές διαστάσεις: μήκος, πλάτος, ύψος, χωροχρονικό πλέγμα.

Τότε; Μήπως παραμιλούσα εγώ στον ύπνο μου; Και τί έλεγα άραγε;
Ναι αλλά οι χτύποι συνεχίζονταν. Δεν είχα λοιπόν παρά να τους ακολουθήσω και να φτάσω στην πηγή τους.
Είπα όμως πρώτα τα φτιάξω καφέ. Ν' ανοίξει το μάτι, δηλαδή το μυαλό.
Ωπ!!! για να φτάσω στην κουζίνα έπρεπε να περάσω από το "γραφείο". Γραφείο-λέμε-τώρα δηλαδή, αφού επρόκειτο για μια μικροσκοπική γωνιά που χωρούσε ίσα ίσα ένα τραπεζάκι όπου πάνω του κατοικοέδρευε ο υπολογιστής μου και μια καρέκλα όπου πάνω της θα καθόμουν εγώ αν αποφάσιζα να τον χρησιμοποιήσω.
Οι χτύποι ακούγονταν από εκεί. Το λάπτοπ κλειστό, αλλά ήταν παραπάνω από σαφές ότι από εκεί έρχονταν τα τάκα τούκα. Σηκώνω το καπάκι και τί βλέπω λέτε; Θεοί και Δαίμονες!!! Έπρεπε τελικά να έχω φτιάξει εκείνον τον καφέ!! Πάει λάλησα, σκέφτηκα.
Τα πλήκτρα χοροπήδαγαν σαν τρελά! Έγραφαν μόνα τους!!! Μόνα τους;
Ρε ποιός είναι ο αόρατος πληκτρολόγος; Σκιάχτηκα.
Τότε φωτίστηκε ξαφνικά και η οθόνη όπου εκεί, σαν σε σκηνή θεάτρου, μετατρεπόταν σε λέξεις η χορογραφία των αόρατων δαχτύλων.
Άρχισα να διαβάζω.
Κοίτα τώρα... Η ηρωίδα μου είχε αυτονομηθεί κι έγραφε μόνη της την ιστορία της. Κι όχι μόνο αυτό αλλά μόλις διαπίστωσε πως έβλεπα άρχισε και τα παράπονα....
Όμως ...για στάσου... αυτά δεν ήταν παράπονα... κραυγές απόγνωσης ήταν...
ή καλύτερα - όπως λένε κι οι ψυχολόγοι - cry for help. Με πολύ αγενή τρόπο όμως.
- Ξύπνα λέμε, ξύπνα... θα με ξεκάνουν αυτοί εδώ... κι έτσι θα δοθεί από μόνο του το τέλος μου που εσύ ακόμη δεν έχεις επινοήσει.
- Τί έγινε χρυσή μου;
(Αυτή έγραφε, εγώ της μιλούσα. Παράνοια).

- Είμαι στο νοσοκομείο, πριν κάμποσες μέρες (όσες μ' έχεις εγκαταλείψει) ένιωσα αδιαθεσία, φώναξα ασθενοφόρο, με πήραν, έπαθα μου είπαν κάτι σαν έμφραγμα αλλά μ' έσωσαν. Την σκαπούλαρα. Κι εσύ είσαι χαμένη στο κόσμο σου. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση, ούτε πληκτρολόγηση... τίποτα... άφαντη. Τεμπέλα. Σου έχει τελειώσει η έμπνευση, έχεις πέσει σε τέλμα, διάβασα εγώ τη σκέψη σου, είπα να βοηθήσω και να συνεχίσω εγώ η ίδια μερικά κεφάλαια του μυθιστορήματος που με αφορά κι έτσι έπαθα υπερκόπωση. Δεν είμαι κι άνθρωπος κανονικός εγώ να πάρω τις βιταμινούλες μου και τις υπερτροφές μου. Ούτε καν τις απλές τροφές δεν μπορώ να πάρω. Αν δεν με συνεχίσεις εσύ... είμαι τελειωμένη. Γι' αυτό κι αποφάσισα να συνεχίσω εγώ τον εαυτό μου. Κι έτσι την πάτησα.
(Αμάν πολυλογία, σκέφτηκα. Πού έμοιασε αυτή; Μα σε μένα φυσικά... πού αλλού;)
- Και πού είναι αυτά που έγραψες;
- Αυτό σε νοιάζει εσένα; Κοίτα να 'ρθεις να με βγάλεις από εδώ γιατί δεν με αφήνουν να φύγω. Μου ζητάνε - λέει - λεφτά. Και για την είσοδο και για την έξοδο. Δεν έχω όμως να τους τα δώσω. Μου λένε κάτι ακαταλαβίστικα... πως αν δεν πληρώσω, λέει, θα έρθει ως "βεβαιωμένη οφειλή από την εφορία". Τί είναι αυτά τα κουμμουνιστικά; Εγώ δεν τα καταλαβαίνω.
- Ε όχι και κουμμουνιστικά αγαπητή μου... Αυτοί θα μας έπαιρναν μόνο τα σπίτια. Αυτά που σου λένε είναι Αδωνικά. Καμία σχέση.

Τί να 'κανα; Πήγα να την πάρω. Κι αν νομίζετε πως έπρεπε να πληρώσω μόνο 25 ευρώ είστε γελασμένοι. Έπρεπε να πληρώσω κι ένα σωρό εξετάσεις. Μα γιατί; Γιατί έτσι. Καλά ό,τι πείτε. Πιστωτικές κάρτες δέχεστε; Όχι. Οχιά διμούτσουνη. Δεν έχω λεφτά λέμε. Κρατείστε την. Έτσι κι αλλιώς ένα φανταστικό προϊόν του μυαλού μου είναι. Μια φανταστική ιστορία καταδικασμένη να μείνει μισοτελειωμένη.
Ή μήπως όχι;

Αλλά μετά το μετάνιωσα. Μαζί της είχα περάσει υπέροχες στιγμές. Καβγάδες, ασυνεννοησία, διαφωνίες, τέτοια...
Πήγα στην τράπεζα και πήρα ό,τι λεφτά μου είχαν απομείνει αλλά πριν πάω στο ταμείο συζήτησα μαζί της και της πρότεινα μια συμφωνία:
- Λοιπόν θα σε βγάλω από εδώ. Θα σου πληρώνω και τα φάρμακα που πρέπει να παίρνεις από εδώ και μπρος. Δυστυχώς δεν μπορώ να σε ασφαλίσω. Κανείς δεν ασφαλίζει την μη ύπαρξη, το απρόσωπο. Δεν μπορείς ν' ανήκεις εσύ σε Ασφαλιστικό Φορέα. Μην έχεις τέτοιες παράλογες απαιτήσεις αφού σε λίγο έτσι κι αλλιώς κανείς μας δεν θα ανήκει σε κάτι που ...δεν θα υπάρχει. Δηλαδή δεν θα υπάρχει κανείς για να ασφαλίζει ούτε καν την ίδια την  ύπαρξη, δεν θα αναγνωρίζεται το πρόσωπο γιατί δεν θα υπάρχει κανείς να το αναγνωρίσει. Όλοι μας θα περάσουμε σε άλλη, καινούργια διάσταση που η αναγνώρισή της ήδη βρίσκεται προ των πυλών. Τη διάσταση της ύπαρξης της ανυπαρξίας. Τη διάσταση της ανυπαρξίας της ύπαρξης. Τη διάσταση του όντος μέσα στο μη ον. Τη διάσταση του Τίποτα και του Μηδενός που ως "πηγάδι χωρίς πάτο" θα μας ρουφήξει όλους. Καφκικό; Αλλά...
- Ωχ, το ήξερα πως θα υπήρχε αυτό το "αλλά"... λοιπόν.
- Θα τα κάνω όλα αυτά με μία προϋπόθεση. Πως από εδώ και πέρα θα βασανίζεσαι εσύ αντί για μένα, θα υποφέρεις εσύ αντί να υποφέρω εγώ, θα πάρεις εσύ στους δικούς σου ώμους όλες τις αγωνίες μου και ΚΥΡΙΩΣ θα γράφεις εσύ την ιστορία σου. Με λίγα λόγια θ' αλλάξουμε ρόλους. Θα γίνεις εσύ το υπαρκτό κι εγώ το ανύπαρκτο. Λίγο καιρό θα κρατήσει όμως το μαρτύριό σου. Γιατί είπαμε. Σε λίγο καιρό θα γίνουμε ΕΝΑ.
- Έγινε. Πλήρωσε και φύγαμε.

Χαζό δημιούργημα αφελούς συγγραφέα.
Εύπιστο πλάσμα αναξιόπιστης γραφής.
Υποταγμένη περσόνα απαθή πολίτη...
Μιάς πατρίδας χαμένης στα πλοκάμια της εξουσίας...
Μιάς χώρας σε ελεύθερη πτώση...

Τί όμορφη που ήταν κάποτε η πατρίδα μου;
Και πώς την κατάντησαν έτσι οι κάτοικοί της;
Ασήμαντες ερωτήσεις ενός ασήμαντου ανθρώπου.

Η χώρα βέβαια που αγκάλιαζε αυτήν την πατρίδα εξακολουθεί να είναι όμορφη.
Αλλά εγώ νιώθω ξένη και μόνη.
Τελικά η βαρύτερη ξενιτιά: αυτή που βιώνεις στον ίδιο σου τον τόπο.
Κι η χειρότερη μοναξιά: αυτή που βιώνεις μέσα στην πολυκοσμία.
Ευτυχώς υπάρχουν τα παιχνίδια του μυαλού, της φαντασίας.
Τα δημιουργήματά μας, που αν τους δείξουμε τον σεβασμό που τους αξίζει θα δημιουργήσουν με τη σειρά τους αυτά εμάς. Πιο σωστά ελπίζω.
...
Τώρα βέβαια τρεις μέρες μετά ο μέγας Αδωνικός εφιάλτης πήρε πίσω το μέτρο της είσπραξης του χαρατσίου των 25 ευρώ μέσω των νοσοκομείων. Δε βαριέσαι μωρέ... μια βολτίτσα το πήγε, δεν του  άρεσε εκεί, σου λέει θα κολλήσω και καμιά παλιαρρώστεια... θα το πάει κάπου αλλού. Στο πάρκο-που-μας-χρειάζεται; Στις κούνιες-που-μας-κούναγαν; Στα-τσιγάρα-στα ποτά-και-στα-ξενύχτια-που-'χουν-κλείσει-τα-καλύτερα-τα-σπίτια; Στα σπίτια τα ίδια κλειστά ή ανοιχτά δεν παίζει ρόλο; Οι αφελείς ερωτήσεις συνεχίζονται... κι οι αφελείς απαντήσεις επίσης. Γιατί εγώ δεν πιστεύω πως "το πήρε πίσω". Εγώ πιστεύω πως δεν είχε σκοπό να το εφαρμόσει εξαρχής. Άλλος ήταν ο στόχος. Πού; Ξέρω γω; Ψάχνουν οι επιστήμονες.
Όσο για σένα ηρωίδα μου την πάτησες. Γιατί κάναμε μια συμφωνία κι είσαι υποχρεωμένη να την τηρήσεις.
Άντε γειά.



* Τίτλος δανεισμένος από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρομάν Γκαρύ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου