Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Καιόμενος

Vincent Ward, Burning Bird
«Ο καιόμενος»
Τάκης Σινόπουλος 
Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Πάνε πολλά χρόνια που με σημάδεψε το τραγικό γεγονός της αυτοπυρπόλησης ενός ανθρώπου μπροστά στα μάτια μου. Για την ακρίβεια κάτω από τα μάτια μου αφού αυτή η αδιανόητα τρομερή στιγμή στην πορεία της ύπαρξης ενός ανθρώπου συνέβη ενώ βρισκόμουν στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Βγήκα αμέσως μόλις άκουσα τις πρώτες κραυγές. Μόλις είχε λαμπαδιάσει ο άνθρωπος. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε συνέβη αυτό, ήταν σίγουρα πριν το 1990 και δυστυχώς δεν θυμάμαι πια και τον λόγο της αυτοπυρπόλησής του. Ήταν αλλοδαπός, κάτι πολύ άσχημο είχε συμβεί στη χώρα του. Δεν είχε συμβεί από μόνο του βέβαια, η "πολιτισμένη" δύση κάτι πολύ άσχημο έκανε στη χώρα του. Κι εκείνος, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, έβαλε φωτιά στον εαυτό του. Οι άνθρωποι τριγύρω αντέδρασαν ακαριαία. Ξαφνικά πετάχτηκαν οι καταστηματάρχες έξω από τα μαγαζιά τους καθώς και οι πελάτες, έτρεξαν και οι περαστικοί. Ως δια μαγείας βρέθηκε μια κουβέρτα, δυο σακάκια (περαστικών) έπεσαν πάνω του κι ο θυρωρός της πολυκατοικίας ταχύτατα έβγαλε ένα λάστιχο και τον κατάβρεξε. Ο άνθρωπος σώθηκε, με βαρύτατα όμως εγκαύματα, όπως πληροφορήθηκα από το βραδινό δελτίο ειδήσεων.

Λίγες ώρες νωρίτερα...
Εκείνη η ημέρα δεν ξεκίνησε καθόλου καλά. Είχαμε μια πολύ άσχημη διένεξη με τον εργοδότη μας. Μια διένεξη που αφορούσε πολύ σημαντικά εργασιακά ζητήματα. Είχε μόλις καταργηθεί η παρακράτηση του φόρου εισοδήματος από τον μισθό μας, θα έπρεπε πλέον να πληρώνουμε αυτόν τον φόρο με το εκκαθαριστικό της φορολογικής μας δήλωσης. Το αφεντικό όμως δεν ήθελε επουδενί να μας προσθέσει στον καθαρό μισθό το ποσό που θα σταματούσε να παρακρατεί υποχρεωτικά. Δηλαδή και θα εξακολουθούσε παρανόμως να το παρακρατεί, για να το τσεπώνει αφού δεν θα το απέδιδε πια, κι εμείς θα το ξαναπληρώναμε όταν θα κάναμε τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος. Ο λόγος που δεν ήθελε να μας το δώσει; Είχαμε λέει κανονίσει τους μισθούς μας "καθαρά". Άρα όσα είχαμε κανονίσει, τόσα θα εξακολουθούσαμε να παίρνουμε. Κι ας προσέχαμε. Έγινε λοιπόν ο κακός χαμός.
Όπως σε κάθε εταιρεία που σέβεται τον εαυτό της υπάρχει κι ένας ρουφιάνος έτσι υπήρχε και στη δική μας και μάλιστα γένους θηλυκού. Ένα σιχαμερό γύναιο που παρότι είχε προσληφθεί πρόσφατα (εννοείται εν γνώσει του αφεντικού μας τα ...προσόντα της) ήταν βασιλικότερη του βασιλέως σε ό,τι αφορούσε καταπάτηση δικαιωμάτων, μπαγαποντιές κι άλλα χαριτωμένα που πολλοί εργοδότες θα ήθελαν να κάνουν αν βεβαίως τους το επέτρεπαν οι εργαζόμενοι. Αυτή η κυρία ήταν η βοηθός λογίστρια και είχε αναλάβει τον ρόλο να θεωρητικοποιήσει, αναλύσει κι εξηγήσει στους αφελείς - νόμιζε - συναδέλφους μου γιατί ο εργοδότης μας δεν ήταν υποχρεωμένος να μας επιστρέψει το ποσό που δεν παρακρατούσε πια.
Χωρίς να θέλω να δικαιολογήσω τον εργοδότη μου οφείλω να ομολογήσω πως μέχρι τον ερχομό της υπήρχε μια αρμονία ανάμεσα στο προσωπικό και στον ίδιο, ήξερε πως δεν τον έπαιρνε για πολλά πολλά, ήταν εντάξει στις υποχρεώσεις του, οι μισθοί μας πολύ καλοί (αρκετά πάνω από τους μισθούς "αγοράς") και πληρωμένοι στην ώρα τους. Βέβαια κι εμείς, το προσωπικό, ήμασταν πολύ πάνω από τους αντίστοιχους εργαζόμενους της αγοράς. Σε εξειδίκευση και συνέπεια. Τον είχαμε λοιπόν βάλει αυτό που λένε "σε μια σειρά". Εμείς κάναμε τη δουλειά μας σωστά, αυτός κέρδιζε κι όλα κυλούσαν ρολόι. Από τότε που ανέλαβε τα τρέχοντα οικονομικά σε καθημερινή βάση η κυρία τα πάντα ανετράπησαν. Τα πάντα.
Εκείνη λοιπόν την ημέρα υπήρξε πολύ μεγάλη ένταση στην εταιρεία και πολύ έντονοι διαπληκτισμοί. Η κυρία προσπαθούσε να μας αντιμετωπίσει για λογαριασμό του εργοδότη αλλά εμείς (εγώ συγκεκριμένα) την έστησα στον τοίχο και της είπα να το βουλώσει γιατί εγώ μόνο με αυτόν μιλάω. Τότε αυτός πήγε και κατέβασε τον γενικό του ηλεκτρικού χωρίς να τον πάρουμε χαμπάρι. Νομίζαμε πως έγινε διακοπή κι αυτός μας είπε άμα θέλουμε να φύγουμε. Επειδή καταλάβαμε τότε τί "έπαιζε" δεν κουνήσαμε ρούπι. Και τότε τον είδαμε να ξανανεβάζει τον διακόπτη αλλά μας απαγόρευσε να καθίσουμε στα σχεδιαστήρια, τα γραφεία και τους υπολογιστές μας (κάτι αρχαία Macintosh... και βρε βρε τί θυμήθηκα τώρα... τα χρυσά μου τα Μακούλια) και μας δήλωσε πως θα τελείωνε αυτός τις δουλειές όλων μας. Κάθισε λοιπόν σαν τον μαλάκα και σχεδίαζε, πληκτρολογούσε κι έτρεχε αλλόφρων από το ένα σχεδιαστήριο στο άλλο. Αυτό δεν είχε δικαίωμα να το κάνει, το ήξερε πολύ καλά απλώς ήθελε να μας σπάσει τα νεύρα. Κι επειδή κι εμείς ξέραμε γιατί το κάνει δεν αντιδράσαμε αλλά πήγαμε στην κουζίνα και πίναμε καφέ.
Τότε ακούστηκαν οι κραυγές. Τις άκουσα πρώτη (ως συνήθως) και βγήκα τρέχοντας στο μπαλκόνι, από τη μπαλκονόπορτα που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο γραφείο που καθόταν εκείνη τη στιγμή το αφεντικό. Βγήκα ακριβώς τη στιγμή που ένας άνθρωπος από κάτω έβαζε φωτιά στον εαυτό του και οι περαστικοί φώναζαν κι έτρεχαν να τον βοηθήσουν. Έμεινα αποσβολωμένη, στήλη άλατος, χωρίς να μπορώ ν' αντιδράσω. Οι κραυγές ήταν κυρίως από τους περαστικούς που φώναζαν "Βοήθεια, βοήθεια ένας άνθρωπος καίγεται". Σε κλάσματα δευτερολέπτου έγιναν όσα περιγράφω στην αρχή αλλά εντωμεταξύ εμένα μ' έλουσε κρύος ιδρώτας, άρχισα να ουρλιάζω, μ' έπιασε πανικός λες και καιγόμουνα εγώ, σωριάστηκα στο δάπεδο, το αφεντικό βέβαια ούτε που κουνήθηκε απ' τη θέση του, ούτε που αναρωτήθηκε τί συμβαίνει στο δρόμο, οι συνάδελφοί μου τα είχαν χαμένα, ούτε εκείνοι είχαν δει τί είχε συμβεί, με κατάβρεχαν με νερό και με πήγαν σηκωτή σ' έναν καναπέ βάζοντάς μου στο πρόσωπο κομπρέσες. Τότε ακούσαμε και το ασθενοφόρο κι εγώ με λυγμούς προσπαθούσα να τους εξηγήσω τί είχα δει. Δύο από τους συναδέλφους μου κατέβηκαν κάτω, έμαθαν διάφορα και μου είπαν πως ο άνθρωπος ζούσε. Η κουβέρτα και τα σακάκια, καμένα πλέον ολοσχερώς, έμειναν εκεί για ώρες. Όλο αυτό το διάστημα το αφεντικό δούλευε ατάραχος κι η λογίστρια πηγαινοερχότανε με χαρτιά και κομπιουτεράκια και ψου ψου ψου.

Το θέμα της διένεξης τακτοποιήθηκε υπέρ μας, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της λογίστριας περί του αντιθέτου, αφού ο κανονικός διευθυντής λογιστής (που ερχόταν δυο φορές τη βδομάδα) είπε στο αφεντικό στο τηλέφωνο (ούρλιαζε τόσο πολύ που τον άκουσα) πως είναι τελείως μαλάκας που επιχειρεί κάτι τέτοιο κι ούτε να διανοηθεί να μην μας επιστρέψει τα παρανόμως παρακρατηθέντα.
Το αφεντικό μας ηρέμησε κάπως, η βοηθός λογίστρια βαφτίστηκε σε ...Άνα, από το Ρουφιάνα, τη φωνάζαμε πλέον κανονικά Άνα κι ούτε μπήκε ποτέ στον κόπο να ρωτήσει γιατί της αλλάξαμε το όνομα αφού την έλεγαν, ας πούμε ...Σούλα.
Μέσα μου όμως, εκείνο που έμεινε, δεν ήταν ούτε ο δόλιος τρόπος που πήγε να μας φάει χρήματα το αφεντικό, ούτε που τελικά τον πιέσαμε κι έκανε το σωστό, ούτε που η ...Άνα αποκαλύφθηκε, ούτε τίποτε απ' όλα αυτά. Εκείνο που έμεινε βαθειά χαραγμένο μέσα μου ήταν πως ενώ ένας άνθρωπος αυτοπυρπολήθηκε μπροστά στα μάτια μου −του οποίου όμως η θυσία δεν τελεσφόρησε (και σωστά) επειδή οι συνάνθρωποί του ακαριαία έσπευσαν σε βοήθεια και του έσωσαν τη ζωή την ίδια στιγμή, δυο βήματα πιο πέρα, ένας άλλος άνθρωπος, που μέχρι εκείνη τη στιγμή νομίζαμε πως ήταν ένας "κανονικός" άνθρωπος, κι ας ήταν ο εργοδότης μας, αδιαφορούσε, όχι για την κρίση πανικού και τη σχεδόν λιποθυμία μιάς υπαλλήλου του μπροστά στα καθόλου έκπληκτα μάτια του (αυτό ήταν το λιγότερο αν και νομίζω πως και νεκρή να έπεφτα εκείνη τη στιγμή καρφάκι δεν θα του καιγόταν, ίσως μόνο για τις νομικές ενδεχομένως συνέπειες επειδή θα πέθαινα μέσα στην εταιρεία του), μιας υπαλλήλου που την κουβάλησαν στα χέρια οι συνάδελφοί της, αλλά, αδιαφορούσε παντελώς για το γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση τη δική μου. Αυτό ούτε το ξέχασα αλλά ούτε πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ. Αυτό όπως και πολλά άλλα.
...
Τα τελευταία χρόνια η ...μοίρα επιφύλαξε δυσάρεστες εκπλήξεις σε αυτόν τον άνθρωπο. Κι έπαθε τρομερά πράγματα που αφορούν τη σωματική του ακεραιότητα. Έζησε ζωντανός-νεκρός για δύο χρόνια περίπου. Αλλά επειδή ήταν (και είναι) σκυλί ατάηγο που λένε, τη σκαπούλαρε. Με άφησε παγερά αδιάφορη το γεγονός του άσχημου δυστυχήματος που είχε αλλά δεν λυπήθηκα όταν έμαθα πως τη σκαπούλαρε. Απεναντίας. Χάρηκα. Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξη όμως πως αυτός ο άνθρωπος διδάχτηκε το παραμικρό στη ζωή του. Αντιθέτως είμαι πολύ σίγουρη πως το γεγονός ότι τη σκαπούλαρε τελικά το θεωρεί ως υποχρέωση της ζωής απέναντί του.
Να ζει και να ευτυχεί, είμαι στις καλές μου σήμερα, αλλά την παντελή αδιαφορία του στο κορυφαίο τραγικό γεγονός στη ζωή ενός ανθρώπου, στην απόφασή του δηλαδή να θυσιαστεί καιόμενος, δεν θα του τη συγχωρέσω ποτέ. Ακόμη κι όταν όλοι ήταν σχεδόν σίγουροι πως εξαιτίας του τραγικού δυστυχήματος μετράει ώρες, όχι, ούτε τότε, ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκα να τον συγχωρέσω. Ούτε τότε, ούτε ποτέ.



Υ.Γ. Αφορμή γι' αυτήν την "ανάμνηση" και αυτό το κείμενο στάθηκε η διδασκαλία του ποιήματος "Καιόμενος" από τη φίλη μου Σοφία σε μια τάξη του Λυκείου σε κάποιο νησί. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου