Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Αστράφτη Κεβροντά ΕΑΕ*

Η δεσποινίς Αστράφτη Κεβροντά σήκωσε το κεφάλι της απορημένη. Τί θέλει τούτος ο άνθρωπος ετούτη την ώρα σε τούτον τον χώρο; Τί ζητάει από τη ζωή της;
Mια φορά κι έναν γεμάτον οιωνούς καιρό κι όχι κενόν αέρος καιρό θα του είχε ίσως δώσει λίγη σημασία.
Σήκωσε το φρύδι της, το ένα παρακαλώ, αυτό που θα 'δινα όλη μου την περιουσία για να μάθω να το κάνω... αν και αυτό το "όλη μου η περιουσία" περισσότερο είναι σχήμα λόγου παρά σχήμα περιέχον έστω και ψήγμα αληθείας.
- Τί θέλετε κύριε; ρώτησε, εν μέσω προσπαθειών να ανασηκώσει και το δεύτερο φρύδι ακριβώς στο ίδιο σημείο/ύψος που είχε σηκώσει και το ταίρι του.

Καλοσχηματισμένα φρύδια, δεν μπορώ να πω. Τόσο ώστε το μάτι να πέφτει εκεί κι όχι στο βλέμμα. Που έκρυβε πολλά. Τα έντελώς ενδιάμεσα, παρότι καθόλου ευκόλως εννοούμενα παραλείπονταν. Είτε επρόκειτο για ενδιάμεσες συμφωνίες, προγράμματα, μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες. Και καλά, γι' αυτές τις τελευταίες ποιός ζει ποιός πεθαίνει. Αλλά μη νομίζετε και με τις μεσοπρόθεσμες επίσης ποιός ζει ποιός πεθαίνει. Βλέπετε, η δεσποινίς Αστράφτη Κεβροντά και οι άλλοι συνέταιροι είχαν καταφέρει κάτι μοναδικό: να συρρικνώσουν, συμπυκνώσουν τον χρόνο. 
Κάποτε έλεγαν πως ο χρυσός μας φέρνει πιο κοντά. (Tα καλά και συμφέροντα πίσω από τα διαφημιστικά σλόγκαν. Όλοι συμφωνούν.
Ίσως με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να φέρει πιό κοντά, εκτός από τους ανθρώπους, και τις κυματώδεις χρονικές θάλασσες, τόσο κοντά ώστε σε μία και μοναδική όσο και κοντή χρονική καμπύλη να απεικονίζεται το αύριο, το χθες, το τώρα. Εν συντομία.
Ο χρυσός ακόμα θα μπορούσε να εκμηδενίσει τους ωκεανούς από χώμα, από αέρα κι από κενό και να ενώσει το νερό, όταν το χωρίζουν ή διασπούν την ενότητά του εντελώς περιττά μόρια ύλης σε μορφή ηπείρων και νήσων, σε μία ενιαία και περιεκτική ρευστή οντότητα.
Κάποτε...
Τώρα όμως η δεσποινίς Αστράφτη Κεβροντά και οι άλλοι συνέταιροι είχαν αναλάβει να παίξουν τον ρόλο του ελλείποντος χρυσού, να συμπυκνώσουν δηλαδή τον χρόνο: σήμερα ζούμε αύριο πεθαίνετε, τί σήμερα, τί αύριο, το γοργόν και χάριν έχει, κοντοπρόθεσμα πλάνα για βραχυχρόνιες ανάσες. Ζωή εν συντομία. Για πιο μετά έχει ο Θεός. Εσείς όχι.
Όλοι συμφωνούν. 
Και όλοι γνωρίζουν ένα από τα δώρα της Αμερικής στον homo profitus. Διάσπαση εταιρειών σε πολλές "μικρότερες". Με φαινομενικά διαφοροποιημένες δραστηριότητες η κάθε μία. Υπηρετούσες όμως τον ίδιο σκοπό. Επ' αγαθώ (τους) βεβαίως βεβαίως.
Οι ίδιοι νόμοι και στην πολιτική. Όπου "εταιρεία" βάλε "κόμμα". Μετά τελεία. Και παύλα.

Η δεσποινίς Αστράφτη Κεβροντά μετά τα φρύδια ανασήκωσε τους αγκώνες, τους απίθωσε στο γραφείο της κι έπιασε δουλειά. Σκοινί κορδόνι να ρωτάει.
- Τί θέλετε κύριε; ξαναρώτησε, εν μέσω προσπαθειών να σμίξει επιθετικά το μεσόφρυδο. Βαρύς ο πέλεκυς του μπότοξ, την εμπόδιζε.
Πού να τολμήσει ο άνθρωπος να ξεστομίσει την θέλησή του. Ωστόσο και το δικό του βλέμμα τα έλεγε όλα. "Εσείς φταίτε", της έλεγε.
- Αυτήν την καραμέλα των 40 χρόνων δεν την τρώγω, ο λαός φταίει για τις επιλογές του. Θα προτιμήσω όμως ένα ...chocolatάκι... κάτι.

...
Ο κος Βαρής Οπέλεκης έφτυσε κατάχαμα και με μια πιρουέτα τσακιστή άλλαξε πορεία. Τί θέλουν τούτοι από τη ζωή μου; Τί μπορώ εγώ να κάνω για όλα όσα αυτοί έχουνε κάνει;
Έβγαλε με λύσσα μια αρμαθιά κλειδιά από την τσέπη του χωροχρονικού πλέγματος που απαιτούσε η δουλειά του να φορά, την κροτάλισε με θόρυβο σα να λέει "ξυπνάτε, ήρθα" και ξεχώρισε ένα από αυτά. Το προσάρμοσε στη μαύρη τρύπα μιας πόρτας που έγραφε απέξω "δικαιοσύνη" αλλά δεν ταίριαζε. Τα δοκίμασε όλα και τελικά άλλαξε πόρτα. Στάθηκε σε αυτήν που απέξω έγραφε "φρούδες ελπίδες". Εκεί ταίριαζαν όλα. Μπήκε.
Κάποιος καθότανε σε μια πολυθρόνα στη μέση του χώρου. Αλαφιασμένος ωστόσο με ακίνητο το τσιγάρο που δεν πρόλαβε ν' ανάψει, ποιός είστε εσείς και πώς μπαίνετε σπίτι μου, ρώτησε τον εισβολέα.
Να μην ενοχλείται, απάντησε, είναι ένοικος κι αυτός του κτιρίου αλλά μάλλον μπέρδεψε τα κλειδιά. Ή τις πόρτες. Ή και τα δύο.
Χάρηκε, είπε, Βαρής Οπέλεκης, συστήθηκε.
Ο άλλος, ο εν τω μέσω του χώρου καθήμενος, σάστισε.
Κι εσείς; είπε. Κι εκείνος, Βαρής Οπέλεκης λεγόταν και τί σύμπτωση...
Τί επαγγέλεσθε, ρώτησε, εκείνος είναι δικαστικός.
Εκείνος (ο εισβολέας) φοροεισπράχτορας...
Συνονόματοι αλλά όχι συνεπάγγελτοι λοιπόν, είπαν με μια φωνή.
Εκείνος ο κος Βαρής, ο του δικαστικού, πότε πέφτει και πότε δεν πέφτει, απάντησε. Ειδικά όταν το θέμα είναι "πολιτικόν" δεν πέφτει. Εντολές άνωθεν που πότε δίδονται και πότε όχι, να τον συμπαθάτε, είπε.
Μα η δουλειά του δεν είναι ανεξάρτητη εντελώς; ρώτησε αφελώς ο άλλος κος Βαρής, του φορολογικού.
Όσο και η δικιά σας αγαπητέ, όσο κι η δικιά σας, απάντησε. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ησύχασε κάπως κι επιτέλους άναψε το τσιγάρο του.

"Όταν ο νεοφιλελευθερισμός επιχειρεί να διαλύσει κοινωνικές κατακτήσεις δεκαετιών, κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος". 
Να δει πού το πήρε το μάτι της αυτό...
Α ναι...
Η κα Αλήθεια Θαλάμψη το είπε... όταν, δυο ορόφους πιο κάτω και ψάχνοντας τα συρτάρια του γραφείου της, είδε το μισοφαγωμένο ηρεμιστικό να της γνέφει "εδώ είμαι πάρε με".
Άνοιξε το στόμα, το κατάπιε, πήρε μια βαθειά ανάσα, περίμενε μερικά λεπτά να την "πιάσει" και μετά άνοιξε το κοινωνικόν μέσον μέσω του οποίου επιχειρείται η ψευδαίσθηση της διακυβέρνησης της χώρας και ...κόλλησε. 
Πρωτομαγιά ήταν, έπρεπε να γράψει κάτι... πιασάρικο αυτή αλλά το χάπι δεν ήταν πιασάρικο στην ίδια ακόμη.
Η κα Αλήθεια Θαλάμψη κρατούσε καρνέ τα προηγούμενα χρόνια. Μια σειρά με ραντεβού, δεύτερη με ψώνια, τρίτη με αποφθέγματα και μερικές αράδες πιο κάτω, τις κάτω κάτω με εξυπνάδες πασπαρτού, μπαλαντέρ που λένε.
Εκείνη την στιγμή σάστισε και η ίδια με αυτό που διάβαζε γραμμένο από το δικό της χέρι μερικά χρόνια νωρίτερα. Πώς όμως να τολμήσει να το ξεστομίσει τώρα; Κι αν κάποιος θυμόταν τα γραπτά της; Με όση διαύγεια της είχε απομείνει γύρισε πίσω στο χρόνο, έψαξε, το βρήκε. Scripta manent αλλά το πλήκτρο της καθοδηγούσε το χέρι στην ενέργεια delete.  
Scripta manent sed "delete" vincit, αφελώς σκέφτηκε

Κι ενώ εκείνη, χαμένη στη μετάφραση των αριθμών έψαχνε διέξοδο που θα τη βοηθούσε να κρατήσει τη συνοχή των εγκεφαλικών κυττάρων της σε καλή κατάσταση, τέσσερις άνθρωποι, με τρία ονόματα, από δύο διαφορετικά κτίρια κατευθύνονταν στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Χαίρετε Αστράφτη, πώς είσθε Αλήθεια, ωωωω ο κύριος κι ο κύριος Βαρής... κι εσείς εδώ; Τα σέβη μου.

Δεν ήξερε ότι γνωρίζονταν τόσο καλά.
Και όχι, αυτό δεν ήταν χτύπημα της μοίρας.
Ήταν απλώς μία ακόμη λανθασμένη επιλογή.



* ΕΑΕ = Εταιρεία Ανύπαρκτης Ευθύνης


    








1 σχόλιο: